wi

Η επιστήμη αυτοκτονεί όποτε υιοθετεί ένα δόγμα.

Thomas Huxley, 1825-1895, Βρετανός βιολόγος.

Το ανθρώπινο πόδι… ένα θαύμα της Μηχανικής.

Λεονάρντο Ντα Βίντσι, 1452-1519, Ιταλός σοφός.

Ο σκοπός της τέχνης είναι να δώσει στη ζωή σχήμα.

Γουίλιαμ Σαίξπηρ, 1564-1616, Άγγλος δραματουργός.

Pages

Thursday, 7 June 2018

H Γοργόνα

Η Γοργόνα 

Με λένε Μινά. Ξεκινήσαμε 2 μήνες πριν από τη Συρία, τη Χάμα. Η μαμά μου με αγκάλιασε σφιχτά. Σε όλη τη διάρκεια του δρόμου δεν με άφησε. Κάποιες φορές περπατήσαμε, κάποιες φορές πήραμε πολύ γεμάτα λεωφορεία ή σκονισμένα φορτηγά. Όλοι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με λακκούβες. Προχωρούσαμε χοροπηδώντας. Αλλά η μητέρα μου δεν με άφησε ούτε ένα λεπτό. Στο δρόμο, οι άνθρωποι έλεγαν κάτι. Μερικοί στο λεωφορείο έκλαιγαν πολύ. Στην ουσία και εγώ έκλαιγα. Σκότωσαν τον μπαμπά μου στη Χάμα Δεν ξέρω γιατί τον σκότωσαν, τότε και η μαμά μου έκλαψε πολύ, και εγώ έκλαιγα. 

Το ταξίδι μας κράτησε πολύ. Κάποια στιγμή πέθαναν δύο παιδιά και ένας ηλικιωμένος μπάρμπας στο δρόμο. Τους έσκαψαν τάφους δίπλα στο δρόμο οι άντρες. Οι τάφοι των παιδιών ήταν μικροί. Οι μητέρες τους αγκάλιασαν σφιχτά τους τάφους τους, έκλαψαν πολύ, δεν ήθελαν να συνεχίσουν. Αλλά οι άντρες τους τις τράβηξαν πίσω, είπαν ότι πρέπει να φύγουμε. 

Όταν φτάσαμε κάπου όλοι χάρηκαν λίγο παραπάνω. Μερικοί άνδρες είπαν ότι μόλις βραδιάσει θα πάμε στην ακτή και θα πάρουμε το πλοίο. Στη μαμά μου είπαν ότι δεν μπορεί να έρθει. Η μητέρα μου με αγκάλιασε, δεν με άφησε ποτέ ξανά. Ύστερα έβγαλε τρία βραχιόλια από το στέρνο της και τους τα έδωσε, τότε οι άνδρες είπαν «Εντάξει, ελάτε και εσείς». 

Το χωριό μας δεν είχε θάλασσα. Εγώ δεν είδα ποτέ μου θάλασσα. Κι η μητέρα μου δεν είχε δει. Πηγαίνοντας στην ακτή στα σκοτεινά πάλι δεν την είδαμε. Οι άντρες μας έβαλαν σε ένα πλοίο. Είχε πολύ κόσμο. Η μητέρα μου με αγκάλιασε, δεν με άφησε ποτέ ξανά. Οι άντρες είπαν να κρατηθούμε καλά στις άκρες, η μητέρα μου με κράτησε ακόμα πιο σφιχτά. Κουνούσε πολύ πάνω από τη θάλασσα. Ήταν πολύ σκοτεινά, δεν μπόρεσα να δω τη θάλασσα. Έφτασε το αλμυρό νερό στο πρόσωπό μου. Έκανα εμετό από το αλάτι. Οι ηλικιωμένες γυναίκες προσευχόταν, κι η μητέρα μου προσευχήθηκε. Μου είπε να μην τρομάζω η μαμά μου. «Πολύ λίγο έμεινε, σε λίγο θα φτάσουμε», είπε. Εγώ δεν τρόμαξα καθόλου. Έσταζαν δάκρυα από τα μάτια μου λόγω του αλατιού αλλά και λίγο έκλαψα. «Πολύ κύμα έχει» είπαν οι άνδρες. Όλο φώναζαν και έλεγαν να κρατηθούν σφιχτά όλοι. Ύστερα το πλοίο μας αναποδογύρισε. 

Το χωριό μας δεν είχε θάλασσα, είχε ένα μικρό ρυάκι. Μέσα τα ψάρια κολυμπούσαν πολύ γρήγορα. Στην πραγματικότητα το ρυάκι μας δεν ήταν και πολύ μικρό, ήταν μεγαλούτσικο. Στις πλαγιές ήταν τα δέντρα. Ο μπαμπάς μου, μου είχε κάνει μία κούνια από δέντρο, μια φορά. Το σπίτι μας ήταν δίπλα στο ρυάκι και η μητέρα μου είχε κάνει μία κούκλα από κάλτσες για μένα. Αλλά την ξέχασα στο λεωφορείο, στο δρόμο. Το σπίτι μας ήταν πολύ όμορφο. 

Εμείς όλοι πέσαμε μέσα στη θάλασσα. Η μητέρα μου με αγκάλιασε πολύ σφιχτά. Επειδή δεν είχαμε θάλασσα στο χωριό μας, εμείς δεν μάθαμε ποτέ να κολυμπάμε. Κι η μητέρα μου δεν έμαθε. Μαζί με τη μητέρα μου φτάσαμε στο βάθος του νερού. Μετά ανεβήκαμε λιγάκι προς τα πάνω. Όμως, οι πολύ άντρες όλο και πατούσανε πάνω μας με τα πόδια τους, μετά ξανά πήγαμε προς το βάθος. Η μητέρα μου δεν με άφησε ποτέ, με αγκάλιασε σφιχτά. Επειδή το νερό ήταν αλμυρό, κάηκε ο λαιμός μου. Η μητέρα μου με αγκάλιασε και εγώ είπα από μέσα μου «Μη φοβάσαι μάνα», απλά ήθελα να κλάψω λίγο. Η μητέρα μου δεν φοβήθηκε καθόλου, όλο και κοίταζε μέσα στα μάτια μου. Δεν μπορέσαμε να βγούμε ποτέ στην επιφάνεια. 

Με λένε Μινά. Είμαι 5 χρονών. Ξεκινήσαμε δύο μήνες πριν από τη Χάμα. Εμείς δεν είδαμε ποτέ τη θάλασσα από έξω. Εδώ και μία εβδομάδα είμαι στο βάθος της θάλασσας, εγώ είμαι γοργόνα η κόρη της Μεσογείου, η θάλασσα είναι η μητέρα μου πλέον. Η μητέρα μου με αγκάλιασε σφιχτά δεν με αφήνει καθόλου. Γιατί όλες οι μάνες αγαπάνε πολύ τις κόρες τους. 
O Σελαχατίν Νερμίτας (Selahattin Demirtas) γεννήθηκε το 1973 στο Ελάγιζ (Τουρκία). Σπούδασε νομικά. Υπήρξε διευθυντής στην Ένωση για τα δικαιώματα του ανθρώπου και στη Διεθνή Αμνηστία της Τουρκίας. Είναι συμπρόεδρος του Κόμματος Δημοκρατίας των Λαών (HDP) και παραμένει φυλακισμένος από το Νοέμβριο του 2017. Γράφει διηγήματα και ποιήματα. Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε στη φυλακή και απαγορεύτηκε στις 2 Μαϊου 2017 ως προπαγάνδα τρομοκρατικής οργάνωσης. 

Μετάφραση από τα Τουρκικά: Lale Alatli, Επιμέλεια: Φανή Βαλσαμάκη. 

Πρώτη δημοσίευση, Επιθεώρηση Πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, Τεύχος 47, Ιανουάριος Φεβρουάριος, Μάρτιος 2018. 


