wi

Η επιστήμη αυτοκτονεί όποτε υιοθετεί ένα δόγμα.

Thomas Huxley, 1825-1895, Βρετανός βιολόγος.

Το ανθρώπινο πόδι… ένα θαύμα της Μηχανικής.

Λεονάρντο Ντα Βίντσι, 1452-1519, Ιταλός σοφός.

Ο σκοπός της τέχνης είναι να δώσει στη ζωή σχήμα.

Γουίλιαμ Σαίξπηρ, 1564-1616, Άγγλος δραματουργός.

Pages

Showing posts with label ΚΡΙΤΙΚΗ. Show all posts
Showing posts with label ΚΡΙΤΙΚΗ. Show all posts

Saturday, 3 May 2025

Henry James (Χένρυ Τζέημς) - ένας μεγάλος συγγραφέας

    

 Ο Henry James OM* (Χένρυ Τζέημς) ήταν Αμερικανο-Βρεττανός συγγραφέας με αρκετά πολυσέλιδα μυθιστορήματα, που μερικά απ' αυτά θεωρούνται (κι είναι) αριστουργηματικά, ήτανε σπουδαίος στυλίστας, οξυδερκής και βαθιά ατμοσφαιρικός δημιουργός, που ξεκίνησε σα ρεαλιστής για να ωριμάσει και να εξελιχθεί σε συγγραφέα υπαινικτικό που δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια ανατέμνοντας τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Το έργο του χαρακτηρίστηκε από έντονο κοσμοπολιτισμό, λατρεία προς την Ευρώπη κι ειδικότερα τη Βρεττανία. Οι οξυδερκείς περιγραφές των Αμερικανών στην Ευρώπη, των αστικών σαλονιών, των αφελών συμπατριωτών μπρος στους πιο προηγμένους πνευματικά Ευρωπαίους, οι διαφορές των 2 ηπείρων -η αποξένωση των ανθρώπων, τα βάσανα των ανεξάρτητων γυναικών, ο γάμος κι οι επιπτώσεις του, η καλυμμένη ομοφυλοφιλία, οι Βικτωριανοί κώδικες, η υποκρισία της αστικής τάξης, κυριαρχούνε στα έργα του που σε συνδυασμό με τη λεπτότητα και το απαράμιλλο ύφος του λόγου του, τα καθιστούν ακαταμάχητα. Θεωρείται βασική μεταβατική φιγούρα μεταξύ λογοτεχνικού ρεαλισμού και λογοτεχνικού μοντερνισμού και θεωρείται από πολλούς απ' τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους στην αγγλική γλώσσα. Ήτανε γιος του Henry James του πρεσβύτερου κι αδελφός του φιλόσοφου και ψυχολόγου William James και της ημερολογιογράφου Alice James.

___________________
ΟΜ=Το Τάγμα της Αξίας είναι ένα παράσημο αξίας για τα βασίλεια της Κοινοπολιτείας, που αναγνωρίζει τη διακεκριμένη υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις, την επιστήμη, τη τέχνη, τη λογοτεχνία ή τη προώθηση του πολιτισμού. Ιδρύθηκε το 1902 από τον Εδουάρδο Ζ', η είσοδος στο τάγμα παραμένει το προσωπικό δώρο του Κυρίαρχου του -προς το παρόν του δισέγγονου του Εδουάρδου Ζ', Κάρολο Γ'- και περιορίζεται σε 24 ζωντανούς παραλήπτες από τα βασίλεια της Κοινοπολιτείας, συν ένα περιορισμένο αριθμό των επίτιμων μελών. Ενώ όλα τα μέλη έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τα μεταγενέστερα γράμματα OM και να φοράνε το σήμα του τάγματος, η προτεραιότητα του Τάγματος Αξίας μεταξύ άλλων τιμών διαφέρει μεταξύ των χωρών.
------------------------------

