wi

Η επιστήμη αυτοκτονεί όποτε υιοθετεί ένα δόγμα.

Thomas Huxley, 1825-1895, Βρετανός βιολόγος.

Το ανθρώπινο πόδι… ένα θαύμα της Μηχανικής.

Λεονάρντο Ντα Βίντσι, 1452-1519, Ιταλός σοφός.

Ο σκοπός της τέχνης είναι να δώσει στη ζωή σχήμα.

Γουίλιαμ Σαίξπηρ, 1564-1616, Άγγλος δραματουργός.

Pages

Thursday, 30 November 2017

«Σπουδαστήριο Αμαλιάδας»- Αναξίμανδρος και το άπειρο «Άπειρον»

Το φιλοσοφείν αναμφισβήτητα είναι παρά πολλά πράγματα. Ένα από τα πιο μεγάλα του χαρίσματα θεωρούμε όμως πως είναι η ιδιαίτερη σχέση με τον χρόνο που καλλιεργεί. Μία σχέση η οποία φέρνει ως αποτέλεσμα των εκμηδενισμό των τοίχων της φυλακής που θα ήθελε να κάνει τους ανθρώπους να μοιάζουνε στα πράγματα και ακόμη περισσότερο  στην συγκεκριμένη κοινωνία στην οποία ανήκουν. Διότι η φιλοσοφία δίνει την δυνατότητα να έρθουμε σε επαφή και να καταπιαστούμε με προβληματικές και κείμενα έξω από την «επικαιρότητα», να συντονίζουμε τη μνήμη μας και την σκέψη μας με την μνήμη της ανθρωπότητας και έτσι να ευρύνουμε και να επιμηκύνουμε τη ζωή μας. Στον άπειρο  χωροχρόνο της ανθρωπότητας.
Δεν είναι και λίγο πράμα μέσα στον ζόφο της καθημερινότητας να συνομιλούμε με μεγάλους ανθρώπους που προηγήθηκαν , να γνωρίζουμε πιο κριτικά τη ζωή τους και τη σκέψη τους,  να αναπτύσσουμε και να καλλιεργούμε, πέρα από ηλικίες, μια προσωπική σχέση με τις προηγούμενες γενιές να αισθανόμαστε ζωντανά την παρουσία τους και την ευφυΐα τους.
Εμείς στο «Σπουδαστήριο», αυτό το ιδιότυπο σχολείο αυτομόρφωσης ενηλίκων στην Αμαλιάδα, επιλέξαμε τις προάλλες,  και για τρεις συνεχόμενες συναντήσεις μας, να συνομιλήσουμε με τον μεγάλο αρχαϊκό , Ίωνα,  στοχαστή από  Μίλητο ,  Αναξίμανδρο, στα πλαίσια του κύκλου των συναντήσεων που τρέχει  για το έτος 2017-2018,  με τον τίτλο «Φιλοσοφικές και Αισθητικές Περιπλανήσεις».  
Η αναμέτρηση με την σκέψη του Αναξίμανδρου είναι στοχασμός και συνομιλία με την απειρότητα. Πως  όμως είναι δυνατόν το άπειρο να γίνει πιο οικείο, λιγότερο τρομακτικό και αβυσσαλέο, ένα άπειρο που παρ' όλη τη χαώδη του διάσταση να αναδεικνύει μια περατότητα , όχι καθαρή και θανατερή, μία περατότητα όχι ως αέναη διαδοχή του ιδίου και συρρίκνωση της ανθρώπινης ύπαρξης, μια περατότητα στην οποία ο άνθρωπος είναι ανακατωμένος με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και έχει εξομοιωθεί  με τα αντικείμενα, σε μια ζωή απείρως θνητών πραγμάτων με σίγουρη και αδιάφορη ημερομηνία  λήξης, μια δηλαδή βουβή, σαφή , αμιγή, παγερή, αδιάφορη, μηδαμινή και αμελητέα  περατότητα, αλλά αντιθέτως μια περατότητα αναμεμειγμένη «ψυχή τε και σώματι»  με το μεγάλο και «αΐδιο αντίθετό» της, την απειρότητα, σε ένα αέναο, γοητευτικό και μοιραίο  παιγνίδι όχι στον άλλο κόσμο αλλά στο παρόν;  Πόση σχέση έχουν αυτά και με το ερώτημα «της σημασίας του να έχει κάποιος να ζει», να ζει  όχι  δέσμιος και αιχμάλωτος της επικαιρότητας, των κανόνων που υπαγορεύονται από εξωτερικά πλαίσια και εφαρμόζονται υποσυνείδητα αν δεν ξέρει να παίρνει απόσταση, αλλά να ζει  αρνητικά ως προς τα πλαίσια και καταφατικά ως προς τη ζωή;
Ο Αναξίμανδρος δεν είναι μόνο φυσιολόγος όπως έλεγε ο Αριστοτέλης , δεν είναι μόνο ο πρώτος επιστήμονας, όπως πολύ συχνά αναφέρει η δική μας, σύγχρονη προβολή για αυτόν,  αλλά είναι ο πρώτος μεγάλος φιλόσοφος, ο πρώτος αληθινά τραγικός,  που εισάγει μία απείρως βαριά φιλοσοφική έννοια, έναν φιλοσοφικό ογκόλιθο, το Άπειρο,  και μέσα από αυτή μας καλεί να σκεφτούμε ανοιχτά, να σκεφτούμε  την αρνητικότητα, να σκεφτούμε  τα όρια, να σκεφτούμε στα όρια, ξεκινώντας από το ανέλπιδο να προσεγγίσουμε την ελπίδα, να σκεφτούμε τη ζωή και το θάνατο από την πλευρά της ζωής. Διότι το ανέλπιδο και η ελπίδα βρίσκονται σε σχέση γένεσης και καταστροφής και όλα αυτά  κατά τον Αναξίμανδρο γίνονται «κατὰ τὸ χρεών»  και κατά «κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν»,  εις την «ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον».
Το άπειρον σημαίνει άρνηση του κοινότυπου πεπερασμένου, σημαίνει να παίρνουμε αποστάσεις από όλα εκείνα που μας επιβάλλουν ή επιβάλλονται και μας κάνουν να μην είμαστε εμείς , σημαίνει να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε τις ανεπανόρθωτες ζημιές και απώλειες που συντελούνται, σημαίνει να αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά του θανάτου ως καταστροφή και εκμηδενισμό, από τον θάνατο ως προϋπόθεση της ζωής και αφετηρία αναζωογόνηση της, να αισθανόμαστε όλα  αυτά που χάνονται όταν οι άνθρωποι  δεν μιλούν, δεν επικοινωνούν, δεν γιορτάζουν. Διότι όπως έλεγε κάπου  ο Λακάν, και από μια άλλη σκοπιά,  «η επιθυμία μιμείται την άβυσσο του απείρου».
Όσο για εμάς, εκεί στο «Σπουδαστήριο», φαίνεται ότι ενδόμυχα  αναζητούμε αυτήν την ζωογόνο ανάσα που ελλοχεύει σε αυτήν την ιδιότυπη αλλά και τόσο φυσική «αγία τριάδα» (συνομιλία, επικοινωνία, εορτή), αυτό που αξίζει να αποκαλείται «σκέψη», με την ευρεία έννοια. Αν και είμαστε ακόμη λίγοι, πιστεύουμε ότι «αγαθότητα» είναι με το μέρος μας. Εσείς οι άλλοι,  για την ώρα , απλώς, χάνετε…


Ένα απόσπασμα της παρουσίασης για τον Αναξίμανδρο μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ όπου και  περιλαμβάνεται το μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα του αρχαϊκού στοχαστή που έχουμε στην διάθεσή μας: 

"λέγει δ' αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον,ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους·  ἐξ ὧν δὲγένεσίς ἐστι τοῖς οὖσικαὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν..."