Friday, 11 May 2018

Η μοναξιά του ανθρώπου


Αν η μνήμη μου δεν με απατάει κι επειδή οι γνώσεις μου στα αρχαία ελληνικά άρχισαν να περιορίζονται , οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν τον καημένο τον άνθρωπο πολιτικό ζώο. Μ’ άλλα λόγια ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο. Έτσι τουλάχιστον το καταλαβαίνω εγώ. Πιστός στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία επιδιώκω πάντα να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους, έστω και αν τους βλέπω για πρώτη φορά στη ζωή μου. Κι όχι μόνο αυτό. Αν δω   που συζητάνε χώνομαι και εγώ ανάμεσά τους και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες τους,  κινώ θεούς και δαίμονες να τους κάνω φίλους.
 Δυστυχώς όμως, κάθε φορά που προσπαθώ κάτι τέτοιο, μου δίνεται η ευκαιρία να διαπιστώσω ότι οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν μεγάλο λάθος θεωρώντας τον άνθρωπο κοινωνικό ζώο.
Ο σημερινός άνθρωπος είναι ένα φοβερά ακοινώνητο όν. Τελευταία προσπάθησα να γνωριστώ, χωρίς καμία κακή πρόθεση, μ’ ένα ζευγάρι ερωτευμένων  που συνάντησα στο δάσος Κούχλε. Τι έγινε δεν περιγράφεται. Ο νεαρός όχι μόνο με έβρισε χυδαιότατα, αλλά έκανε χρήση και ανεπίτρεπτων χτυπημάτων της ελληνορωμαϊκής πάλης. Τελικά τον ξυλοφόρτωσα για τα καλά και το έβαλε στα πόδια με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, μαζί με την ομορφούλα του. Τους πήρα καταπόδι να τους εξηγήσω τις καλές μου προθέσεις,  αλλά έγινα άφαντοι στα νταμάρια.
Το ίδιο αποτέλεσμα είχαν όλες οι προσπάθειές μου να αποκτήσω σχέσεις φιλίας με άγνωστους συνανθρώπους. Να μην τον πολυλογάμε, τζίφος υπόθεση.
Προς την κατεύθυνση αυτή,  εγώ νομίζω ότι το σκυλί είναι κοινωνικότερο ζώο από τον άνθρωπο. Να,  ένα γερμανικό μπουλντόγκ  μόλις  φτάσει στην Πράγα και συναντήσει τυχαία και για πρώτη φορά μία ντόπια σκύλα,  τα φτιάχνουν αμέσως. Αλληλομυρίζονται ,  γαβγίζουν σε ένδειξη αλληλοχαιρετισμού και έρχονται σε φιλική επαφή χωρίς πολυλογίες. Η φιλία τους δεν κρατάει και πολύ,  αλλά είναι τέλεια. Δεν κρατούν απόσταση και δεν ενδιαφέρονται για την κοινωνική τους κατάσταση. Πιστεύουν στην απόλυτη ισότητα.
Αλλά να και εδώ επεμβαίνει ο ιδιοκτήτης του μπουλντόγκ και διαλύει βάναυσα με τη μπαστούνα του ένα τρυφερό δεσμό που μόλις έχει δημιουργηθεί.
Και η καημένη η Σκύλα Μένει μόνη κι απαρηγόρητη στην άκρη του δρόμου, με τι γλώσσα μιλάνε μία σπιθαμή, καταργώντας τον άνθρωπο για την σκυλίσια κακία του! Και δε έχει άδικο, γιατί οι σκύλοι έχουν το όνομα και άνθρωποι τη χάρη!
Έτσι είναι. Με τους ανθρώπους δεν μπορείς να συνεννοηθείς,  όσο κι αν το επιδιώξεις.
Κάποτε καθόμουνα ολομόναχος σε άνα τραπέζι στο εστιατόριο «Αμπασαντόρ». Αισθανόμουνα σν κυνηγημένο σκυλί. Μπροστά μου καθόταν μια παρέα από κυρίους και κυρίες, που το κέφι και η ευθυμία τους με κατενθουσίασαν τόσο πολύ ώστε θέλησα να τους γνωρίσω από κοντά,
Πήρα τον καφέ και την καρέκλα μου και πήγα να καθίσω στο τραπέζι τους. Μόλις πλησίασα την παρέα, ευγενέστατα τους είπα:
-Παρακαλώ, με συγχωρείτε, είμαι ολομόναχος και με πνίγει η μοναξιά και η θλίψη. Βλέπω ότι διασκεδάζετε θαυμάσια. Μου επιτρέπετε να καθήσω και εγώ στην παρέα σας; Αισθάνομαι την ανάγκη μιας παρέας.
Αμέσως οι συζητήσεις και το κέφι κόπηκαν με το μαχαίρι.
Έμειναν όλοι άφωνοι και ανέκφραστοι σαν απολιθωμένοι. Τελικά, κάποιος κύριος, τρίζοντας τα δόντια, με άρπαξε από το γιακά και μου είπε απειλητικά: Τι γαϊδουριά είναι αυτή κύριε; H πράξη σου είναι εξοργιστική! Γκρεμοτσακίσου από δω γιατί θα σε σκίσω! Προσπάθησα να το εξηγήσω ότι είμαι ένας κοινωνικός άνθρωπος, πως δεν είμαι μονήρης, ότι τρελαίνομαι για παρέα και είμαι έτοιμος να αποδεχτώ οποιοδήποτε όρο, αρκεί να με δεχτούν στο τραπέζι τους.
Ξαφνικά σηκώθηκε κι άλλος ένας κύριος της παρέας και με οργίλο τόνο μου λέει:
-Ρε γάϊδαρε, θα ξεκουμπιστείς απ’ εδώ; Ρε άντε χάσου που θα μπεις στην παρέα μας! Τσακίσου γιατί θα καλέσω το μαίτρ!
- Και δεν τον καλάς! Απάντησα εγώ ψύχραιμα.
 Ακολούθησε σωστό πανδαιμόνιο. Κατέφθασε καταϊδρωμένος ο μαιτρ και όλοι άρχισαν να με σκυλοβρίζουν,  λέγοντας ότι σώνει και καλά θέλω να μπω στην παρέα τους. Οι κυράδες  της παρέας με κοίταζαν με τόσο μίσος, ώστε αν μπορούσαν θα με έτρωγαν ζωντανό!
Εγώ απαντούσα θαρραλέα ότι δεν θέλω να μείνω μόνος μου και δεν το κουνάω ρούπι γιατί είμαι κοινωνικό ον κ.λ.π., κ.λ.π.  Άδικος κόπος, ή όπως λέει και το ευαγγέλιο, «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».
Μπροστά στην επιμονή μου, ο μαιτρ και κύριοι της παρέας έκριναν σκόπιμο να με κλωτσοπετάξουν έξω σαν καροτσάκι.
Παρόμοια παθήματα μπορώ να σας αναφέρω με το τσουβάλι. Κάποτε ρώτησα κάτι μία κυρία στο τραμ και αντί για απάντηση αυτή με έβρισε. Αμέσως ο τραμβαγέρης με κατέβασε από τη στάση άλλη.
Παλιά Πράγα
Άλλη μια φορά προσπάθησα να γνωρίσω στο δρόμο ένα κύριο,  γιατί αισθανόμουνα να με πνίγει η μοναξιά.  Έμπηξε τις φωνές και αντί για μία ανθρώπινη συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων,  βρέθηκα στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα για… αλητεία!
Πάλι καλά γιατί υπάρχουν και χειρότερα. Έτσι, ταξιδεύοντας κάποτε με το εξπρές Πράγα-Βιέννη, προσπάθησα να ανταλλάξω καμιά κουβέντα με έναν μαντραχαλά που καθόταν απέναντί μου. Έ, αν δεν επέμβαινε για καλή μου τύχη ο ελεγκτής,  θα με πέταγε από το παράθυρο ο εξαγριωμένος μαντραχαλάς!
Πέντε φορές με έσπασαν στο ξύλο. Τρεις φορές ξυλοφόρτωσε εγώ κάτι τύπους που δεν δέχτηκαν τη φιλία μου. Δύο φορές με πέταξαν από το πλοίο στη θάλασσα και λίγο έλειψε να πνιγώ. Ένας Γάλλος τουρίστας τον οποίο θέλησα να εξηγήσω κάτι σε ένα ιστορικό δρόμο της Πράγας, τράβηξε το πιστόλι. Ευτυχώς  πρόλαβα και τον αφόπλισα.
Πολλές φορές,  ο πόθος μου να γνωρίσω τους ανθρώπους κατέληξε στο αυτόφωρο όπου με την κατηγορία της «παρενόχλησης» με βάλανε στο φρέσκο ποτέ ένα και πότε δύο μήνες.
Αλλά πάντοτε σαν τον Πάολο Μαντεγάτσα,  έλεγα με σθένος και αυτοπεποίθηση: «Δεν υποχωρώ, μένω πιστός στις θέσεις μου. Υποφέρω αλλά δεν υποκύπτω».
Τι το θέλεις και τι το συζητάς. Είμαι ζώον πολιτικό και τέρμα!
Μπροστά στο σιδηροδρομικό σταθμό «Βίλσον» της πρωτεύουσας συνάντησα πρόσφατα μία όμορφη και νεαρή κυρία που μόλις είχε έρθει στην Πράγα. Κρατούσε στην αγκαλιά της ένα φασκιωμένο μωρό. Κατάλαβα αμέσως ότι της ήταν εντελώς άγνωστη η Πράγα,   αφού όπως άκουσα ρωτούσε κάποιο χαμάλη να της πει πού είναι η συνοικία  Σμίχοβ.
Κι  εγώ στο Σμίχοβ πάω, μπερδεύτηκα στη συζήτηση, παρόλο ότι δεν είχα καμία δουλειά εκεί. Αν θέλετε, μπορούμε να πάμε μαζί,  πρόσθεσα ευγενικότατα.