     Είναι περισσότερο γνωστός για τα μυθιστορήματά του που ασχολούνται με την κοινωνική και συζυγική αλληλεπίδραση μεταξύ των εμιγκρέδων Αμερικανών, των Άγγλων και των ηπειρωτικών Ευρωπαίων, όπως Το Πορτραίτο Μιας Κυρίας. Τα μεταγενέστερα έργα του, όπως Οι ΠρεσβευτέςΤα Φτερά Του Περιστεριού και Το Χρυσό Μπωλ, ήταν όλο και πιο πειραματικά. Περιγράφοντας εσωτερικές καταστάσεις του νου και τη κοινωνική δυναμική των χαρακτήρων του, συχνά έγραφε με ύφος που διφορούμενα ή αντιφατικά κίνητρα κι εντυπώσεις επικαλύπτονταν ή αντιπαραβάλλονταν στη συζήτηση της ψυχής ενός χαρακτήρα. Για τη μοναδική αμφισημία τους, καθώς και για άλλες πτυχές της σύνθεσής τους, τα τελευταία έργα του έχουνε συγκριθεί με την ιμπρεσιονιστική ζωγραφική.  Η νουβέλα του The Turn of the Screw (Το Στρίψιμο Της Βίδας) έχει κερδίσει τη φήμη ως η πιο αναλυμένη και διφορούμενη ιστορία φαντασμάτων στην αγγλική γλώσσα και παραμένει το πιο ευρέως προσαρμοσμένο έργο του μεταξύ άλλων. Έγραψε κι άλλες αξιόλογες ιστορίες φαντασμάτων όπως το The Jolly Corner (Η χαρούμενη γωνιά). Δημοσίευσε βιβλία κριτικής κι άρθρα ταξιδιών, βιογραφίας, αυτοβιογραφίας και θεατρικών έργων.
     Γεννήθηκε στο 21 Washington Place (απέναντι από τη Washington Square) στη Νέα Υόρκη στις 15 Απρίλη 1843, μα έζησε κυρίως στην Ευρώπη ως νεαρός και τελικά εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, έγινε Βρεττανός το 1915, έν έτος πριν το θάνατό του. Προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1911, το 1912 και το 1916. Ο Μπόρχες είπε: "Έχω διαβάσει μερικές λογοτεχνίες της Ανατολής και της Δύσης. Έχω συντάξει μια εγκυκλοπαιδική συλλογή φανταστικής λογοτεχνίας. Έχω μεταφράσει ΚάφκαΜέλβιλ και Μπλόι. Δεν ξέρω πιο ξένο έργο απ' αυτό του Χένρυ Τζέημς". Κι όπως έγραψε ο T.S.Eliot, "Το επίκεντρο στα έργα του Τζέημς, δεν είναι κάποιος χαρακτήρας ή έστω ομάδα χαρακτήρων μέσα σε μια πλοκή (...). Είναι πάντα μια κατάσταση, μια σχέση, μια ατμόσφαιρα, που συνεισφέρουνφ τα πρόσωπα μόνον όσο τους επιτρέπει ο συγγραφέας".

Wednesday, 9 June 2021

Η χειρουργική και το τελωνείο- Γ. Χάσεκ

 


Η ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΟ

Ιστορία για την ανθρώπινη ατυχία

 Τον γνώρισα ένα μεσημέρι στο εστιατόριο ενός θερέτρου μιας μικρής λουτρόπολης της Βοημίας.

Στην αρχή δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, δεν ανταλλάξαμε παρά μόνο ορισμένες ανούσιες κουβέντες και ίσως δύο φορές καθίσαμε στην ταράτσα του εστιατορίου και ήπιαμε τον καφέ μας. Ήταν, καθώς έδειχνε,   πολύ τσιγκούνης στις λέξεις και εγώ πάλι ήμουν χασομέρης και έτσι ποτέ δεν καταφέραμε να συνομιλήσουμε για αρκετή ώρα.

Έως ότου, μια μέρα διάβασα στις εφημερίδες μια είδηση για το θαύμα της μοντέρνας χειρουργικής, η οποία αυτή την φορά έτρεχε σε όλες τις εφημερίδες και με παραξένεψε πολύ. Ήταν κάτι στα αλήθεια εντυπωσιακό. To ολιγόλογο ταίρι μου καθόταν αναπαυτικά γερμένος σε μια αναπαυτική πολυθρόνα και μόλις εκείνη τη στιγμή έστριβε ένα τσιγάρο.

«Αυτό πρέπει να το διαβάσετε» του απευθύνθηκα, δίνοντάς του την εφημερίδα. «Είναι πραγματικά εντυπωσιακό!»  

Saturday, 27 February 2021

Τρία νέα βιβλία σε δύσκολες εποχές

Γράφει ο Γιώργος Γιαννόπουλος.