Σιμπλίκιος, εις Φυσ. 24, 13 DK 12 a 9








Monday, 27 November 2017

Γιώργης Ζάρκος- Η φύση...ο πολιτισμός, Α' μέρος

Η φύση...ο πολιτισμός

Τρία ημερόνυχτα έκανε κακοκαιριές. Ο ουρανός ήταν γεμάτος μαύρα φορτωμένα σύννεφα, σαν σφουγγάρια μουσκεμένα. Πέφτανε χοντρές στάλες σαν από βρεγμένο σφουγγάρι, ή άξαφνα έπιασε μπόρα σαν κάποιο χέρι να το ‘στιβε.
Οι χοροδιδάσκαλοι κι οι σωφέρ χαιρόσαντε, γιατί κάνανε χρυσές δουλειές· οι αμαξάδες βλαστημούσανε, γιατί  με τη βροχή γλιστράνε τα άλογα στην άσφαλτο ή κολλάνε τα’ αμάξια στους δρόμους που ‘χουνε κούπες με λάσπη· οι ήσαντε και αυτοί από τους χολιασμένους…Ε, λίγο πολύ, όλ' οι άνθρωποι,  όλοι θέλουν ε τη βροχή και άλλοι δεν τη θέλουνε.
Την τρίτη μέρα οι βραδινές εφημερίδες γράφουνε το δελτίο του Αστεροσκοπείου: “Πιθανός καιρός αύριο: κυκλώνες και αντικυκλώνες άστατος με βροχές…».
Το «πιθανός» όμως  είναι σαν του  φυστικά το «ζυγά ή μονά», που  παίζει με δικαιώματα και χάνει, καμιά φορά,  όλα τα φιστίκια  μαζί με το καλάθι.  Έτσι την έπαθε και το Αστεροσκοπείο· γιατί την τετάρτη μέρα ήτανε χαρά Θεού: ξάστερος o ουρανός από το πρωί, έμοιαζε με ένα μεγάλο γαλάζιο μπαλκόνι που κλείνει μέσα του όλο τον κόσμο.
 Ο καφετζής , μόλις εψήλωσε  καλά ο ήλιος,  έβγαλε το κλουβί με το καναρίνι και το κρέμασε σε ένα καρφί,   που το ’χε επίτηδες καρφώσει στο τηλεγραφόξυλο, στη γωνία του πεζοδρομίου.
Στη μέση του κλουβιού,  είχε ένα φλιτζάνι του τσαγιού γεμάτο νερό. Το καναρίνι μόλις χτύπησεν ο ήλιος, αρχίνησε να πηδάει από το ‘να ξυλάκι στο άλλο, αφήνοντας να ξεφεύγουνε από το στόμα του μονόφθογγες γλυκές κλάψες. Πήδησε κάμποση ώρα, για να ξεμουδιάσει και, μετά, με ένα πήδημα κατέβηκε και έκατσε στα χείλια του φλιτζανιού. Έσκυψε και έχωσε τη μύτη του στο νερό: την κουνούσε τιναχτά και πετιότανε το νερό. Κουνούσε την ουρά του και τις φτερούγες του και ανασηκώνε ούλα τα πούπουλα  του κορμιού του, για να βραχούνε με το νερό που πετιότανε: έκανε το πρωινό του λουτρό.
Δύο σκυλάκια-το ένα σερνικό και τα’ άλλο θηλυκό, το θηλυκό κατσαρό κανελί χρώμα και το σερνικό  με κοντές τρίχες στρωτές, σαν του αλόγου, μαύρες, με μπαλώματα άσπρα- κυνηγιόσαντε  στην πλατεία, απέναντι στην κολώνα που ήταν κρεμασμένο το καναρίνι. Ήσαντε  και τα δύο χαρούμενα, μεθυσμένα ,τρέλα από τη χαρά. Αγκαλιάζόσαντε σαν παιδάκια· δάγκωνε το ένα το άλλο, σαν να φιλιόσαντε· ξέφευγε το ένα,  και το άλλο το κυνηγούσε·  με το δρόμο που έπαιρνε,   έπεφτε πάνω του όταν το ‘φτανε, το αγκάλιαζε,  γιμόσαντε ένα κουβάρι, και περνάνε τέσερες-πέντε  τούμπες για να κοπεί η φόρα τους.
Στα καφενεία εκείνου που είχε το καναρίνι και του αλλουνού που το είχε απέναντι, δίπλα στο μαγέρικο,  καθόσαντε φοιτητές, μεσίτες, συνταξιούχοι αμαξάδες που δεν είχανε αγώγι,  και άλλοι χασομέρηδες άεργοι και άνεργοι,  χωρίς ορισμένο επάγγελμα, και ρουφάγανε τον πρωινό τους καφέ. Ο καπνός από τα στόματα έβγαινε σαν ατμός από ανοιχτά ρουμπινέτα καζανιού με δρόμο,  και,  μόλις κοβόταν ο δρόμος του από το ξεφύσημα,  γινότανε τουλούμπες σαν ξασμένα μαλλιά πρόβεια. Από τις κάφτρες  όταν δεν τραβούσανε ανεβαίνανε - δύο κλωστές- και γινόσαντε στεφάνια, που μοιάζανε με φανταστικά μανιτάρια. Άσπρος διάφανος καθώς είναι ο καπνός, τον χτυπούσε και ο ήλιος και έπαιρνε το μουντό χρώμα του ασημιού που οι χρυσοχόοι το λένε «μάτι». Αραίωνε ύστερα  ο καπνός και έπαιρνε χίλια δυο σχήματα· ψιλός σαν αράχνη…και έσβηνε για να βγει άλλος από τα στόματα και από τις καύτρες, για να σβήσει και αυτός και έτσι να γίνεται τέλεια και συντομότερη η επιστροφή του χορταριού στη φύση: η στάχτη στη γη και ο καπνός στον αέρα που θα τον ξαναπάρει η βλάστηση. Οι  σχολαστικοί και οι οικονομολόγοι,  βλέποντας τον καπνό να σβήνει λένε:  « να πως χάνεται το χρήμα». Η φύση όμως δεν καταλαβαίνει από τέτοιες θεωρίες. Θέλει να καεί, να σαπίσει, να φαγωθεί…το παλιό χορτάρι· θέλει  τη στάχτη και την κάπνα, τις σαπίλες  και τις κοπριές, για να φτιάξει καινούργιο το καπνό, που θα τον κάμουνε οι άνθρωποι τσιγάρα, μήλα που θα τα φάνε, κρίνα, παπαρούνες και βατόμουρα για τους αλήτες…
Το καναρίνι δεν ευχαριστιότανε να στέκεται στα χείλια του φλυτζανιού, και πήδησε μέσα. Κουνούσε το κεφάλι, τις φτερούγιες και την ουρά του· ανασήκωνε και τα μικρά πούπουλα και έμοιαζε με παπάκι που βουτάει.
 Στο μπαλκόνι, πάνω από το μαγέρικο, η χοντρή γυναίκα του μάγερα, με γυρισμένη την πλάτη κατά τον ήλιο, καθότανε σε μία καρέκλα· από το ένα μέρος και από το άλλο κρεμόσαντε οι  σάρκες του πισινού της που δεν χωρούσανε στο κάθισμα και στα ξέπλεκα μαλλιά της τράβαγε ένα χτένι...το κοίταζε…και σκότωνε αράδα χωρίς οίκτο «τα μικρόβια» που έβγανε.
Τα σκυλάκια που δεν χορταίνανε παιχνίδια , ξαφνιαστήκανε από ένα αυτοκίνητο, που πέρασε από κοντά τους,  και φύγανε τρομαγμένα κάτω μέρος της πλατείας που περνάει το τραμ. Εκείνη τη στιγμή ανέβαινε να τραμ  τον ανήφορο…τα σάστισε…το ένα πρόλαβε και προσπέρασε και έγινε άφαντο. Μερδικό σ τις χαρές έπαιρνε με το άλλο μονάχα. Στο δυστύχημα  και στις λύπες  το εγκατέλειψε. Το θηλυκό το πήρανε αποκάτου οι ρόδες. Σταμάτησε το τράμ δυο μέτρα μετά, στη στάση του.
Το σκυλί έμεινε, κοντά στις πισινές ρόδες, με τα μπροστινά πόδια λιωμένα· σπαρταρούσε από τους πόνους και έσκουζε δυνατά.
Οι επιβάτες που κατεβήκανε ακούσανε τα σκουξήματα και σκύψανε να δούνε.
Ένας έλεγε: «-Το καυμένο»·  άλλος ρωτούσε:  «Ποιανού είναι;»· τρίτος: «- Μα πως το έκοψε;»… και άλλοι ζητάγανε πληροφορίες για το καϋμένο,  το δυστυχισμένο»… γιατί το λυπόσαντε.
Πολλοί από το καφενείο σηκωθήκανε και πήγανε στο τραμ για να δούνε.
Άλλοι  που περνούσανε από μακριά και είδανε τον κόσμο μαζεμένον,   τρέξανε να δούνε ποιον έκοψε. Ο σκοπός αρχιφύλακας που είδε κόσμο μαζεμένον,  πήγε και αυτός να δει τι τρέχει.
Το σκυλί είχε πάψει να σκούζει και δάγκωνε τα λιωμένα του πόδια. Ο αστυφύλακας του φώναξε «όξω, όξω»-  για να βγει από τις γραμμές -μα αυτό δεν το κουνούσε· έβλεπε τον κόσμο γύρω του και φοβόταν μη βγει και πάθει χειρότερο από ό,τι είχε πάθει . Κάτου  από το τραμ κρυμμένο, του φαινότανε πως ήτανε ασφαλισμένο, παρά αν έβγαινε. Ο αστυφύλακας βρέθηκε σε δύσκολη θέση, γιατί δεν ήξερε πώς να διαλύσει τον κόσμο· πήρε  έναν αστυφύλακα ακόμα, και ήρθανε και οι τρεις το τραμ, με το σκυλί από κάτου, ζωσμένο με κόσμο, που ήταν αιτία να σταματήσει η κίνηση του δρόμου- γιατί το τραμ και τα αυτοκίνητα που πηγαίναμε και ερχόσαντε, είχανε σταθεί το ένα πίσω από το άλλο,  και κάνανε μακριές ουρές. Ένας πολίτης έδωκε  το μπαστούνι του στον έναν αρχιφύλακα που τον παρεκάλεσε να του το δώσει· έσκυψε και κεντούσε το σκυλί, να το αναγκάσει να βγει από το άλλο μέρος. Το σκυλί που δεν είχε πόδια για να κουνηθεί- μα και να είχε θα φοβότανε να βγει με τόσο κόσμο που ήταν τριγύρω- δάγκωνε το μπαστούνι και γκρινιάρικα έσκουζε. Παιδεύτηκε κάμποση ώρα, παίδεψε και το σκυλί, και στο τέλος, αφού είδανε και απόειδαν-η ουρά που κάνανε τα αυτοκίνητα μεγάλωνε και ο περίεργος κόσμος πολύστεβε- διάταξε ο αρχιφύλακας τον οδηγό να βάλει μπρος. Εκείνος έβαλε την «εγκοπή» και τσούλησε, αργά, λιγάκι το τραμ. Το σκυλί φοβήθηκε και σαλτάρισε…πιάστηκε στο πισινό του πόδι που έμενε ακόμα γερό στην πισινή ρόδα: έμπηξε πάλι τα σκουξίματα στοιχήματα και χτυπιότανε πάνου στη ρόδα, σαν λαγός πιασμένος σε δόκανο σιδερένιο.
«-Μη! Μη, το καημένο είναι κρίμα» φωνάζανε όλοι.
Ο αρχιφύλακας διέταξε τον οδηγό να σταματήσει. Το σκυλί έσκουζε. Ο αρχιφύλακας τότε διέταξε τον οδηγό να κάνει λίγο πίσω… Ελευθερώθηκε το σκυλί μου μα  ήταν λιωμένο και το τρίτο του πόδι…