Σμίχοβ-Τσεχία
Δέχτηκε την πρόταση μου και έτσι ξεκινήσαμε για τη Σμίχοβ. Είχα όρεξη για κουβέντα και σε μία στιγμή τη ρώτησα από πού είναι.
-  Και τι σε νοιάζει από πού είμαι; μουκοψε το βήχα η νεαρή κυρία.
-  Έχεις δίκιο παραδέχτηκα,  και το βούλωσα. Φτάνοντας στην οδό Γίντρισκα, εντελώς ξαφνικά, μου λέει πως πείνασε και θα ήθελα να φάει κάτι βραστά λουκάνικα.
Μπήκαμε σε μια ταβέρνα , παραγγείλαμε λουκάνικα και μπύρα και αρχίσαμε να συζητάμε για τα χοιρινά σκουλήκια. Σε συνέχεια περάσαμε στη βουβωνική πανώλη, στα πατατοσκουλήκια και τέλος το άρμεγμα των αγελάδων.
Κι ενώ εμείς ζητούσαμε τόσο σοβαρά και επίκαιρα θέματα,  το μωρό είχε σκάσει στο κλάμα.
Αφού έφαγε κι ήπιε για τα καλά,  η ομορφούλα θυμήθηκε απότομα ότι κοντά,  δίπλα στο ταχυδρομείο, έχει μια θεία  την οποία πρέπει να δει οπωσδήποτε. Γι’   αυτό με παρακάλεσε να τις κρατήσω λίγο το μωρό.
-  Θα έρθω αμέσως,  μου είπε και έγινε άφαντη.
Πήρα υπό την προστασία μου το βυζανιάρικο κι αμέσως αισθάνθηκα να με κατακλύζει μία ανείπωτη νοσταλγία για την οικογενειακή ζεστασιά που ποτέ δεν ένιωσα. Δεν μου έμεινε τίποτε άλλο παρά να περιμένω…
Πέρασε  πάνω από μία ώρα. Το αθώο πλάσμα που κράταγα στην αγκαλιά μου είχε στο μεταξύ μετατραπεί σε ανήμερο θηρίο. Ούρλιαζε λες και το σφάζανε. Ένας μουστερής από κάποιο διπλανό τραπέζι,  φανερά εκνευρισμένος από τα ουρλιαχτά, πλήρωσε και έφυγε αραδιάζοντας πίσω του καντήλια και χριστοπαναγίες. Ο ταβερνιάρης με κατακεραύνωσε με ένα βλέμμα και σε λίγο μη αντέχοντας άλλο ξέσπασε:
-  Ορίστε μας,  έρχεται για πρώτη φορά στην ταβέρνα μου και τη μετατρέπει σε βρεφοκομείο!
 Έπειτα έφυγαν οι άλλοι μουστερήδες, λέγοντας με αγανάκτηση:
 E,  δεν υποφέρεται άλλο! Kαι σιδερένια νεύρα να έχεις σου τα σπάει αυτό το νιάνιαρο! Έκανα πως δεν κατάλαβα και δεν έβγαλα τσιμουδιά. Η ταβέρνα άδειασε. Μερικοί που μπήκαν να πιουν κάτι, μόλις άκουσαν τα ουρλιαχτά του μωρού που είχα στην αγκαλιά μου,  με στραβοκοίταξαν και έφυγαν αμέσως.  Ο ταβερνιάρης τα ‘βάλε με μένα βρίζοντας μ’ ότι χυδαίο ήξερε.
- Άκου εδώ κύριε, αυτός ο μουστερής που ‘φυγε τώρα δα, πίνει στην ταβέρνα μυ 15 μπύρες τη μέρα!
-Αφού του βαστάει η τσέπη! Απάντησα και το βούλωσα αμέσως γιατί κατάλαβα ότι τον ερέθισα με το παραπάνω.
Πέρασε ακόμα μια ώρα. Αφήνοντας κατά μέρος τους τύπους ο ταβερνιάρης με ρώτησε ορθά-κοφτά:
Πότε σκέφτεσαι να ξεκουμπιστείς με το μυξιάρικό σου απ’ εδώ;
Αποφάσισα να του μιλήσω ανοιχτά. Απευθύνθηκα στα ανθρώπινα αισθήματα του,  στην ανάγκη να δείξει κάποια κατανόηση γιατί τα μωρά, όπως λέει κι η επιστήμη,  πρέπει να κλαίνε για ν’ ατσαλωθούν τα πνευμόνια τους. Το κλάψιμο στα μωρά είναι μία μορφή έκφρασης της ζωτικότητας,  γιατί οπωσδήποτε πρέπει να κάνουν και αυτά κάτι. Είναι αδύνατο να κάθονται σαν κούτσουρα,  αφού είναι άνθρωποι. Όλοι οι ταβερνιάρηδες στην ηλικία του μωρού έκλαιγαν και ούρλιαζαν. Και όχι μόνο οι ταβερνιάρηδες,  αλλά και αυτοί που είναι σήμερα κοτζάμ υπουργοί.
Και έτσι κατάφερα να περάσει ακόμα μία ώρα.  Έμεινα κατάπληκτος απ’ την αντοχή και τη ζωτικότητα από το νιάνιαρου. Έκλαιγε και ούρλιαζε χωρίς να μειώσει το ρυθμό και την ένταση. Αναγκάστηκα να διαμαρτυρηθώ έντονα γιατί ο ταβερνιάρης προσπάθησε να με κλωτσοπετάξει στο δρόμο μαζί με το μωρό.
-  Μα τι πράγματα είναι αυτά,  κύριε; Eίναι δυνατόν να πετάξεις ένα αθώο μωρό στο δρόμο;  Aυτό το πλασματάκι,  σωστό αγγελούδι,  έχει ανάγκη από χάδια και στοργή. Το καημένο που έμπλεξε! Άντε καμάρι μου,  κλάψε,  ούρλιαξε όσο μπορείς, να εκτονωθείς λιγάκι παρότρυνα το βυζανιάρικο. Μη φοβάσαι κανένα. Ούρλιαξε μέχρι να πέσουν τα καμπαναριά της απέναντι εκκλησιάς!
-  Φοβερό,  πρωτάκουστο! Μούρχεται ν’ αυτοκτονήσω!  έλεγε και ξανάλεγε ο ταβερνιάρης απελπισμένος. Θα με τρελάνουν για τα καλά!
-Άντε  τώρα μην κάνεις έτσι!  Θα συνηθίσεις,  λιγάκι υπομονή χρειάζεται! τον καλοπήρα εγώ.
Νύχτωσε κι η μάνα του παιδιού δεν φάνηκε. Σ’ όλο αυτό το διάστημα αντιμετώπισα με σθένος τις αλλεπάλληλες επιθέσεις του ταβερνιάρη,  που μη αντέχοντας άλλο ξέσπασε σε λυγμούς. Μόλις άκουσε το γοερό κλάμα του ταβερνιάρη, το μωρό, λες και πήρε δύναμη, άρχισε να ουρλιάζει ακόμα περισσότερο. Αγόρασα ένα μπουκάλι γάλα και τούδωσα να πιει,  του άλλαξα τα σπάργανα και συνέχισα να περιμένω. Ξαφνικά, άρχισα να υποπτεύομαι ότι μάλλον έπεσε θύμα μιας καλοστημένης παγίδας. Θα επρόκειτο ασφαλώς για έκθετο.
 Στο μεταξύ, ο ταβερνιάρης είχε αδειάσει ένα μπουκάλι κονιάκ. Αυτό όμως δεν τον βοήθησε να εξαγνίσει τα αισθήματά του και να μας αντιμετωπίσει με περισσότερη ανθρωπιά. Έβριζε και τους δυό,  δηλαδή εμένα και το βρέφος και μας καταριότανε γιατί του κλείσαμε την ταβέρνα.
Είχα ακούσει τόσα πολλά εκείνο το απόγευμα ώστε τίποτα πλέον δεν μου έκανε εντύπωση. Έτσι, άφησα τον ταβερνιάρη να βρίζει με όλη του την άνεση. Ακριβώς στις δέκα,  μας ανακοίνωσε με επισημότητα:
- Κύριος, κλείνουμε!
Βγήκε έξω και άρχισε να τραβάει τα ρολά. Κι έτσι βρέθηκα στο δρόμο μαζί με το έκθετο.
Στο αστυνομικό τμήμα όπου κατέφυγα,  αφού αφηγήθηκα τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έφτασα να γίνω κηδεμόνας του παιδιού,  ο αστυνομικός της υπηρεσίας μου είπε κοροϊδευτικά:
 - Για δες  βρε να πάρει η οργή,  πως την έπαθες σαν αγράμματος! Αρχίζεις την κουβέντα με μία άγνωστη, την πας στην ταβέρνα και αυτή σου φορτώνει στο λαιμό ένα νιάνιαρο! Έ,  αυτό θα πει ανθρωπιά!  Μου δίνεις, σε παρακαλώ την ταυτότητά σου;  Ά, έτσι λοιπόν, δεν έχεις ταυτότητα!  Μήπως την ξέχασες στο σπίτι;  Πως είπες; Δεν συνηθίζεις να ‘χεις μαζί σου την ταυτότητα; Μάλιστα, κατάλαβα! Bαφτίζεις το παιδί σου έκθετο και το φέρνεις την αστυνομία! Ωραία σκέψη, θαυμάσια! Βρε τομάρι, τι νομίζεις ότι είμαστε εμείς εδώ, ορφανοτροφείο για μπάσταρδα; Aντε, πάρτο, απ’ εδώ και τσακίσου γρήγορα!
Διαμαρτυρήθηκα έντονα για την απρεπή  αυτή η συμπεριφορά, γεγονός που είχε σαν συνέπεια να διαταχθεί η κράτησή μου. Έτσι τουλάχιστο εξασφάλισα ένα λημέρι για ύπνο.
Το πρωί είχαν συγκεντρωθεί τα απαιτούμενα στοιχεία για το πρόσωπό μου. Διαπιστώθηκε ότι ήμουνα φιλήσυχος πολίτης. Βγαίνοντας απ’ το κρατητήριο ο αστυνομικός της υπηρεσίας μου είπε σε τόνο ορμήνειας:
- Kαι άλλη φορά να προσέχεις όταν πιάνεις κουβέντα με άγνωστα πρόσωπα που θέλεις να γνωρίσεις.
Εμένα όμως κανένας δεν θα μπορέσει να με κάνει ν’ αλλάξω γνώμη Παραμένω σταθερός και αμετάκλητος στις θέσεις μου. Ποτέ δεν πρόκειται να απογοητεύσει η κακία των ανθρώπων, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να καταλάβουν ότι ένας κοινωνικός άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει συμπεριφορά.