Tρία βιβλία που κοσμούν, μαζί με άλλα, την βιβλιοθήκη του ΕΝΕΚΕΝ.

Την ζοφερή περίοδο της πανδημίας, με το δυστοπικό μέλλον που επιδιώκουν για τις κοινωνίες και τους λαούς οι δυνάστες του κεφαλαίου, επειδή φοβούνται την γενικευμένη τους εξέγερση που αυτή την φορά θα έχει παγκόσμιο χαρακτήρα, παρακάμπτοντας την φλυαρία, την απογοήτευση, την αίσθηση ματαίωσης και τον αποπροσανατολισμό της εικονικής «πραγματικότητας» του διαδικτύου επιλέξαμε να εκδώσουμε έργα σημαντικών στοχαστών και κοινωνικών αγωνιστών ο βίος και το έργο των οποίων είναι« γεμάτος απελευθερωτικά οράματα και νόημα». Τα βιβλία που κοσμούν, μαζί με άλλα, την βιβλιοθήκη του ΕΝΕΚΕΝ είναι:


1905
Το 1905, βιβλίο του Λέοντα Τρότσκι, κυκλοφορεί για πρώτη φορά φορά στην ελληνική γλώσσα. Πρόκειται για ένα εμβληματικό έργο του μεγάλου επαναστάτη και θεωρητικού που περιγράφει στην γέννησή του το φαινόμενο των σύγχρονων μεγάλων επαναστάσεων που θα αλλάξουν την παγκόσμια ιστορία. Ο Τρότσκι που σε ηλικία 25 ετών εκλέχτηκε στο προεδρείο του σοβιέτ της τότε Πετρούπολης, ενός δημοκρατικού, πολυφωνικού και πολυκομματικού επαναστατικού θεσμού, απέδειξε όχι μόνον ότι στην επανάσταση η νεολαία αποκαλύπτει τον βαθύτατα δημιουργικό και προοδευτικό της χαρακτήρα, που σαν δροσερό αεράκι έρχεται να αναζωογονήσει την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά κι ότι οι μεγάλες κοινωνικές και λυτρωτικές αλλαγές υλοποιούνται με την μαζική είσοδο και συμμετοχή των μαζών στην οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα. Με την εξαίρετη γραφίδα του ο Τρότσκι παρατηρεί: «Να ένας νεαρός που είδε το πρόσωπο του θανάτου: τα μαλλιά του άσπρισαν αυτοστιγμεί. Να ένα δεκάχρονο αγόρι που παραφρόνησε από τα ακρωτηριασμένα πτώματα των γονιών του. Να ένας στρατιωτικός γιατρός που πέρασε όλα τα μαρτύρια της πολιορκίας του Πορτ Άρθουρ, αλλά που ανίκανος να αντέξει λίγες ώρες στο πογκρόμ της Οδησσού βυθίστηκε στην αιώνια νύχτα της παράνοιας. Ο Θεός να σώζει τον Τσάρο! Τα θύματα, αιματοβαμμένα, καψαλισμένα, αλλόφρονα, ψάχνουν ακόμη σωτηρία μέσα στον εφιάλτη. Μερικά φοράνε τα ματωμένα ρούχα ανθρώπων ήδη νεκρών, ξαπλώνουν σ’ έναν σωρό πτωμάτων και κρύβονται εκεί για μια ολόκληρη μέρα, για δύο ή τρεις μέρες... Άλλα πέφτουν στα γόνατα μπροστά στους αξιωματικούς, τους αστυνομικούς, τον εισβολέα, τείνουν τα χέρια τους, σέρνονται στη σκόνη, φιλούν τις μπότες των στρατιωτών, ικετεύουν για έλεος. Σε απάντηση ακούνε μόνο το μεθυσμένο γέλιο: «Ήθελες ελευθερία; Να, κοίτα, αυτή είναι».
Σε αυτές τις λέξεις συμπυκνώνεται όλη η καταχθόνια ηθική της τακτικής του πογκρόμ. Ο αλήτης του ξενώνα, μπουκωμένος με αίμα, βιάζεται να προχωρήσει παραπέρα. Είναι ικανός για τα πάντα, τολμά τα πάντα, είναι βασιλιάς. Ο Λευκός Τσάρος τού έχει επιτρέψει τα πάντα: να ζήσει ο Λευκός Τσάρος! Κι ο αλήτης δεν σφάλει. Δεν είναι κανείς άλλος παρά ο αυτοκράτορας πασών των Ρωσιών, ο ανώτατος προστάτης αυτής της ημι-επίσημης συμμορίας πογκρομιστών και κλεφτών, της συμπλεγμένης με την επίσημη γραφειοκρατία, που μπορεί να συγκαταλέγει στις τάξεις της πάνω από εκατό μείζονες τοπικούς αξιωματούχους, και της οποίας το επιτελείο ανήκει στην αυλική καμαρίλα. Νωθρός στη σκέψη και φοβισμένος, μια πανίσχυρη μηδαμινότητα, θύμα προκαταλήψεων αντάξιων ενός Εσκιμώου, με το βασιλικό αίμα στις φλέβες του δηλητηριασμένο απ’ τις φαυλότητες πολλών γενεών, ο Νικόλαος Ρομανόφ, όπως πολλοί του επαγγέλματός του, συνδυάζει τον βρομερό αισθησιασμό με την απαθή βαναυσότητα...»
Διαλεκτική, Αλήθεια, Πράξη