Τέλος Α’ μέρους

Βιογραφικά στοιχεία Γιώργη Ζάρκου

Γεννήθηκε στην Αμαλιάδα (1902) και πέθανε στην Αθήνα (7 Απριλίου 1967) και είχε άλλα 5 αδέρφια.  Πήρε το απολυτήριο γυμνασίου από την Αμαλιάδα. Το 1920 πήγε στον Πειραιά και φοίτησε σε τεχνική σχολήΓιος γιατρού μυήθηκε νεότατος στο κομμουνιστικό κίνημα. Δούλεψε στα νιάτα του μηχανικός στα καράβια- ταξίδεψε. Εξορίστηκε στην Ανάφη επί Μεταξά. Μαζί με τους Μαρίνη, τον Τσακίρη, τον Ρίτσο, τον Θρακιώτη, τον Ηλία Σιμόπουλο κ..α πρωτοστάτησε στη δημιουργία «Εργατικού θεάτρου» και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων στο «Ενωτικό εργατικό κέντρο» της Αθήνας  στα χρόνια 1932-36.  Τα χρόνια 1945-1950 μοίρασε μεγάλο αριθμό τράκτ, συνήθως χειρόγραφων, στηλιτεύοντας πρόσωπα και πράγματα του κατεστημένου, πολιτιστικού και πολιτικού όποιας προέλευσης- ένας ενδεικτικός τίτλος «Σκατά». Στη δεκαετία του ’50 μετέφρασε και δημοσίευσε αμερικάνικη, ρουμάνικη, γιαπωνέζικη κ.ά ποίηση-συχνά σε ένα φυλλάδιο που τύπωνε ο ίδιος. Στο καφενείο της Στοάς Θεμιστοκλέους όπου και το εκδοτικό γραφείο Μαυρίδη, μαζί με τον Σπατάλα και τον Μαρίνη ήταν το πιο αναμφισβήτητο ‘σπουδαίο» πρόσωπο, στο μέσο δεκάδων συγγραφέων τριών γενιών κι ανάμεσα σε αυτούς και ο Μυριβήλης κι ο Ν. Παπάς, τον αναγνώριζαν μεγάλο και έτρεμαν το λόγο του… 
Στα χρόνια του’ 50 ο Ζάρκος, μοναχικός χωρίς να χρειάζεται τίποτα, ήταν καφενόβιος και ταβερνόβιος αλλά και ακούραστος περιπατητής, φτωχός, κουρασμένος, είρων, χιουμορίστας, απαρηγόρητος κομμουνιστής, σοφός, ωραίος-όλα αυτά πολύ. Έπινε συνεχώς καφέ και κάπνιζε συνεχώς τσιγάρο κ’ έγραφε πάνω σε πακέτα τσιγάρων και ό,τι χαρτί του βρισκόταν, με μολύβι κοντό την ώρα που περίμενε στο στέκι, όταν έφτανε πρώτος. Το σπάσιμο της βιτρίνας των εκδόσεων «Πυρσός», γύρω στο 1930, που του πρωτόβγαλε τη φήμη του τρελού ( γιατί τρελός ποτέ δεν ήταν) και η θητεία του μετά στο τρελάδικο (η είσοδός του σε αυτό υπήρξε πράξη βίας και οι λόγοι παραμένουν σκοτεινοί…) και άλλες καταπληκτικές ιστορίες της ζωής του ήταν γλυκόπικρες μνήμες πολύ μακρινές για αυτόν…Ο Ζάρκος, που πρωτοδημοσίευσε στα 1927 στη «Νέα Εστία» και που από το πρώτο του βιβλίο χρησιμοποίησε την φωνητική γραφή, όταν κάποτε θα γραφεί η ιστορία της ζωής και του έργου του, θα φωτιστούν πολλά σκοτάδια της γενιάς του ’30. 


Εργογραφία

1. Δεν είναι και σπουδαίο πράμα ο θάνατος (1928)

2. Η τρέλα σε όλα τα στάδια (1932)

3. Ζωντανά πτώματα (1934)

4. Βιτριόλι (1936)

5. 5 λίβελοι (1930-1940)

6. Η μεγάλη στρατιά (1945)

7. Ένα αθώο μυθιστόρημα (1945)

8. Ομάδα συμβίωσης πολιτικών εξόριστων Ανάφης (1946)

9. Γιατί άλλαξα ιδέες (1928-1948)

10. Νουβέλες και Διηγήματα (1927-1948)

11. Συνωμοσία - σελίδες χρονικού (1951)

12. Τα σκατά (1953)

Sunday, 19 November 2017

Αναξίμανδρος, άπειρο, χρόνος, αδικία και τίσις

Ελάχιστες είναι οι λέξεις που μας απόμειναν από τα γραπτά αυτής της μεγάλης ιδιοφυίας της αρχαιότητας, αυτού του εξαιρετικού στοχαστή από την Μίλητο  που γνωρίζουμε  ότι πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 610 π.Χ και να πέθανε λίγο μετά το 546 π.Χ.
Ίσως οι πραγματικές δικές του λέξεις που έφτασαν σε εμάς να είναι πιο λίγες και από τις ώρες τις ημέρας. Και όμως!  Ήταν ο πρώτος που τόλμησε να στοχαστεί το άπειρο με έναν τρόπο που θα ζήλευαν πολύ σύγχρονοι μας, τόσο φιλόσοφοι όσο και επιστήμονες, και που κανείς πριν από αυτόν δεν υποψιάστηκε. Μερικοί δε , ακόμη και στις μέρες μας, ισχυρίζονται ότι και κανείς ύστερα από εκείνον δεν μπορεί να ξεπεράσει.  Διότι για τον Αναξίμανδρο η  πανανθρώπινη και η κοσμική νομοτέλεια , η ανθρώπινη και η κοσμική δικαιοσύνη,  δεν αποτελούν η μία ομοιοθεσία της άλλης,  αλλά συγγενείς εξ αίματος που σχετίζονται βαθιά και ακατάλυτα μεταξύ τους.  Ο  Αναξίμανδρος  μας δείχνει ότι το ζεύγος αντίθετων  όρων χάος- κόσμος μαζί με το άλλο αντιθετικό ζεύγος ύβρις-δίκη έχουν εξέχουσα σημασία στην ελληνική σύλληψη του κόσμου. Ενός κόσμου που διανύει συνεχείς κύκλους γένεσης και φθοράς, ενός κόσμου όπου το αναπότρεπτο κοσμικό γεγονός του θανάτου ( η μόνη βεβαιότητα που έλεγε ο Χάιντεγκερ) δεν θεωρείται εκμηδένιση αλλά προϋπόθεση και αφετηρία για μια νέα ζωή, όπου το Είναι μετά την καμπή του και την υποταγή του στην δικαιοσύνη της ήττας, ανακτά τις δυνάμεις του, ανασυντάσσεσαι και οδηγείται στο θρίαμβο της ζωής. Εκεί που η «ωραία Μυρτώ γίνεται αληθινή σα δέντρο».
Παραθέτουμε τις λίγες λέξεις που πέρασαν από τον ποταμό της λήθης και σώθηκαν:
....λέγει δ' αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλ' ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον,ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους·  ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν...
Α. Σιμπλίκιος, εις Φυσ. 24,13
«ἄπειρον, γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών , δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας, κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν», όλες τους λέξεις, έννοιες,  εκφράσεις δυσνόητες, σχεδόν αινιγματικές.
Είναι σίγουρο ότι για να κατανοήσουμε σωστά τον Αναξίμανδρο πρέπει να τον εντάξουμε μέσα στο γενικό πλαίσιο του πνεύματος της εποχής.  Όμως συνάμα είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε και εκτός αυτού. Διότι ο Αναξίμανδρος αλλάζει του κανόνες της εποχής όσον αφορά τον τρόπο σκέψης. Θα είναι ο πρώτος που θα απελευθερώσει την σκέψη από την προσκόλληση της στο αισθητηριακό, το απτό και το εμπειρικό και θα ανοίξει έτσι για αυτήν νέους ανεξερεύνητους δρόμους , που θα οδηγήσουν σε απροσδόκητα αποτελέσματα.
Με ποιο τρόπο τα πραγματοποίησε αυτά ο μεγάλος Ίωνας στοχαστής; Ποια ήταν τα ερωτήματα που πιθανόν έθεσε στον εαυτό του και πως αναμετρήθηκε με αυτά; Γιατί ο λόγος του πολλές φορές μας φαντάζει τόσο μυστηριώδης, αλλά πρωτίστως και κυρίως, γιατί είναι λόγος τόσο δραματικός και υπό αυτήν την έννοια δυνάμει ή και ενεργεία τραγικός; Τι είδους τραγικότητα είναι αυτή που κρύβεται εδώ;
Πως είναι δυνατόν, με ποιο μηχανισμό ,  το χωρίς όρια, το απροσπέλαστο, το άπειρο αυτό που δεν έχει μορφή και  σχήμα, να κυβερνά πάνω σε αυτό που είναι σχηματισμένο , έχει μορφή, και εμφάνιση; Σχετίζεται αυτό άραγε με την έννοια του χρόνου; Και τι είδους απροσδιοριστία του μέλλοντος είναι αυτή που διακατέχει το μέλλον, υποκειμενική ή οντολογική; Τι ακριβώς είναι αυτό που ίσως να μας  ψιθυρίζει από το μακρινό παρελθόν ο αρχαικός πρωτοστοχαστής, ποιες σφοδρές αδικίες και ανάμεσα σε ποιους αυτουργούς διαδραματίζονται τόσο σε κοσμικό όσο και ανθρώπινο επίπεδο; Kαι ποιες άραγε δυνάμεις είναι οι ύπατοι σε αυτή την τραγικότητα;   