Κάπου στην Πράγα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και όπως φαίνεται όχι και τόσο βαθιά στο παρελθόν. Συγγραφέας, Γιάροσλαβ Χάσεκ (1883-1923).





Thursday, 22 March 2018

Ποίηση μετά το Άουσβιτς


Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Γράφοντας ποίηση μετά το Άουσβιτς

Με αφορμή την παγκόσμια μέρα ποίησης

Το τερατώδες στίγμα που ακούει στο όνομα Άουσβιτς, παραμένει κάτι το ασύλληπτο και κάτι που αποτελεί τέτοια τομή, ώστε να είναι σχεδόν αυτονόητο, να χρονολογούμε την ιστορία της ανθρωπότητας με γεγονότα που συνέβησαν προ και μετά το Άουσβιτς.


Το 1949 διατυπώνει ο φιλόσοφος Τέοντορ Αντόρνο, όταν επέστρεψε από τον εκπατρισμό του στο Παρίσι, την εξής πρόταση, που προκαλεί σάλο στους διανοούμενους της Γερμανίας. «Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Πολλοί ποιητές ερμήνευσαν αυτή την πρόταση ως απαγόρευση της έκφρασης και αρκετοί ήταν πρόθυμοι να την ακολουθήσουν. Αυτό που έκφραζε η ρήση του Αντόρνο, ήταν βαθύς σκεπτικισμός – τι πρέπει ή τι μπορεί να σημαίνει η ποίηση μετά το Ολοκαύτωμα; Αυτή η απαγόρευση του Αντόρνο, να μην αναφέρονται τα απερίγραπτα μαρτύρια των Εβραίων από τους Ναζί ούτε σε ποιήματα, δημιουργεί ένα ταμπού ακριβώς εκεί που είναι αναγκαία όχι η σιωπή αλλά η έκφραση της ανείπωτης φρίκης. Ανάμεσα στις φοβερές απώλειες δεν χάθηκε κυρίως η γλώσσα. Όμως έπρεπε να περάσει μέσα από την αφωνία, να διαπεράσει τα «συμβάντα» για να βγει στην επιφάνεια εμπλουτισμένη απ’ αυτά, όπως αναφέρει ο Παούλ Τσέλαν στον λόγο του «Μεσημβρινός». 

Η γλώσσα επέζησε του Άουσβιτς σε μερικά από τα πιο δυνατά κείμενα της ποίησης όπως η Φούγκα του θανάτου, κράτησε τη φωνή της, φωνή συχνά πνιγμένη στην αφωνία, προπαντός ως γλώσσα των θυμάτων. Οι επιζώντες δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να στερηθούν την έκφραση του πόνου και του πένθους γιατί πού αλλού θα έβρισκαν έναν τάφο οι νεκροί αν όχι στην ποίηση; 

Έχει ενδιαφέρον να σταθούμε στους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος Γερμανοεβραίους ποιητές. Στη Γερμανία, τη βυθισμένη στα συντρίμμια της ήττας της, στη Γερμανία που «δεν γνώριζε τίποτε» για τα τραγικά συμβάντα στον εβραϊκό πληθυσμό της, υπήρξαν δυστυχώς λίγοι, νέοι ποιητές, όπως ο Πέτερ Ρύμκοπφ, ο διανοητής και ποιητής Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ ή η στενή φίλη του Πάουλ Τσέλαν, Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, που είχαν συνειδητοποιήσει ότι ανήκαν στη μεριά των δολοφόνων και ότι η εντολή του Τέοντορ Αντόρνο θα μπορούσε να αντικρουστεί μόνο γράφοντας. 

Στη δεκαετία του ’50, στη για δεύτερη φορά ηττημένη Γερμανία, η πλειονότητα του πληθυσμού, σχεδόν κάνει μια απώθηση των φοβερών καταστροφών που προκάλεσε το ναζιστικό καθεστώς. Όλοι ξαφνικά δεν ήξεραν τι συνέβαινε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης πλάι στη γειτονιά τους. Πολλοί μάλιστα Ναζί βρέθηκαν αργότερα σε πόστα της συντηρητικής κυβέρνησης του Κόνραντ Αντενάουερ. 

Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν εξέφρασε την αντίθεσή της προς τον καθηγητή της, υποστηρικτή του ναζιστικού καθεστώτος, φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ. Το ποίημά της «Νωρίς το μεσημέρι» στέκει ισάξια πλάι στη «Φούγκα του θανάτου» του Πάουλ Τσέλαν όσον αφορά τη δύναμη έκφρασης των συμβάντων. Στις στροφές που ακολουθούν εκφράζει την αποσιώπηση των γεγονότων, την εγκαθίδρυση πολλών Ναζί στην κυβέρνηση μετά τον πόλεμο, στο σκοτάδι που έπεσε στη Γερμανία, όπου «το ανείπωτο βαδίζει, σιγανά ειπωμένο, πάνω από τη χώρα». 

«Επτά χρόνια αργότερα / σου ‘ ρχεται πάλι στο νου, / στο πηγάδι μπρος στην Πύλη / μην κοιτάς μέσα βαθιά / τα μάτια θα γουρλώσεις απ’ την φρίκη! 

«Επτά χρόνια αργότερα / σ* ένα σπίτι των νεκρών, /αδειάζουν οι δήμιοι του χτες / το χρυσό ποτήρι. / Τα μάτια σου καλά σφάλισέ τα». 

Και το ποίημα τελειώνει: Εκεί που η γη της Γερμανίας τον ουρανό μαυρίζει, / λέξεις ζητά το σύννεφο και με σιωπή γεμίζει τον κρατήρα, / προτού τις ακούσει μες στις σταγόνες της βροχής το καλοκαίρι. / 

Το ανείπωτο βαδίζει σιγανά ειπωμένο πάνω από τη χώρα: είναι πια μεσημέρι». (2) 

Στην ποίηση της Μπάχμαν αγνοείται παντελώς η επεξεργασία της μνήμης του Ναζισμού κατά τη δεκαετία του ’50. Αντίθετα, εξαίρεται η «μυθολογική εκτός χρόνου αίσθηση του κόσμου» κι έτσι η ποίησή της απολιτικοποιείται. Και όμως τα ποιήματά της βρίθουν από εικόνες θανάτου της εποχής του πολέμου: «η θεότητά μας / η Ιστορία / έναν τάφο παράγγειλε για μας / απ’ όπου καμιά Ανάσταση δεν θα ‘ρθει» και αλλού: «η αγάπη έχει ένα θρίαμβο και ο θάνατος έχει ένα / ο χρόνος και ο χρόνος μετά / εμείς δεν έχουμε κανένα». 