Το βιβλίο του Κάρελ Κοσίκ, Διαλεκτική, Αλήθεια, Πράξη συγκεντρώνει μια σειρά δοκιμίων του «πολύ σημαντικού Τσέχου φιλόσοφου», όπως σημειώνει στην εκτενή και διαφωτιστική εισαγωγή του βιβλίου ο μεταφραστής και δοκιμιογράφος Μάριος Δαρβίρας, που μετέφρασε από την τσεχική για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα τα δοκίμια του σπουδαίου αυτού στοχαστή. Γράφει ο Κοσίκ: «Ο άνθρωπος και μόνον ο άνθρωπος πραγματοποιεί τον εαυτό του στην ιστορία. Κατά συνέπεια, η ιστορία δεν είναι τραγική, αλλά το τραγικό είναι στην ιστορία, δεν είναι παράλογη, αλλά το παράλογο αναδύεται στην ιστορία. Δεν είναι σκληρή, αλλά οι σκληρές πράξεις διαπράττονται στην ιστορία. Δεν είναι γελοία, αλλά το κωμικό ξεδιπλώνεται στην ιστορία. Τα ιστορικά στάδια διαχέονται το ένα το άλλο με κάποια τάξη και σύμφωνα με συγκεκριμένους νόμους, αλλά ποτέ δεν φτάνουν σε μια οριστική κορύφωση ή ένα αποκαλυπτικό τέλος. Καμία ιστορική εποχή δεν είναι μόνο μια μετάβαση σε μια άλλη φάση, ούτε βρίσκεται ποτέ αποκλειστικά «σε άμεση σχέση με τον Θεό». Σε κάθε εποχή οι τρεις διαστάσεις του χρόνου επικαλύπτονται. Εξαιτίας των προϋποθέσεών της, κάθε εποχή συνδέεται με το παρελθόν, οι συνέπειές της επεκτείνονται στο μέλλον και η δομή της εδράζεται σταθερά στο παρόν.
Η θεμελιώδης προϋπόθεση της ιστορίας είναι η δημιουργία της από τους ανθρώπους. Η δεύτερη βασική προϋπόθεση είναι η αναγκαιότητα της συνέχειας αυτής της διαδικασίας. Η ιστορία είναι δυνατή μόνο επειδή ο άνθρωπος δεν ξεκινά ποτέ από την αρχή, αλλά συνδέεται με την εργασία και τα αποτελέσματα των προηγούμενων γενεών. Εάν η ανθρωπότητα έπρεπε κάθε φορά να ξεκινάει από την αρχή και αν κάθε προσπάθεια ήταν χωρίς προϋποθέσεις, η ανθρωπότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιήσει καποιο βήμα προς τα εμπρός και η ύπαρξη της ανθρωπότητας θα περιοριζόταν σε περιοδικές επαναλήψεις αρχών και απόλυτων εσχάτων». Κι όπως παρατηρεί ο Δαρβίρας: «Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’40 είχε κάνει μια καίρια επισήμανση για τον Φραντς Κάφκα, χωρίς να έχει υπ’ όψιν του το σχετικό υλικό με τα νεανικά έργα του. Κάποια στιγμή λοιπόν, εκείνη την εποχή, είχε πει με νόημα: «Ο Κάφκα είναι ανεξάντλητος στο να αναπαριστά τη χειρονομία. Αλλά αυτό δεν γίνεται χωρίς να προϋπάρξει η έκπληξη. Από τη χειρονομία του ανθρώπου αφαιρεί το ξεπερασμένο της νόημα και την κάνει αντικείμενο στοχασμών χωρίς τέλος». Πιστεύουμε πως δεν κάνουμε λάθος να ισχυριστούμε πως η παραπάνω επισήμανση για το έργο του Γερμανο-εβραίου συγγραφέα από την Πράγα, ισχύει στο ακέραιο, αυτή τη φορά όμως, για τη φιλοσοφική παρακαταθήκη του σημαντικού συμπολίτη του»...
Πολιτισμός και Επανάσταση