Με αυτά και άλλα ερωτήματα θα ασχοληθούμε στις δύο επόμενες Δευτεριάτικες συναντήσεις στο «Σπουδαστήριο». Δεν θα δώσουμε περιγραφικές ή κοινότυπες απαντήσεις. Δεν μας ενδιαφέρει καθόλου αυτό. Όμως δεν φιλοδοξούμε να δώσουμε και οριστικές απαντήσεις. Διότι ούτε και αυτό είναι ή  ήταν ποτέ στα ενδιαφέροντά μας, τις επιδιώξεις μας, τις πεποιθήσεις μας. Όμως θα συζητήσουμε για έναν πελώριο στοχαστή, με σύγχρονους όρους και αυτό  για μας είναι, προσώρας,  είναι πολύ σημαντικό… 

Saturday, 11 November 2017

Η εξόντωση

Από τις εκδόσεις ΕΝΕΝΕΝ κυκλοφορεί το νέο τεύχος 45 (Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος) της ομότιτλης επιθεώρησης πολιτισμού. Από την πλούσια ύλη του περιοδικού ξεχωρίσαμε καταρχήν τρία άρθρα: 

α) Τη σημαντική μαρτυρία του Ολλανδού δημοσιογράφου Ad van Liempt (Ουτρέχτη, Ολλανδία, 1949) αναφορικά με το Ολοκαύτωμα στην Ολλανδία, και γενικώς τα γεγονότα που ακολούθησαν την Γερμανική εισβολή στην Ολλανδία στις 10 Μαϊου του 1944. Το απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του δημοσιογράφου με τον τίτλο "Hitler's Bounty Hunters: The Betrayal of Jews” [Οι ευεργετημένοι κυνηγοί του Χίτλερ: Η προδοσία των Εβραίων] στο οποίο περιγράφεται με εξαιρετική ακρίβεια η διαδικασία με την οποία η Ναζιστική Γερμανία πλήρωνε για κάθε πληροφορία αναφορικά με τις θέσεις των Εβραίων. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό χωρίο από το απόσπασμα με τον τίτλο,  Το Ολοκαύτωμα στην Ολλανδία: οι εκτοπισμοί: «Tην άνοιξη του 1943 εμφανίστηκε ένα άλλο πρόβλημα: η σύλληψη των υπολοίπων Εβραίων για αυτούς που είχαν σημαδεμένες ταυτότητες δεν υπήρχε πρόβλημα. Στο τέλος οι Γερμανοί θα ανακαλέσουν όλα αυτά τα ένσημα- τελικά όλα ήταν προσωρινά μέχρι νεωτέρας αλλά το πιο ανησυχητικό για τους ναζιστές αρχηγούς της Ολλανδίας ήταν η διαπίστωση ότι αρκετοί Εβραίοι είχαν ξεφύγει από το δείκτη σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους γύρω στις 25.000 δεν είχαν καταμετρηθεί και κάπου κρύβονταν. Η φιλοσοφία του Endlosung der Judenfrage επίτασσε ότι όλοι οι Εβραίοι, χωρίς εξαίρεση, έπρεπε να εξολοθρευτούν. Στη συνάντηση κορυφής των ναζιστών στο Πόζναν της Πολωνίας στις 5 Οκτωβρίου του 1943, ο Χίμλερ δεν θα μπορούσε να πει περισσότερα. Για να πείσει τους συναδέλφους του στην ηγεσία του τρίτου Ράιχ ότι η γενοκτονία ήταν σωστή πολιτική είπε: “ πιθανόν να έχετε συνειδητοποιήσει ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα ερώτημα: τι θα κάνουμε με τις γυναίκες και τα παιδιά;
Στρατόπεδο Westerbork 1942. Χριστουγεννιάτικοι εορτασμοί των  Γερμανών αξιωματούχων μετά την εξολόθρευση των εκτοπισμένων Εβραίων της Ολλανδίας.
Έχω αποφασίσει ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς η γνώμη μου είναι ότι δεν είναι σωστό να έξω στρέψουμε μόνο τους άρρενες- και αυτό κύριοι σημαίνει φόνος ή διαταγές για από το αποτέλεσμα αυτό- και να αφήσουμε τα παιδιά να μεγαλώσουν έτσι ώστε αύριο να πάρουν εκδίκηση από τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Πρέπει να πάρουμε τη δύσκολη απόφαση να εξαφανίσουν αυτό το έθνος από προσώπου γης”. Αυτά ήταν τα λόγια του Χίμλερ τον Οκτώβριο του 1943 
»

Μετάφραση: Γιώργος Γιαννόπουλος

β) Το άρθρο με τίτλο «Η εξόντωση» του Τσέχου φιλοσόφου Κάρελ Κοσίκ (Karel Kosík (26 June 1926 – 21 February 2003) το οποίο αποτελεί ένα επιλεγμένο ένα απόσπασμα από το εκτενές δοκίμιο του στοχαστή με τίτλο «Τι είναι κεντρική Ευρώπη» που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1969, συμπληρώθηκε το 1992 και συμπεριλήφθηκε ολόκληρο στην έκδοση δοκιμίων του συγγραφέα με τίτλο Kosík, Karel : Století Markéty Samsové [ Κοσίκ Κάρελ, Ο αιώνας της Γκρέτε Σάμσα], Πράγα, Cesky spisovatel 1993, εκδ. Orientace. Παραθέτουμε ένα μικρό χωρίο από το άρθρο: « Η μεταφορά άρχιζε με την διαταγή: «Alles nitnehmen!» [Πάρε μαζί τα πάντα ]. Σε αυτές τις δύο λέξεις κωδικοποιούταν ένα αβέβαιο μέλλον: σπανίως αυτή η διαταγή σήμαινε απελευθέρωση και επιστροφή στο σπίτι και συχνά σήμαινε επιλογή για εκτέλεση. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ωστόσο, αυτές οι λέξεις σήμαιναν να είσαι έτοιμος να ταξιδέψεις σε άλλο τόπο συγκέντρωσης. Το στρατόπεδο ήταν μία έκφραση της παροδικότητας των σταθερών καταστάσεων, της προσωρινότητας της κατάστασης να ξεκινάς ένα ταξίδι και να φτάνεις κάπου. Η τοποθεσία δεν ήταν τόπος ενδημίας ή τακτοποίησης αλλά μόνο ένας μεταβατικός σταθμός για να εξασφαλιστεί η περαιτέρω περιπλάνηση- ο παράλογος τρόπος του να είσαι συνεχώς στο δρόμο. Η ανταλλαγή, η καθοδήγηση, η έλλειψη σταθερότητας, η σταθερή κίνηση, το συνεχές έλα και φύγε- αυτές είναι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν από τον αποθανόντα φίλο μου Έμιλ Ούτιτζ στην αξιοσημείωτη προσπάθεια του να περιγράψει την καθημερινή ζωή στα στρατόπεδα μεταφοράς. Οι άνθρωποι ήταν πάντα βιαστικοί, στοιβαγμένοι, οδηγούμενοι ενώ το έδαφος ήταν σπαρμένο με κάθε διαφορετικό μεταφερόμενο είδος: στρατιώτες, κρατούμενους , δραπέτες, ανθρώπους που αναχωρούσαν, ανθρώπους που κατέφθαναν, πορείες θανάτου. Οι άνθρωποι δεν εκδιώκονται από τα σπίτια τους μόνο από κάποια εξωτερική, ξένη δύναμη αλλά επίσης και για άλλους λόγους: την δυσαρέσκεια τους, την περιέργειά τους, το πάθος και η εμμονή τους με το ταξίδι ανεξαρτήτως προορισμού και σκοπού , απλά για να ανακουφίσουν την πλήξη τους και να καλύψουν τα μεγάλα κενά διαστήματα και να ξεπεράσουν το αίσθημα του ξεσπιτώματος και του ξεριζώματος και έτσι την υπαρξιακή αβεβαιότητα που ο στοχαστής αποκαλούσε: «das Unbehagen» [δυσφορία]. Η εξορία και το ξεσπίτωμα δεν είναι κατηγορίες που αφορούν μόνο εκείνους που απωθήθηκαν, καταδιώχθηκαν ή εξορίστηκαν αλλά επίσης την πλειονότητα των ανθρώπων- των ανθρώπων που έχουν απολέσει το κέντρο τους, και έτσι την πραγματική τους εστία, τρέχουν από πράγμα σε πράγμα, από τη μία άσκοπη κατάσταση στην άλλη πάντα με την μάταιη ελπίδα ότι θα ανακαλύψουν κάπου αλλού την ομορφιά και την οικία τους». 