Οι δύο μεγάλοι Γερμανόφωνοι ποιητές Πάουλ Τσέλαν και Ίγνγκεμποργκ Μπάχμαν, οι οποίοι θεωρούνται μαζί με τους Μπρεχτ και Ρίλκε οι μεγαλύτεροι ποιητές της Γερμανίας του 20ού αιώνα, εξέφρασαν και με θεωρητικά κείμενα τον προβληματισμό τους για την ποιητική γλώσσα -η μεν Μπάχμαν στο Εισηγήσεις της Φρανκφούρτης ο δε Τσέλαν στον λόγο του Μεσημβρινός (3) που εκφώνησε το 1959 κατά την απονομή του λογοτεχνικού βραβείου Γκέοργκ Μπύχνερ- ανέτρεψαν πειστικά τη ρήση του Αντόρνο. Ο Τσέλαν με τη Φούγκα του θανάτου, η Μπάχμαν με το ποίημα Νωρίς το μεσημέρι αποσπάσματα. Ο Τσέλαν και η Μπάχμαν είχαν μία μοναδική διακειμενική σχέση που εστιάζει στη γλώσσα. Η Μπάχμαν γράφει για τα ποιήματα του Τσέλαν: «οι μεταφορές εξαφανίστηκαν, οι λέξεις απέβαλαν κασέ λυρικό περίβλημα». 

Οι εμπειρίες του πολέμου λοιπόν απαιτούν μιαν άλλη γλώσσα. Αυτό το εκφράζει Θαυμάσια και ο Λιθουανός Εβραίος ποιητής Αβραάμ Σουτσκέβερ: «Να περπατάς πάνω σε λέξεις όπως σε ναρκοπέδιο: ένα άστοχο βήμα, μία λανθασμένη κίνηση, κι όλες οι λέξεις, που μια ζωή στις φλέβες σου σαν πέρλες τις περνούσες, δα γίνουνε με σένανε μαζί συντρίμμια».
Η ρήση του Βιττγκενστάιν ότι «χωρίς μια νέα γλώσσα δεν μπορεί να υπάρξει μια νέα πραγματικότητα» δικαιώνει τη διακαή αναζήτηση της νέας γλώσσας, το ερώτημα της δυνατότητας επιβίωσης του ποιητή, την ευθύνη του να μεταφέρει την πραγματικότητα στον ποιητικό λόγο. 

Η τομή που επέφερε το Άουσβιτς στον πολιτισμό εκφράζεται στην αναζήτηση της νέας γλώσσας, που απασχολεί αυτούς τους ποιητές. 

Το 1966 αναιρώντας τη ρήση του ο Αντόρνο γράφει: «ο πόνος έχει το ίδιο δικαίωμα να εκφραστεί, όπως αυτός που υποφέρει να κραυγάσει, γι’ αυτό είναι λάθος, ότι δεν πρέπει να γράφεται ποίηση μετά το Άουσβιτς». 

Μια πλειάδα Εβραίων ποιητών της Γερμανίας και της Ανατολικής Ευρώπης, όπως ο Π. Τσέλαν, η Ρ. Αουσλέντερ, η Ν. Σακς, η Χ. Ντομίν, αναφέρω μόνον αυτούς που στη συνέχεια παραθέτουμε δειγματολογικά ποιήματα τους στη στήλη του περιοδικού «Ένεκεν» «Η τέχνη του λόγου», αντιμετωπίζουν μετά τον πόλεμο για καιρό τη γλώσσα των δημίων με αφωνία ή φυγή σε μιαν άλλη γλώσσα. Ο Τσέλαν γράφει στα γαλλικά, η Αουσλέντερ στα αγγλικά. Η βιωμένη αφωνία ως συνέπεια της εμπειρίας του θανάτου πρέπει να εκφραστεί στα ποιήματα. Στη βροχή από στάχτη / τα ίχνη από το όνομά σου / ήταν / μια τέλεια λέξη / η φωτιά / την κατάπιε. 

Μόνον στην απόπειρα να εκφράσει τον θάνατο μέσω της γλώσσας βλέπει η Ρ. Αουσλέντερ τη δυνατότητα να τον κατανοήσει. Αυτή η αντιπαράθεση γίνεται με τη γλώσσα, ως το πιο ουσιώδες μέρος της ποιητικής ταυτότητας. 

«Η γλώσσα ορίζει την πρόσβαση στην πραγματικότητα και μπορεί έτσι να προτείνει νέες πραγματικότητες» διατυπώνει ο Τσέλαν στον λόγο του Μεσημβρινός και έτσι «αναπτύσσεται η δημιουργική της δύναμη να κάνει έναν πιο πλήρη και ουσιαστικό κόσμο». 

«Ό,τι μας συνέβη ήταν τόσο αδιανόητο, τόσο εφιαλτικό, ώστε στο σοκ που βιώσαμε κατακερματίστηκε η ποιητική έκφραση, η φόρμα» γράφει η Αουσλέντερ. «Η ομοιοκαταληξία, οι λυρικές λέξεις, οι λέξεις “άνθη” μαράθηκαν. Τα επίθετα, το μέτρο, αμφισβητήθηκαν. Το παλιό λεξιλόγιο έπρεπε να αλλαχτεί. Τα άστρα δεν μπόρεσα να τα απομακρύνω από την μεταπολεμική μου ποίηση —έλαμπαν τώρα σε άλλους συνδυασμούς». 

Η Αουσλέντερ υλοποιεί την αλλαγή στη μορφή καταργώντας την ομοιοκαταληξία και το μέτρο αλλά δεν επιχειρεί μία διάλυση του νοήματος όπως ο Τσέλαν. Αντίθετα, προσπαθεί να ανοικοδομήσει το νόημα: «συμφιλιωμένη η γκέτο καρδιά μου / θέλει να μεταμορφωθεί / σε μια πιο φωτεινή δύναμη». Και η Νέλλη Σακς, η Γερμανοεβραία νομπελίστα δεν έχει στα ποιήματά της ούτε μία λέξη μίσους. 

Η εμπειρία του θανάτου και της απώλειας της ποιητικής έκφρασης, φαίνεται ότι απαιτεί τη γέννηση της νέας λέξης. Η Αουσλέντερ γράφει τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής της κλινήρης στο γηροκομείο Ν. Σακς στην Κολωνία τα πιο δυνατά της ποιήματα που αναφέρονται στη λέξη: «Ζητώ / βρίσκω / τη λέξη που αναπνέει» που τη βοηθάει να εκφράσει τα νοήματα με μεγάλη ακρίβεια: «μιλώ για το κίτρινο άστρο / που πάνω του πεθαίναμε κάθε στιγμή /την εποχή της αγχόνης / δεν μιλώ για ρόδα» ή αλλού: «όταν ξυπνήσεις, καίγεται η πόλη / οι νεκροί είναι άγρυπνοι / και σε περιμένουν». 

Το ίδιο εκφράζει και ο Λιθουανός ποιητής Α. Σούτογκεβερ τελειώνοντας το ποίημα Πράσινο ενυδρείο: «με το δωδέκατο χτύπημα θρύψαλα το ενυδρείο/πού είναι τα χείλη/που είναι η φωνή/και οι νεκροί/ οι νεκροί πέθαναν;» 

Ο Τσέλαν αναφέρεται στα θύματα που «σκάβουν τάφους στους αιθέρες» expressis verbis, μόνο στο ποίημα του Φούγκα του θανάτου πράγμα που του καταλογίζει η Αουσλέντερ στο ποίημά της Πάουλ Τσέλαν: «σε ερμητική σιωπή / θαμμένη / η αιμορροούσα του λέξη». Η ποιήτρια δεν δέχεται τη σιωπή του ποιητή. Οι τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος πρέπει συνέχεια να ανακαλούνται στη μνήμη για να αποφευχθεί η ενοχή της λήθης. «Μην ξεχνάς να θυμάσαι» γράφει.

Το σύνδρομο της ενοχής των Εβραίων που επέζησαν, οι νεκροί, τα θύματα, είναι παρόντες στη ζωή τους, το ό,τι οι ίδιοι ζουν το βιώνουν ως ενοχή. Στην ποίησή τους, στη γλώσσα και μάλιστα στη γλώσσα των δημίων γίνεται, πραγματοποιείται ένας αγώνας για την αποφυγή της λήθης και ίσως αδέξια ειπωμένο κυρίως από τις ποιήτριες Ν. Σακς και Ρ. Αουσλέντερ κάποια συμφιλίωση. Αυτό το συνεχώς βιωμένο τραύμα ενοχής οδήγησε τον Π. Τσέλαν το 1970 στα παγωμένα νερά του Ση-κουάνα. Ήταν μόλις πενήντα χρόνων. 