Ναζιστικό έγγραφο από την περίοδο του εγκλεισμού  του Κάρελ Κοσίκ
 στο  στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν.   

Τη μετάφραση του κειμένου έχει αποδόσει στα ελληνικά από την τσεχική ο Μάριος Δαρβίρας ενώ όλο το κείμενο αναμένεται να συμπεριληφθεί στην προετοιμαζόμενη έκδοση ανέκδοτων δοκιμίων του πολύ σημαντικού αυτού στοχαστή από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ. 

γ) Το δοκίμιο με τίτλο "Ο (αντικαπιταλιστικός) ρομαντισμός στη Θεωρία του Μυθιστορήματος" ων Robert Sayre και Michael Lowy, όπου οι δύο συγγραφείς από τη σκοπιά της προσέγγισης του Ρομαντισμού την οποία έχουν επιχειρήσει σε αρκετά γραπτά τους , κατά τη διάρκεια πολλών ετών επιχειρούν μια εξέταση του σημαντικού έργου του Ούγγρου φιλοσόφου και διανοουμένου του 20ου αιώνα Γκέοργκ Λούκατς (György Lukács, 13 Απριλίου 1885-5 Ιουνίου 1971) με το τίτλο Η Θεωρία του Μυθιστορήματος, μτφρ. Τσελέντη Ξ. Αθήνα, Πολύτροπον, 2004. 

Οι εν λόγω συγγραφείς έχουν επιχειρήσει μια προσέγγιση του Ρομαντισμού στον αντίποδα των παραδοσιακών ιδεών του Ρομαντισμού είτε ως καθαρά ένα λογοτεχνικό ρεύμα είτε ως μια χρονικά οριοθετημένη περίοδο στις αρχές του 19ου αιώνα, μια προσέγγιση η οποία περιγράφεται κυρίως στο βιβλίο τους Εξέγερση και Μελαγχολία: O Ρομαντισμός στους αντίποδες της Νεωτερικότητας, μτφρ. Καββαδία Δ., Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις. 1999.

Wednesday, 1 November 2017

Porajmos, Το λησμονημένο Ολοκαύτωμα

Το Korkoro ("Alone" στα Ρομανί ) είναι μια γαλλική δραματική ταινία του 2009 που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Tony Gatlif, με τους Γάλλους ηθοποιούς Marc Lavoine, Marie-Josée Croze και James Thiérrée. Το κάστ της ταινίας ήταν πολλών εθνικοτήτων, Αλβανοί, Γεωργιανοί , Σέρβοι, Γάλλοι, Νορβηγοί καθώς επίσης και εννέα Ρομά που ο Gatlif ενέταξε στην ταινία που προέρχονταν από την Τρανσυλβανία.

Βασισμένο σε ένα περιστατικό για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από τον ιστορικό Ρομά Ζακ Σιγκότ, η ταινία εμπνεύστηκε από μία ομάδα Ρομά που διέφυγε από τους Ναζί με τη βοήθεια γαλλικών χωρικών. Περιγράφει το σπάνια τεκμηριωμένο θέμα του Porajmos (το Ολοκαύτωμα των Ρομά). Εκτός από την ομάδα των Ρομά , η ταινία περιλαμβάνει και έναν χαρακτήρα που βασίζεται στην πραγματική ιστορία της Yvette Lundy, μία δασκάλας που ήταν ενεργή στη γαλλική αντίσταση και απελάθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης εξαιτίας της δράσης της να προμηθεύει τους Ρομά. διαβατήρια Ο Gatlif σκόπευε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ αλλά η έλλειψη γραπτών αναφορών τον οδήγησε να παρουσιάσει την ιστορία ως δράμα.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου και στην Γαλλία βγήκε ως Liberté τον Φεβρουάριο του 2010. Την φοβερή μουσική της ταινίας, συνέθεσαν ο Tony Gatlif και η Delphine Mantoulet.

Το Κορκόρο έχει χαρακτηριστεί ως «σπάνιο κινηματογραφικό αφιέρωμα» σε εκείνους που σκοτώθηκαν στον Porajmos. Σε γενικές γραμμές, έλαβε θετικές κριτικές από τους κριτικούς, που το θεωρούσαν ως ένα από τα καλύτερα έργα του σκηνοθέτη, ενώ ένα από τα προτερήματά του θεωρείται η απεικόνιση των Ρομά με μη στερεότυπο τρόπο , μακριά από τα κλισέ και τις συνήθεις απεικονίσεις τους.


Το λησμονημένο Ολοκαύτωμα

Κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου, το Porajmos ήταν η προσπάθεια της ναζιστικής Γερμανίας, της ανεξάρτητης Κροατίας, και της Ουγγαρίας του Miklós Horthy  και των συμμάχων τους να εξοντώσουν τον λαό των Ρομά της Ευρώπης. Κάτω από τη διακυβέρνηση του Χίτλερ, οι Ρομά και οι Εβραίοι ήταν στην πραγματικότητα οι μόνες εθνοτικές ομάδες για τις οποίες η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία υπεδείκνυε ολοκληρωτική εξόντωση. Το 1935 με τους λεγόμενους νόμους της Νυρεμβέργης, οι Ρομά μαζί με τους Εβραίους άρχισαν να χαρακτηρίζονται Fremdrasse (“αλλοδαπή φυλή») της οποίας το αίμα αποτελούσε θανάσιμη απειλή για την γνησιότητα της γερμανικής φυλής και θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Οι δύο ομάδες υπέστησαν παρόμοιες πολιτικές και διώξεις, με αποκορύφωμα την πληγή εξαφάνιση και των δύο πληθυσμών στις κατεχόμενες από τους Ναζί χώρες . Οι εκτιμήσεις για το θάνατο των Ρομά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κυμαίνονται από 220.000 έως 1.500.000 .

Επειδή οι κοινότητες των Ρομά στην Ανατολική Ευρώπη ήταν λιγότερο οργανωμένες από τις εβραϊκές κοινότητες, το Porajmos δεν ήταν καλά τεκμηριωμένο. Υπήρξε επίσης μια τάση να υποβαθμιστούν τα πραγματικά στοιχεία, σύμφωνα με τον Ian Hancock, διευθυντή του Προγράμματος Ρομά των Πανεπιστημίων του Τέξας στο Όστιν . Ο Tony Gatlif, του οποίου οι ταινίες έχουν ως επί το πλείστον ανθρώπους Ρομά,  από καιρό ήθελε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για αυτό το λιγότερο γνωστό θέμα, αλλά η έλλειψη επαρκών τεκμηριωμένων στοιχείων σε συνδυασμό με την απουσία ακριβών αριθμών απογραφής πριν από τον πόλεμο για τους Ρομά δύσκολο .


Η πολύ συγκινητική και εν γένει καταπληκτική αυτή ταινία με τα πολλά νοήματα προβλήθηκε από την ΕΡΤ3 στις 27/10/2017 και αξίζει κάποιος να την αναζητήσει και να την παρακολουθήσει.

Saturday, 28 October 2017

20 Ιούλη 1944- Το μπλόκο της Αμαλιάδας

20 Ιούλη 1944- Το μπλόκο της Αμαλιάδας

Τα μπλόκα
Κάθε χρόνο ανάμεσα στην άνοιξη και το καλοκαίρι, κυρίως στην Αθήνα γίνονται εκδηλώσεις μνήμης, για τους εκτελεσμένους στα διάφορα «μπλόκα»: το μπλόκο της Κοκκινιάς, το μπλόκο της Καλογρέζας, το μπλόκο του Βύρωνα, το μπλόκο στη Γούβα-Παγκράτι, το μπλόκο στο Δουργούτι-Νέο Κόσμο, μια ατέρμονη σειρά με εκατόμβες νεκρών, χιλιάδων συλληφθέντων.
Όμως τι ήταν τα μπλόκα;
Τα μπλόκα ήταν βάρβαρες, απάνθρωπες και κτηνώδεις επιχειρήσεις. Τάγματα ασφαλείας μαζί με αποσπάσματα της ειδικής Ασφάλειας ( μιας υπηρεσίας της αστυνομίας που δημιουργήθηκε την δεκαετία του ‘ 30 με αποκλειστικό στόχο την «καταπολέμηση του κομμουνισμού») και κάθε λογής ακδροδεξιές συμμορίες απέκλειαν τις προσβάσεις σε μια ολόκληρη περιοχή και μετά επιδίδονταν στο «θεάρεστο» έργο τους: ματωμένα όργια εκτελέσεων, συλλήψεων, λεηλασιών, ενώ πολύ συχνό ήταν και το θέαμα των κρεμασμένων σε δημόσια θέα προς  παραδειγματισμό.
Πάντα στόχος των μπλόκων στην Αθήνα ήταν οι εργατογειτονιές γύρω από το κέντρο. Στις 15-16 Μάρτη 1944 το αιματηρό μπλόκο της Καλογρέζας θα άφηνε πίσω του ως αιματηρή παρακαταθήκη 22 εκτελεσμένους εργάτες. Το μπλόκο της Κοκκινιάς τον Μάρτη και πάλι τον Αύγουστο του 1944 είναι ένα άλλο παράδειγμα.  Ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ μιλάει για την μετατροπή της Ελλάδας μετά την άνοιξη του 1944 σε πεδίο μάχης, δίνοντας χαρακτηριστικά στο τέταρτο μέρος του βιβλίου του «Στην Ελλάδα του Χίτλερ» τον τίτλο «μια κοινωνία σε πόλεμο».
Απλώς για λόγους ιστορικούς μνήμης να θυμίσουμε ότι την 6 Απριλίου είχε ορκιστεί πρωθυπουργός ο Ιωάννης Ράλλης, παλιός πολιτευτής του Λαϊκού Κόμματος ( και πατήρ του Γ. Ράλλη, τέως πρωθυπουργού και προέδρου της Νέας Δημοκρατίας). Βέβαια στην κυβέρνησή του δεν έλειπε και οι «βενιζελογενείς» (π.χ  Αντ. Ταβουλάρης ως υπουργός Εσωτερικών και ο Ν. Καλύβας, πρώην συνδικαλιστής και σοσιαλιστής ως Υπουργός Εργασίας).
Όμως σε αυτή μικρή γωνιά της Πελοποννήσου,  και μέσα στο προαναφερθέν γενικό πλαίσιο, διαδραματίστηκε μια ανάλογη ιστορία, το δικό μας μπλόκο,  το μπλόκο της Αμαλιάδας στις 22Ιουλίου 1944, γα το οποίο μυστηριωδώς (ή όχι και τόσο) δεν γίνεται ποτέ μνεία, τόσο όσον αφορά στο ίδιο όσο και στους πρωταγωνιστές του. Ούτε ονόματα, ούτε πράξεις, ηρωικές ή κτηνώδεις αντίστοιχα, αναφέρονται, και φυσικά δεν γίνεται καμία προσπάθεια όλα αυτά να ενσωματωθούν οργανικά στην πραγματική ιστορία αυτής της πόλης.

Το Μπλόκο της Αμαλιάδας από τους Γερμανοτσολιάδες

Θα αναφέρω τα περιστατικά όπως ακριβώς περιγράφονται στην μοναδική περιγραφή που έχουμε στην διάθεσή μας από τον Πάνο Διον. Παναγόπουλο στο βιβλίο του Αντιστασιακή Αμαλιάδα- Χρονικό της Τιμής και της Αντρειοσύνης, Αθήνα 1995.


 Αναφέρει λοιπόν ο Παναγόπουλος:

«Ταγματασφαλίτες ή Γερμανοτσολιάδες όπως και τους αποκαλούσε ο λαός είχαν στρατωνιστεί-εγκατασταθεί- στον Πύργο,  (τάγμα Κοκώνη). Υπήρχαν και ένοπλοι συνεργάτες των Γερμανών, οι αποκαλούμενοι «Γερμανοντυμένοι» με εστίες δράσης διάφορα χωριά, Δουνέϊκα, Βαρθολομιό κι αλλού, κάτω από  ομπρέλες προστασίας των Γερμανών. Τα τάγματα «ασφαλείας» είχαν εγκριθεί από την κατοχική προδοτική κυβέρνηση του Κουϊσλιγκ πρωθυπουργού με την έγκριση και ενίσχυση των Γερμανικών αρχών, με τις οποίες συνεργάζονταν στενά και με την καθοδήγησή τους πολεμούσαν μαζί την Εθνική Αντίσταση. Ας θυμηθούμε το ανακοινωθέν του ταγματασφαλίτη « Έλληνα» αξιωματικού των ταγμάτων ασφαλείας Εύβοιας, ο οποίος μετά τη σύγκρουση ΕΛΑΣ και Γερμανοτσολιάδων έβγαλε πολεμικό ανακοινωθέν που ανέφερε τα εξής:  «…εκ των ημετέρων δυνάμεων (δηλ. Γερμανοτσολιάδων)  εις Γερμανός…. Νεκρός…».
Στο μεγαλύτερο μέρος της Αμαλιάδας κυριαρχούσαν οι αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, οι δε Γερμανοί έκαναν εξόδους από το περιχαρακωμένο στρατόπεδο τους με εξοπλισμένα τμήματα, γιατί γνώριζαν την ύπαρξη των «παρτιζάνων της πόλης». Το ίδιο γνώριζαν και οι ταγματασφαλίτες του Κοκώνη στον Πύργο και άλλοι συνεργάτες του κατακτητή, δεδομένου ότι στην Αμαλιάδα με την περιοχή της συγκροτούσε ισχυρότατο αντιστασιακό μέτωπο. Για να χτυπήσουν και συντρίψουν την αντίσταση του λαού της Αμαλιάδας, Κοκώνης και Γερμανοί της Αμαλιάδας συναποφάσισαν το στήσιμο «μπλόκου», όμοιου με τα γνωστά αιματηρά μπλόκα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. (Κοκκινιά, Καλλιθέα, Καλογρέζα, Υμηττό κ.λ.π).
Η ιδέα και τα σχέδια του μπλόκου ήταν των εθνοπροδοτών, η πρακτική όμως εφαρμογή και υλοποίηση αφηνόταν στις γερμανικές δυνάμεις κατοχής και τούτο, γιατί ταγματασφαλίτες τρέμανε την Εθνική Αντίσταση και δεν τολμούσαν με τις δικές τους δυνάμεις να την αντιμετωπίσουν. Όπου, σπάνια το απετόλμησαν,  συντρίφτηκαν και εξολοθρεύτηκαν. Έτσι με το γλυκοχάραμα της λιόλουστης μέρας, γιορτής του Προφήτη Ηλία, η πόλη βρέθηκε ασφυκτικά πολιορκημένη, για πρώτη φορά από εξοπλισμένες βαριά γερμανικές δυνάμεις που είχαν κλείσει όλες τις «πύλες» και απαγόρευαν την έξοδο ενώ αντίθετα η πρόσβαση και είσοδο στην πόλη αφηνόταν ελεύθερη…
Κανένας δεν γνώριζε,  ούτε και μπορούσε να μαντέψει το κακό που σε λίγο θάφτανε…
Γύρω στις 9 το πρωί έφτασε στον περιχαρακωμένο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης αμαξοστοιχία από τον Πύργο, κουβαλώντας τους ταγματασφαλίτες των Κοκώνη-Κοκονέτση,  που στρατοπέδευσαν στο γερμανικό στρατόπεδο, όπως παραπάνω αναφέρεται. Μετά από λίγο, τελάληδες βγήκαν σ’ όλες τις γειτονιές και με χωνιά καλούσαν,  κατά διαταγή της Γερμανικής διοίκησης Αμαλιάδας, τους πολίτες από 12 χρονών και πάνω να συγκεντρωθούν μέχρι τις 12 το μεσημέρι στον πιο πάνω χώρο του σταθμού. Η διαταγή έλεγε, ότι όποιος μετά την παρέλευση της 12ης μεσημβρινής ώρας, πιανόταν ή βρισκόταν έξω από το χώρο της συγκέντρωσης, ή οπουδήποτε στην πόλη, θα τουφεκιζόταν επί τόπου, δίχως άλλο. Πράγματι άρχισε η κάθοδος των ταλαίπωρων μυρίων στο σταθμό.
Ώρα 12:00, έκαναν την εμφάνισή τους μέσα στην πόλη, άφοβα ανηφορίζοντας, στη συνέχεια πλιατσικολογώντας, αφού οι Γερμανοί τους προστάτευαν, οι άθλιοι ταγματασφαλίτες, πολλοί μάλιστα και πολιτικά ντυμένοι, προπηλακίζοντας, βρίζοντας και χτυπώντας με ραβδιά και τους υποκόπανους των όπλων, τους κατηφορίζοντας τελευταίους πολίτες, με σκοπό να σκορπίσουν τον τρόμο και τον πανικό ακόμα και στα γυναικόπαιδα, που και αυτά τους φόβιζαν. Είχαν πικρή πείρα από τη δράση των μικρών αετόπουλων, μικρών ηρώων σε πολλές επικίνδυνες αποστολές μέσα στις γραμμές του κατακτητή .
Άγριο και βάρβαρο το μίσος αυτών των μισελλήνων κατά της Αμαλιάδας του ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ-ΕΠΟΝ.
Κατηφορίζοντας προς το σταθμό, βρέθηκα μπροστά στο αποτρόπαιο και φρικιαστικό θέαμα του άγριου και απάνθρωπου βασανισμού από ομάδα ταγματασφαλιτών, κάπου στη λεωφόρο, δυο Αμαλιαδιτών, του αξέχαστου «ΣΑΡΛΩ», κατά κόσμο ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ από του Καλίτσα και κάποιου άλλου  νέου άνδρα, που όπως αργότερα πληροφορήθηκε, ήταν ο βαριόμοιρος Γιάννης Καραβίδας, παλιός, πολύ γνωστός, ποδοσφαιριστής του προπολεμικού Πανηλειακού Αμαλιάδας.
Το μαρτύριό τους δεν περιοριζόταν στα σωματικά τους οδυνηρά πλήγματα, τα αίματα είχαν πλημμυρίσει τα πρόσωπά τους και είχαν μουσκέψει τα ρούχα τους,  αλλά οι επαγγελματίες βασανιστές τους, ήθελαν και τον ευτελισμό τους, την ψυχική καταρράκωση τους και την πλήρη ταπείνωση και εξουθένωση τους, ώστε να καταστούν άβουλα όργανά τους και να τους μετατρέψουν σε καταδότες των συμπατριωτών τους, αγωνιστών της Αντίστασης. Ο «ΣΑΡΛΩ» με το αετίσιο κεφάλι, ψηλά αγναντεύοντας, υποβασταζόμενος από τους βασανιστές του και περιφερόμενος ανάμεσα στους συγκεντρωμένους, διαρκώς βασανιζόμενος, δεν υπέδειξε απολύτως κανένα, αν και γνώριζε, από συνεργασία μαζί τους, πολλούς αντιστασιακούς, συναγωνιστές του.
Η περίπτωση «ΣΑΡΛΩ» θυμίζει παρόμοια τραγική σκηνή στο τρομερό μπλόκο της Κοκκινιάς. Ένας νεαρός Επονίτης, βαριά χτυπημένος, με σπασμένο το κεφάλι από τους ταγματασφαλίτες, θαραλλέα φώναξε στο συγκεντρωμένο πλήθος… « Συναγωνιστές σηκώστε ψηλά το κεφάλι σας, δεν πρόκειται κανένα σας να προδώσω…». Τίμημα της περηφάνειας, της λεβεντιάς του και του πατριωτισμού του, η άμεση και επιτόπου εκτέλεση του…
9 Αυγούστου 1944 Μπλόκο Νέου Κόσμου (Δουργούτι)
Στο μπλόκο της Αμαλιάδας ο ταγματασφαλίτης-ταγματάρχης Κοκώνης και το «επιτελείο του» προσπάθησαν να εφαρμόσουν τη σατανική και απάνθρωπη-γκεσταπίτικη μέθοδο της δημιουργίας καταδοτών, μέθοδο δανεισμένη από τα αποτρόπαια, αιματοβαμμένα μπλόκα της Κοκκινιάς-Καλογρέζας κ.λ.π όπου έδρασαν οι εφιαλτικοί και αποκρουστικοί προδότες, οι «κουκουλοφόροι» που σαν ληστές καλυπτόμενοι στο πρόσωπό τους από μαύρες κουκούλες, που άφηναν μόνο άνοιγμα στα μάτια τους, κατέδιδαν στον εχθρό, φίλους, γνωστούς, γείτονες, ακόμα και συγγενείς τους.
Στο μπλόκο της Αμαλιάδας δεν έδρασαν κουκουλοφόροι, ήταν από τα πράγματα αδύνατο, και κύρια έγινε έρευνα και έλεγχος με βάση ονομαστικές καταστάσεις που είχαν στα χέρια τους ταγματασφαλίτες, πλην  ο σκοπός τους, που ήταν η σύλληψη γνωστών στελεχών της Αντίστασης, δεν πέτυχε, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις όπως του αξέχαστου λεβέντη αγωνιστή, Γιώργη Μαντζαβίνου, Προέδρου του Εργατικού Κέντρου Αμαλιάδας (είναι ανευλάβεια στη μνήμη του η αγνόησή του από το ΕΚΑ  Αμαλιάδας),  του «ΣΑΡΛΩ» και μερικών άλλων απλών Αντιστασιακών.
Το μπλόκο παράδοξο το λησμονούν μελετητές εργασίες τους για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής μέσα σε ανυπόφορο κλίμα τρομοκρατίας άγριων ξυλοδαρμών προπηλακισμών λιποθυμία από το χοντρό καλσόν Μαρτίου και αβάσταχτης δίψας από έλλειψη νερού κράτησε περίπου 8 9 ώρες ας αναπολήσουμε για λίγο τις χιλιάδες συμπατριωτών μας γύρω από το χώρο του στρατού κρατούμενους και ποιοτικού στρατόπεδο του κατακτητή και συνεργατών τους Με το μαστίγιο και τώρα μπει στο χέρι του στις 20 Ιούλη του 1944 μέρα ηλιόλουστη και ζέστη,  όρθιους οχτώ-εννιά ώρες, τρομοκρατημένους, διψασμένους και πλήρως εξουθενωμένους, σωστή τραγωδία-με αυτουργούς και πρωταγωνιστές τους προδότες-συνεργάτες του κατακτητή.
Η συγκομιδή του μπλόκου απέδωσε στον Κοκώνη περίπου 200 ταλαίπωρους Αμαλιαδίτες, που λοιδορούμενοι και δερνόμενοι, τσουβαλιάστηκαν, αργά τη νύχτα, μέσα σε φορτηγά βαγόνια του τρένου (άντρες 18-ίπποι , αυτή η χωρητικότητα) που στάθμευε από το πρωί στο σταθμό, όλα στη διάθεση του Κοκώνη, με προορισμό τις φυλακές των ταγματασφαλιτών στον Πύργο.
Η ταλαιπωρία των υπολοίπων, μη  συλληφθέντων, μπλοκαρισμένων ακόμα,  δεν τελείωσε, γιατί έπρεπε να υποστούν και τον «εθνικό» δεκάρικο λόγο του Κοκώνη, που εκφώνησε από το μπαλκόνι του σπιτιού του αείμνηστου Σωτήρη Γεωργακόπουλου,  στη λεωφόρο, δηλ. από το σπίτι που στεγάζονταν οι Γερμανοί,  και που  ούτε λίγο ούτε πολύ καλούσε ο  «πατριώτης» αξιωματικός «εθνικό» προσκλητήριο και συμπαράταξη και συνεργασία με τους Γερμανούς κατακτητές για τη νίκη του χιτλερισμού.
Μετά την παραπάνω αποφράδα μέρα του Ιουλίου 1944 για το λαό της Αμαλιάδας (ξεχάστηκε και αυτή) παρουσιάστηκε το θλιβερό φαινόμενο, ψυχοραγούντος του ναζισμού, της εμφάνιση στην πόλη μιας μικρής ομάδας- πέντε- δέκα άτομα- οι περισσότεροι μη Αμαλιαδίτες, ταγματασφαλιτών, που στεγάστηκε σε σπίτι δίπλα στους προστάτες τους Γερμανούς, από το φόβο της Αντίστασης. Οι συλληφθέντες Αμαλιαδίτες στριμώχτηκαν σε κάτι πρόχειρες και άθλιες φυλακές και η ζωή τους ήταν απάνθρωπη- ανυπόφορη. Η τρομοκράτησή τους, οι απειλές εκτελέσεων, οι συνεχείς ξυλοδαρμοί μέχρι αίματος και αναισθησίας και ο ευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε καθημερινή διάταξη, μαζί με την αποπνικτική ατμόσφαιρα από το αδιαχώρητο και τη ζέστη, ήταν το καθημερινό τους, μαρτυρικό, βίωμα. Πολλοί κρατούμενοί υποβάλλονταν σε καθημερινή βασανιστική ανάκριση για ν’ αναγκαστούν να καταδόσουν  συγκρατούμενούς τους, ή και μη συλληφθέντες, που ήταν οργανωμένοι στην Αντίσταση και γα σχετικά θέματα.
Μετά πάροδο λίγων ημερών το επιτελείο Κοκώνη,  χωρίς καμία διαδικασία και δίκη καταδίκασε σε θάνατο πέντε (5) κρατούμενους, ήτοι το «ΣΑΡΛΩ», το Γιώργη Μαντζαβίνο, το Γιώργη Καραβίδα, τον Τρομ, άγνωστο για ποιο λόγο,  και κάποιο ανώνυμο αγωνιστή.
Μεσάνυχτα τους εκτέλεσαν στο χώρο του νεκροταφείου του Πύργου και τους πέταξαν σε πρόχειρα ανοιγμένο ομαδικό τάφο.
Τη βάρβαρη εκτέλεση ακολούθησε ανθρώπινο θαύμα.
Ο «ΣΑΡΛΩ»  τραυματισμένος, αφού αφουγκράστηκε τη νεκρική σιγή του τάφου και του περίγυρού του,  αναμέρισε τα μαύρα χώματα και βγήκε έξω, στη ζωή…ανασύροντας από τον τάφο και τον άτυχο, βαριά τραυματισμένο, Γιάννη Καραβίδα. Ματωμένο, λαβωμένο και πονεμένο το ατρόμητο παλικάρι σήκωσε στους ώμους τον ημιθανή Καραβίδα και σιγά με την ψυχή στο στόμα βγήκε από το νεκροταφείο, πέρασε νυχτοπατώντας και αγκομαχώντας σοκάκια και γειτονιές του Πύργου και ζήτησε βοήθεια σε κάποιο απόμερο φτωχόσπιτο, που απλόχερα τους δόθηκε και αφού έγινε πρόχειρη επίδεση των τραυμάτων,  τράβηξαν ανηφορίζοντας στην Ελεύθερη Ελλάδα. Παρά τις προσπάθειες των υγειονομικών υπηρεσιών των Αντιστασιακών οργανώσεων δεν καταφέρθηκε να διατηρηθεί στη ζωή ο Καραβίδας που έφερε θανάσιμα τραύματα. Ο «ΣΑΡΛΩ» έγινε καλά και εντάχθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις του ΕΛΑΣ, απ’ όπου πολέμησε τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους- εκτελεστές του- ταγματασφαλίτες- στη μάχη για την απελευθέρωση του Πύργου.
Με την φυγή των Γερμανικών στρατευμάτων από την Ηλεία που αποφυλακίστηκαν συλληφθέντες Αμαλιαδίτες, που πήραν το δρόμο του γυρισμού στο σπίτι με το πόδι. Λόγω συνάφειας του προσωπικού δράματος του «ΣΑΡΛΩ» με τους εκτελεστές του και την τύχη τους παραθέτω τ’ ακόλουθα:
Mετά τη φυγή των Γερμανών, o  Κοκώνης υποκινούμενος και ενισχυόμενος και από ύποπτους ξένους παράγοντες- πράκτορες αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα στον ΕΛΑΣ, παρά τις διαπραγματεύσεις, τις διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις των υπευθύνων του ΕΑΜ ΕΛΑΣ για τη ζωή των ταγματασφαλιτών και τη δική του και έτσι επακολουθήσε η  μάχη του πύργου και η απελευθέρωση του από τον ΕΛΑΣ με αρκετά χρήματα και από τις δύο πλευρές.
Ο  Κοκώνης πλήρωσε με τη ζωή του, οι λοιποί λείπει συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στις ίδιες φυλακές- αποθήκες- που ήδη είχαν φυλακίσει τους Αντιστασιακούς-Πατριώτες. Ανάμεσα στους  φυλακισθέντες  ήταν και ο αξιωματικός, επικεφαλής του αποσπάσματος που εκτέλεσε το «ΣΑΡΛΩ» και λοιπούς, που πρωταγωνιστούσε και στο μπλόκο της Αμαλιάδας.  Όπως τότε ευρύτατα είχε ακουστεί, ο «ΣΑΡΛΩ», επισκέφτηκε τις φυλακές και τον παραπάνω αξιωματικό, ο οποίος στο αντίκρισμα του,  ήταν πολύ γνωστός του ο «ΣΑΡΛΩ»   από τις συνεχείς ανακρίσεις και το λίγο χρόνο, που είχε περάσει από την εκτέλεση σωριάστηκε ερείπιο .Το γενναίο παλληκάρι, ο λαϊκός αγωνιστής,  με το μεγαλείο της ψυχής του,  τούδωσε το χέρι της κόρης της συχώρεσης….κι έφυγε σεμνά και αθόρυβα, γαληνεμένος, για τον δικό του δρόμο της τιμής και της αξιοπρέπειας.
Σπανιότατο περιστατικό μεγαλοσύνης και μεγαλοψυχίας ανά τους αιώνες…
Αργότερα ,στον εμφύλιο, μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, ο «ΣΑΡΛΩ» έπεσε έξω από την Αμαλιάδα, κατόπιν προδοσίας, αλλά και μάχης αφού αρνήθηκε να παραδοθεί  στο απόσπασμα που τον είχε κυκλώσει.
Ο «ΣΑΡΛΩ» που σημειωτέον, τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε σε ορφανοτροφείο, μοιάζει τραγική μορφή αρχαίου δράματος. Εκτελέστηκε, θάφτηκε, βγήκε έξω από τον τάφο του,  συγχώρεσε τους εκτελεστές του με  την ανθρώπινη μεγαλοσύνη και την υψηλή- λαϊκού ήρωα- γενναιοφροσύνη του και σαν ανταμοιβή του, σύρθηκε  ο ατρόμητος αγωνιστής άψυχος πλέον-γελαστός και περήφανος στους δρόμους Αμαλιάδος από τους τότε απάνθρωπους παρακρατικούς οι οποίοι όταν ζούσε, τρέμανε τα φυλλοκάρδια του στο άκουσμα του και μόνο.
Οι λίγες γραμμές, φόρος τιμής στη μνήμη του γενναίου αγωνιστή, την αντρειοσύνη του οποίου γνώρισα σαν αυτόπτης μάρτυρας στο μπλόκο, και θαυμάζω…»