Ο συγγραφέας Peter Weiss περιγράφει αυτό το σύνδρομο ως εξής: «Πολλά χρόνια υπέφερα από φοβερές τύψεις, έπρεπε κι εγώ να ακολουθήσω το δρόμο που μου ήταν προορισμένος, ήμουν απέναντι στα εκατομμύρια θύματα, προδότης». 

Ενδεικτικοί οι στίχοι της Ρ. Αουσλέντερ: 

«νεκροί φίλοι / σε κατηγορούν/ εσύ επέζησες / τους θρηνείς / και κατόπιν γελάς / με άλλους φίλους / τα άνθη σου επάνω στους τάφους τους / δε συμφιλιώνουν / πενθείς το θάνατό τους / και γράφεις ποιήματα για τη ζωή». 

Σημειώσεις: 

1. Gunter Grass, Γράφοντας μετά το Άουσβιτς, μτφρ. Νίκη Eideneier, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2005. 

2. Ingebor Bachamann, Να λέω λόγια σκοτεινά, μτφρ. Ντάντπ Σιδέρπ-Σπεκ, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2007. 

3. Paul Celan, Μεσημβρινός, μτφρ. Γιώργος Σαγκριώτης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2006. 

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011, σελ. 117-121.

Tuesday, 20 March 2018

Ανεκτίμητες φωτογραφίες της Αμαλιάδας

Iστορικές φωτογραφίες της παλιάς Αμαλιάδας ! Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι …για δείτε πατείστε εδώ.

Wednesday, 24 January 2018

Μητριαρχία και Ορέστεια του Αισχύλου

Γιατί ο Φρίνριχ Ένγκελς, ,στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του το έτους 1884, του πασίγνωστου βιβλίου του Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, , ακριβώς λίγους μήνες μετά τον θάνατο του ακριβού του φίλου, Καρλ Μαρξ ( 14/3/1183), αναφέρει πως το έργο του αυτό αποτελεί ως ένα βαθμό «εκτέλεση διαθήκης», και ότι μεγάλος του φίλος λίγο πριν ξεκινήσει για το μεγάλο ταξίδι, είχε σκοπό να εκθέσει τα συμπεράσματα του των ερευνών της ανθρωπολογίας του Χ. Μόργκαν, στο έργο του Η αρχαία κοινωνία σε σχέση με τα αποτελέσματα της δικής του έρευνας; Τι ήταν αυτό που ενδιέφερε τόσο τον Μαρξ όσο αφορά τον τρόπο ζωής των αρχαίων κοινωνιών ;
Τι φύλου είναι η Θεογονία του Ησιόδου; Ποιος είναι κατά τον αρχαίο ποιητή ο γεννήτορας του κόσμου, και γιατί οι Ερινύες, οι γόνοι του πρώτου κοσμικού ζευγαριού , πάντα κατά τον Ησίοδο, της Γαίας με το γιο της Ουρανό ( γιατί με το γιο;) και αδερφές της Αφροδίτης, του Αγχίση και των Γιγάντων , πρώτα παιδιά θηλυκής Γεννήτρας του Κόσμου, Μητέρας,  φτάνουν το 458 π.χ στη Ορέστεια του Αισχύλου (την μοναδική διασωθείσα τριλογία) να παρουσιάζονται ως: «κοπάδι γυναίκες, στα τέσσερα σημεία απλωμένες, κοιμόνταν. Όχι γυναίκες. Γοργόνες θα ήταν. Ούτε Γοργόνες. Γοργόνες
και ακόμα χειρότερα. Τέτοιες σε ζωγραφιά τις είδα να κλέβουν του Φινέα το δείπνο. Πουλιά. Και τα άρπαζαν. Άφτερες τούτες. Και μαύρες. Στα μαύρα. Ολόκληρο σίχαμα. Ρόγχο ανέπνεαν. Ξεφυσώντας. Πληγές που κινούνταν τα μάτια τους. Στάζοντας αίμα. Και ντυμένες ανόσια. Από βωμούς κι από στέγες, θεέ μου, απόμακρα! Μίασμα είναι. Δεν την ξέρω τη γενιά τους, δεν τις ξανάδα. Ούτε ποια χώρα τις έθρεψε δίχως να πάθει».
Γιατί οι χθόνιες Ερινύες (η Αληκτώ, η Τισιφόη και η Μέγαιρα), που σημειωτέον γεννήθηκαν από αίμα προερχόμενο από ευνουχισμό της πρώτης αρσενικής δύναμης, του πρώτου πατέρα, και που παρουσιάζονται στην Ορέστεια με την μορφή κακών μαγισσών,  εντέλει σταματούν να καταδιώκουν τον μητροκτόνο Ορέστη και συναινούν με την κρίση και τη ρύθμιση της Αθηνάς της «αμήτωρ», όπως ισχυρίζεται η ίδια θεά; Είναι αλήθεια «αμήτωρ» η Αθηνά, ή πίσω από αυτό το παράξενο προσδιοριστικό κρύβεται ένα πολύ μεγάλο μυστικό, μια μυθολογική πράξη και  διαδικασία πολύ μεγάλης σημασίας, την οποία έχει φροντίσει να εξαφανίσει επιμελώς από προσώπου γης, όλος ο κατοπινός ανθρώπινος πολιτισμός, και που ίσως να αποτελεί το σημαντικότερο σημείο-κλειδί για την κατανόηση της διαχρονικής σημασίας του έργου;
Αλλά και γιατί οι Ερινύες του Ομήρου που κατοικούν στα σκοτάδια προστατεύουν  στην Οδύσσεια του Ομήρου  τους  φτωχούς. Ποιους φτωχούς, από ποιους ακριβώς πλούσιους τους προστατεύουν;
Γιατί  η Κλυταιμνήστρα φέρει ως όπλο της ( και σύμβολο εξουσίας)  τον διπλό πέλεκυ  και γιατί όταν αντιλαμβάνεται ότι ο γιος της  Ορέστης  είναι αποφασισμένος να την σκοτώσει προσπαθεί,  μάταια,  να τον προλάβει πριν αυτός την θανατώσει με το ξίφος του; Ποια είναι η σχέση του συμβολισμού του  διπλού πέλεκυ και των κεράτων του ταύρου , συμβόλου της εξουσίας του Μινωικού πολιτισμού; Τι εντέλει συμβολίζει σε όλο το κλασσικό έργο η μορφή της Κλυταιμνήστρας;
Έχουμε να κάνουμε με καθαρά πλάσματα της φαντασίας των αρχέγονων ποιητών  Ησιόδου και Ομήρου και την καλλιτεχνική  μετάπλαση τους εκ μέρους  τραγικού ποιητή ή για μια θεογονία και μύθο  στενά συνδεδεμένη με  ένα πολύ αρχέγονο παρελθόν  στο οποίο ο ρόλος των γυναικών στην ζωή των ανθρώπων  είναι πολύ διαφορετικός και οι κοινωνίες λειτουργούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο; Είναι δυνατόν να υπάρχουν θεοί για ανθρώπους που δεν τους αναγνωρίζουν και είναι δυνατόν;
Ποιος ήταν ο λόγος που ο Μαρξ σε ένα γράμμα του την άνοιξη του 1882 εκφράζεται με τις πιο έντονες εκφράσεις για την ολοκληρωτική παραποίηση της πρωτόγονης εποχής στο Bαγκνερικό κείμενο των «Νιμπελούγκεν»,  και γιατί στους «θεούς της ασέλγειας» του Βάγκνερ», που ακολουθώντας το συρμό κάνουν τις ερωτοδουλειές τους πιο πικαντικά με λιγάκι αιμομιξία ( «που ακούστηκε αδερφός να αγκαλιάζει σαν σύζυγο αδερφή;»)  απαντά ο Μαρξ «Στην πρωτόγονη εποχή η αδερφή ήταν σύζυγος και αυτό ήταν ηθικό»;  Μπορεί το έργο του μεγάλου τραγικού και η παρατήρηση να σχετίζονται ή η αποτελούν δύο άσχετα και ανεξάρτητα μεταξύ τους θέματα;
Τι σημαίνει άραγε το γεγονός ότι η λέξη «εφιάλτης» έχει την ίδια ρίζα στα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ρωσικά, τα πολωνικά, τα τσέχικα, τα ρουμάνικα, τα λιθουανικά κ.λ.π.
Γιατί όλο το έργο του σημαντικού Ιρλανδού καλλιτέχνη Φράνσις Μπέικον κατατρύχεται από τα θέματα που απασχολούν την Ορέστεια, την βία, την καταστροφή, την αυτοκαταστροφή τα αδιέξοδα και τους εγκλωβισμούς  που  ζωντανεύουν απαράμιλλα στο έργο του μεγάλου τραγικού της αρχαιότητας,  ένα έργο που από πολλούς χαρακτηρίστηκε το ορόσημο της αρχής του τέλους της τραγικότητας καθεαυτής;
Μήπως  το γλωσσικό ιδίωμα στο οποίο είναι γραμμένο το βιβλίο του ανθρώπινου κόσμου και της πραγματικότητας  είναι  αυτό  της δικής μας καθημερινής συνείδησης, ο κόσμος αποκαλύπτεται σε μας σήμερα πλουσιοπάροχα,  και επομένως οι εκφράσεις τέχνης και σκέψης άλλων εποχών είναι μη-αυθεντικές , ανούσιες και δίχως νόημα και άρα οποιαδήποτε προσπάθεια να αφουγκραστούμε την ηχώ τους είναι  ανάξια λόγου;  Και τότε η τέχνη και η φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο από μια πολυτέλεια που μπορεί ανάλογα με τις προτεραιότητες και τις ανάγκες να λογαριαστεί (μέσω ποσοτικού υπολογισμού) και φυσικά να απορριφθεί.

Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα προέκυψαν από την θεματολογία που επιλέξαμε να ξεκινήσουμε την νέα χρονιά στο «Σπουδαστήριο», με τον τίτλο «Μητριαρχία- η γυναίκα στο προσκήνιο», «Η Ορέστεια του Αισχύλου»,«Πατριαρχία-Η κοσμοϊστορική ήττα των γυναικών». Η υψηλή και διαχρονική τέχνη, η φιλοσοφική σκέψη, η ιστορία , ο ψυχισμός και η καθημερινή ζωή της αρχαιότητας και με μεταλλαγμένη μορφή των ημερών μας,  συναντούνται καίρια σε αυτήν την προβληματική. Eυκαιρία να συζητήσουμε για πολύ μεγάλα και θεμελιώδη ζητήματα.  Έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι δεν είμαστε σε θέση να απαντήσουμε σε όλα αυτά με τελεσίδικο τρόπο. Άλλωστε δεν είναι αυτό το ζητούμενο, και ως στόχος μπορεί να υπάρχει μόνο με μορφή χίμαιρας.  Όμως τολμάμε και τα ανοίγουμε, θέλουμε κάτι να αγγίξουμε. Διότι ο χρόνος και ο χώρος είναι τρισδιάστατοι. Και πρόκειται για  ένα χωροχρόνο με ρωγμές και απροσδόκητες διακλαδώσεις αλλά επίσης και με συγκλονιστικές συνέχειες και εξαρτήσεις. 

Saturday, 16 December 2017

Η φύση… ο πολιτισμός, Β' Μέρος ( συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος)

Η φύση… ο πολιτισμός, το διήγημα για το οποίο κάνει λόγο στους λίβελούς του ο Γιώργης Ζάρκος, είναι από τα πρώτα του και πρωτοδημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία, τεύχος 78, Μάρτιος 1930, σελ. 314-325. Κατόπιν ο συγγραφέας το συμπεριέλαβε- ελαφρά τροποποιημένο-στον ίδιο τόμο με το μυθιστόρημα Η τρέλα σε όλα τα στάδια, 1932. Η τρίτη δημοσίευση έγινε στη συλλογή διηγημάτων Γιατί άλλαξα ιδέες και άλλα διηγήματα, εκδ. Κάλβος, 1981. Αυτή η τρίτη δημοσίευση αποτελεί και την δική μας πηγή. 



Η φύση… ο πολιτισμός, Β' Μέρος ( συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος)




O καφετζής που ήταν και αυτός με αυτούς που είχαν κυκλώσει το τραμ, σαν ελευθερώθηκε το σκυλί, πριν προφτάσει να τρυπώσει πάλι, άρπαξε από τα χέρια του αστυφύλακα το μπαστούνι και με το γυριστό του μέρος, σβέλτα, το τράβηξε έξω. Το τραμ έφυγε και το αυτοκίνητα αρχίσανε να κοιλάνε. Το σκυλί γλίτωσε το θάνατο για να μαρτυρήσει στη ζωή. Ο αστυφύλακας πήρε νερό από το καφενείο και έπλυνε το μπαστούνι, και τόδωσε στον κύριο με ένα ευχαριστώ ευγενικό. Οι πολίτες, άλλοι κοιτούσανε το σκυλί, και άλλοι τις ματωμένες γραμμές, στο μέρος που του έκοψε τα πόδια.

«-Σα να έκοψε άνθρωπο» είπε κάποιος.
«- Ζωντανό δεν είναι κι αυτό;» είπε άλλος.
«-Και αυτό ψυχή έχει» είπε τρίτος

Η ώρα περνούσε. Οι μεγάλοι φεύγανε γιατί θυμηθήκανε τις δουλειές τους και δεν είχανε καιρό να τον χάσουνε· μείνανε τα παιδιά που δεν σκοτίζονται για τον καιρό που φεύγει στα χαμένα. Όποιος περνούσε έριχνε μία ματιά και έφευγε. Όποιο παιδί, όμως, περνούσε, μένα να δει τι θα απογίνει «το καϋμένο το σκυλάκι».

Κοιτούσαν το σκυλί τα παιδιά με μάτια που δείχνανε φόβο και παρακάλι. Το στόμα του ήτανε γιομάτο λάσπη καμωμένη με το αίμα του. Είχε πάψει να σκούζει και δάγκωνε τα λιωμένα, λασπωμένα με χώματα, πόδια του που τον πονούσανε. Το κοιτάζανε όλα τα παιδιά με βουρκωμένα τα μάτια, και είχανε γύρει θλιμμένα τα κεφάλια τους.

Ο αστυφύλακας, από καλή του καρδιά, του έδωσε να φάει το πνευμόνι για να μην πάει και χαμένο. Όταν είχε πάει να βρει τον αρχιφύλακα, στην επιστροφή περνώντας από το χασάπη το είχε πάρει για να ξεγελάσει μ’ αυτό το σκυλί και να το βγάλει από κάτω που ήτανε τρυπωμένο. Όσοι τον είδανε να του δίνει πλεμόνι να φάει στο χάλι που ήτανε με όλη τους τη θλίψη σκάσανε στα γέλια με την κουταμάρα του.

Ο αρχιφύλακας με τους δυο του αστυφύλακες τραβηχτήκανε στην πάντα και κάνανε συμβούλιο. Πήρανε την τελική απόφαση, αφού πρώτα προτείνανε πολλές λύσεις και οι τρεις και ο ένας έφυγε για να φέρει το κάρο της δημαρχίας.

Το καναρίνι τέλειωσε το λούσιμο και είχε αρχίσει να χτενίζει με τη μύτη του τα φτερά του. Η γυναίκα του μάγερα χτενιζόταν και αυτή στο μπαλκόνι της, στον ήλιο «σαν καναρίνι» και, κάθε φορά που τραβούσε το χτένι, το κοίταζε με προσοχή…

Το κάρο της δημιουργίας ήρθε σε λίγο.
«-Πως θα το ρίξουμε μέσα;» ρώτησε ο σκουπιδιάρης με ύφος που έφερνε αμέσως τον κατακλυσμό. Δεν γινόταν τίποτα. Ήτανε αδύνατο για το σκουπιδιάρη ζωντανό να ριχτεί στο κάρο του που μόνον ψόφια και σάπια είχε συνηθίσει να ρίχνει.
«-Με το φτυάρι», του είπε ο αρχιφύλακας.
«- Ζωντανό πράγμα, στέκεται πάνου στο φτυάρι; Δεν το λυπόσαστε το φουκαριάρικο; να του δώσω μία το φτυάρι να το τελειώσω;»

Ο αρχιφύλακας θύμωσε. Δεν κάλεσε το σκουπιδιάρη για να δώσει συμβουλές. Είχανε κάνει και οι τρεις πριν συμβούλιο και είχανε πάρει απόφαση. Δεν επιτρεπότανε μπροστά στον κόσμο να φανούνε βάρβαροι. Αν ήσαντε σε απόκεντρο μέρος, που δεν θα τους έβλεπε κανείς ξέρανε τι θα κάνανε. Δεν ήτανε ανάγκη να τους το πει ο βρωμοσκουπιδιάρης. Τους λωποδύτες που πιάνουνε στο δρόμο τους πάνε στο κρατητήριο και κει, μακριά από τα μάτια του κόσμου του κόσμου, τους μαυρίζουνε τις φτέρνες στο ξύλο για να μαρτυρήσουν. Μπροστά στον κόσμο τους φέρνονται με ευγένεια. Έτσι πρέπει να φαίνεται -ευγενικό σώμα- η αστυνομία των πόλεων στα μάτια του κόσμου. Προσβλήθηκε και ξεροκοκκίνισε από τις αγύρεφτες συμβουλές του σκουπιδιάρη ο αρχιφύλακας και με τα λόγια που μπερδευόσαντε στο στόμα του από το θυμό διέταξε:
«- Αυτό που σου λέω ΕΓΩ. Δεν σε φέραμε να μας δώσεις γνώμες· κάμε σύντομα ότι σου λέου».
«- Καλά», είπε ο σκουπιδιάρης, μακραίνοντας το «α», δίνοντας ειρωνικό τόνο στη φωνή του.
Έπιασε το φτυάρι ανόρεχτα και προσπαθούσε να φτυαρίσει το ζωντανό σκυλί δίνοντας μια κωμική σοβαρότητα στην έκφραση του προσώπου του και στις κινήσεις του, όπως κάνουνε συνήθως οι άνθρωποι του λαού, που δεν σέβονται τους εξαιρετικούς, όταν θέλουνε να περιγελάσουν τους εκλεκτούς, τους επισήμους