Δεν πιστεύουμε πως η ιστορική συνείδηση είναι το «δεν ξεχνώ», όμως η τοποθέτηση του συμβάντος και της εμπειρίας ακόμη και της τραυματικής στα ιστορικά της συμφραζόμενα και πλαίσια, αποτελεί αναμφίβολα μέρος της κοινωνικής συνείδησης. Η κατανόηση και η επούλωση των τραυμάτων φυσικά και έχουν να κάνουν με την ιστορικοποίηση και την οικειοποίηση που επιφέρει, ωστόσο, συνάμα είμαστε και αντίθετοι σε κάθε προσπάθεια μετατροπής των ερειπίων σε αποξενωμένα  και χωρίς πνοή , αγάλματα μουσείων , προς θέαση και τέρψιν.

«…γιατί τα’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια, είμαστε εμείς. Τ’ αγάλματα λυγίζουν ελαφριά…καληνύχτα». Γ.Σεφέρης, Ο ηδονικός Ελπήνωρ

Υ.Γ1. Όταν ήμουν μικρός ο πατέρας μου διηγιόταν μια ιστορία για ένα θεόρατο λεβέντη που περνούσε από τη δημοσιά, αντάρτης είχε ακούσει να λένε ότι ήταν, και πάντα τον χάϊδευε στο κεφάλι. Όταν τον ρωτούσα αν ήξερε πως τον έλεγαν, μου ανέφερε το όνομα  «ΣΑΡΛΩ».


ΥΓ2. Χρήστος Αθανασόπουλος ή «ΣΑΡΛΩ» ή «Λάζαρος» . Απόφοιτος της Γεωργικής Σχολής. Οργανώθηκε στο ΕΑΜ και μετά τη Βάρκιζα για να ξεφύγει των διώξεων στο ΔΣΕ. Στις 13/1/1949 η ομάδα του χτυπήθηκε από δύναμη 15 χωροφυλάκων και χιτών υπό τον ενωματάρχη Γιάννη Μπουλνταδάκη, στην καλύβα του του Όθωνα Κουφού κοντά στο χωριό Ρένεσι. Η σορός του μεταφέρθηκε με στρατιωτικό όχημα και ετέθη σε δημόσια θέα στην γωνία των Οδών Φιλελλήνων και Σωκράτους, έξω από το αστυνομικό τμήμα Αμαλιάδας. 


Και κάτι άλλο για σήμερα, μέρα που είναι, για να μην ξεχνιόμαστε:

«ευρυσκόμεθα σε φιλικότατες σχέσεις με το Γερμανικό ναζιστικό καθεστώς … Πλην δε δυνάμεθα να παραβλέψωμεν την μεσογειακήν μας θέση και την ζωτικήν ανάγκην να μην ευρεθώμεν ποτέ αντιμέτωποι των Άγγλων». Ιωάννης Μεταξάς