Μόλις ακουμπούσε το φτυάρι, το σκυλί σπαρταρούσε. Το φτυάριζε σε γρήγορα και έκανε να το σηκώσει. Το σήκωνε λίγο, μα αυτό χόρευε και ξέφευγε. Έμπηξε πάλι τα σκουξίματα και ξαναμαζεύτηκε κόσμος. Ο αρχιφύλακας κιτρίνισε από το κακό του, γιατί έβλεπε πως τον περιγελούσε με το ύψος του ο σκουπιδιάρης, για την κουτή διαταγή που του είχε δώσει και νόμιζε πως το έκανε επίτηδες και δεν έριχνε το σκυλί στο σκουπιδόκαρό του, μα η αλήθεια είναι ότι ήτανε αδύνατο και δεν θα μπορούσε να το ρίξει μ’ αυτόν τον τρόπο όσο σοβαρά κι αν καταπιανότανε με αυτήν τη δουλειά. Έτρεμε από το κακό του ο αρχιφύλακας και αν δεν ήτανε ο κόσμος, θα έβγανε το κλομπ να του έσπαζε το κεφάλι.



Ο καφετζής παραμέρισε τον κόσμο- που είχε ξαναμαζευτεί με αυτή τη δεύτερη και τραγικότερη σκηνή από την πρώτη - και μπήκε στη μέση. «-Στάσου, βρε αδερφέ», είπε του σκουπιδιάρη και έσκυψε να πιάσει το σκυλί από το σβέρκο. Κείνο γύριζε το κεφάλι του, άνοιγε το στόμα, ανασηκώνεται τα χείλια του και έδειχνε τα δόντια του γκρινιάρικα: πολεμούσε να τον δαγκάσει.


«-Σε διατάζω να μην το πιάσεις, κύριε γιατί φέρω ΕΓΩ ευθύνη για ο,τιδήποτε συμβεί», είπε αυστηρά ο κύριος αρχιφύλακας.

Χωρίς να του δώσει σημασία ο καφετζής σε μία στιγμή το έπιασε άξαφνα από το πετσί του σβέρκου και το πέταξε σπαρταριστό, και σκούζοντας, στο κάρο.

Ο σκουπιδιάρης καβάλησε, κούνησε τα γκέμια του αλόγου, και, σαν ξεκίνησε το κάρο, είπε του σκυλιού για να τα ακούσουνε οι άνθρωποι και πιο πολύ ο αρχιφύλακας που κάνει πως όλα τα ξέρει, που κάνει τον σπουδαίον και δεν καταδέχεται να πάρει από τους κατώτερους του γνώμη:

«-Φουκαργιάρικο, όλοι τους φαίνεται πως σε λυπούνται, και κανένας χριστιανός δε βρέθηκε να σε λυπηθεί αληθινά…γιατί όλοι λυπόσαντε τον εαυτό τους και σκεφτόσαντε πως θα πονάγανε αν τους είχε το τραμ τα δικά του πόδια να λιώσει. Σαν βγούμε πιο όξω, με την κόψη του φτιαριού θα σε κανονίσω. Μια να σου δώσω σου φτάνει για να ησυχάσεις».

Ο ένας αστυφύλακας με το χέρι στην τσέπη (εκείνη που έχει το κλομπ, βαστώντας το, έτοιμο στο χέρι, από συνήθεια που την έχει όταν πλησιάζει ανθρώπους συγκεντρωμένους, με σκοπό να τους διαλύσει με κάθε τρόπο) πήγε κοντά στους μαζεμένους ανθρώπους και τους είπε ευγενικά:

«-Σας παρακαλώ, κύριοι διαλυθείτε».


Το καναρίνι φούσκωνε το λαρύγγι του και ανέβαζε μια φούσκα αέρα στο λαιμό του ίσα με ένα ρεβύθι. Έβγανε μια γλυκεία, στρογγυλή, χαρούμενη και μαζί πένθιμη φωνή: χαιρότανε για την ομορφιά της ημέρας και θλιβότανε γιατί ήτανε σκλαβωμένο μέσα στο κλουβί.

Η γυναίκα του μάγερα έκαμε την τουαλέτα της και βγήκε για να κάμει τον πρωινό της περίπατο. Δουλειά στην κουζίνα του σπιτιού δεν είχε, γιατί τα φαγιά του σπιτιού ετοιμάζονται από τον άνδρα της στην κουζίνα του μαγεριού μαζί με τα φαγιά των πελατών.

Πέρασε από κείνο το μέρος, μπροστά στα αίματα, έκαμε ένα μορφασμό αηδίας-κείνο που για τους άλλους ήτανε τραγικό και τους συγκινούσε γ’ αυτήν ήτανε σιχαμερό- και τράβηξε για το «άλσος». Συνηθισμένη από τα κρέατα τα αίματα… από τα κοτόπουλα που σφάζει ο άνδρας της και βλέπει ή σφάζει και αυτή κάθε μέρα για το μαγέρικο…δεν μπορούσε ποτέ να την συγκινήσει το αίμα και μάλιστα αίμα σκυλιού· γι’ αυτό, φυσικά, της έφερε αηδία.

Στο άλσος που πήγε και κάθησε σε ένα παγκάκι, που είχε μπόλικο φάρδος-κάθησε στη μέση και το σανίδι λύγιζε λίγο- κάθισε αναπαυτικά γιατί έστρωσε όλος ο πισινός της και δεν κρεμότανε κρέατα, όπως στο κάθισμα, από τόνα μέρος κι από το άλλο, κι άρχισε με το ραχάτι της ακουμπώντας τα χέρια της στην πρησμένη κοιλιά της να πλέκει το καινούργιο της τσαντάκι.

Ευτυχισμένη γυναίκα γιατί ξέρει να ζει ευχάριστα…

Τι να τις κάμει τις μεγάλες χαρές· αυτές μονάχα κείνοι που ζούνε με θλίψεις και αγωνίες τις νιώθουν για μια στιγμή και πάλι πέφτουν στην αγωνία… εξαιτίας της ανησυχίας τους.



Υ.Γ Ειρήσθω εν παρόδω, θα επιθυμούσαμε να θέσουμε  προς τους "πνευματικούς και πολιτιστικούς ταγούς της πόλης" ένα ερώτημα: Σε ποιο μέρος της πόλης μπορεί να αναζητήσει και να βρει κάποιος το σημαντικό συνολικό έργο του Αμαλιαδίτη Γιώργη Ζάρκου; Που μπορούν να το βρουν τα παιδιά μας και να γνωριστούν με αυτό ( φυσικά και με το έργο και άλλων συμπολιτών μας); Συστηματικά, οργανωμένα, απροκατάλυπτα, με γνώση και πολιτισμό.   Μήπως μία φράση που κάποτε ακούστηκε σε μια συγκέντρωση νεολαίας σε μια άκρη του κόσμου "μείνε στην γνωστή αλήθεια" δεν ερμηνεύεται σωστά αν της αποδοθεί το νόημα να παγιδευτεί κάποιος στα δίχτυα της υποθετικής αλήθειας και αντίθετα μπορεί να σημαίνει και μια επανάσταση ενάντια στην οστεοποιημένης αλήθειας και  τις οστεοποιημένες συνθήκες, μια απαίτηση για αξιοπρεπή ζωή, μία αντίσταση στην ακινησία, ένα ξαναγέννημα, άλλη μια προσπάθεια να δραπετεύσει και να ξεφύγει κανείς από την κλειστότητα στιν ανοιχτό κόσμο; Γιατί αν προς  κάτι δείχνουν οι παλιότεροι είναι ότι ο πολιτισμός θέλει δημιουργούς και οχι μεταπράτες, θέλει την ουσία και όχι το θέαμα, την μονομέρεια, τις μάσκες την αυτοικανοποίηση και  το ανούσιο. Διότι χωρίς φαντασία και ευαισθησία μπορείς να παράγεις συνεχώς αλλά να μην δημιουργείς απολύτως τίποτα, για τίποτα και για κανέναν.

«Να λέει κανείς εμείς και να εννοεί εγώ είναι από τις πιο εξεζητημένες προσβολές» , Theodor Adorno