Το τρίτο βιβλίο από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ είναι του Michael Löwy με τίτλο Πολιτισμός και Επανάσταση. Το βιβλίο συγκεντρώνει μια σειρά δοκιμίων χαρακτηριστικών του εύρους και το βάθος της σκέψης ενός από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους στοχαστές της εποχής μας.
Γράφει ο Löwy στον πρόλογο του βιβλίου: «Με μια γρήγορη ματιά στα περιεχόμενα του βιβλίου υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί έκπληξη... Η κύρια εντύπωση είναι ότι πρόκειται για μια πραγματική διασπορά. Το σύνολο είναι ετερόκλητο, διασκορπισμένο, κομματιασμένο. Η διασπορά δεν είναι μόνο γεωγραφική ―Κεντρική Ευρώπη, Λατινική Αμερική, Γαλλία― αλλά επίσης θεματική και επιστημονική. Γίνονται φυσικά αναφορές στον Μαρξ, αλλά και στον Αντόρνο, στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, στον Ερνέστ Μαντέλ μεταξύ πολλών άλλων. Τα θέματα κινούνται από τον ρομαντισμό στον οικο-σοσιαλισμό, περνώντας από το θρησκευτικό φαινόμενο, τη θεωρία του μυθιστορήματος, τον φασισμό και άλλα... Υπάρχει ένα καθοδηγητικό νήμα σ’ αυτή την Καπερναούμ; Αναμφισβήτητα πρόκειται για τον Μαρξ και την ιδέα της επανάστασης...» για να συμπληρώσει: «Οι μεγάλοι αγώνες στην εποχή μας διεξάγονται αναπόσπαστα στο πεδίο του πολιτισμού και της πολιτικής. Αγώνες ενάντια στην επονείδιστη κυρίαρχη αστική τάξη, ενάντια στη Λερναία Ύδρα του νεοφιλελευθερισμού, με τα χιλιάδες σαρκοβόρα κεφάλια, ενάντια στην αναβίωση στον 21ο αιώνα νέων μορφών του αποκρουστικού τέρατος του φασισμού, ενάντια στην καταστροφή του κοινού οίκου όλων μας, που είναι η Φύση, από αυτό το δομικά διεστραμμένο σύστημα που είναι ο καπιταλισμός.
Κάθε αγώνας στο πεδίο της μάχης, ακόμη και μικρής εμβέλειας πρέπει να υποστηριχθεί. Ξέρουμε ωστόσο ότι χωρίς την επαναστατική μεταμόρφωση της κοινωνίας τα βασικά προβλήματα θα παραμείνουν άλυτα. Όπως έλεγε ο φίλος μου Daniel Bensaid, η επανάσταση είναι ένας ηθικός ορίζοντας «χωρίς τον οποίο η βούληση μας εγκαταλείπει, το πνεύμα της αντίστασης συνθηκολογεί, η συνέπεια εξαντλείται, η παράδοση χάνεται». Ωστόσο, σε κάθε επαναστατική στρατηγική, ο αγώνας για την πολιτισμική ηγεμονία, η μάχη των ιδεών αποτελούν μια ουσιαστική διάσταση. Στη σύγκρουση αυτή όλες οι επιστήμες έχουν να παίξουν έναν ρόλο, ακόμη, πιθανόν και μια κοινωνιολογία (μαρξιστική) του πολιτισμού».
Καλή ανάγνωση και ... σας περιμένουμε...

Wednesday, 29 April 2020

Γιάροσλαβ Χάσεκ- Ο Σωσμένος


Σίγουρα δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που ο Πάταλ έπρεπε να κρεμαστεί. Όποιο κι αν ήταν όμως το έγκλημά του, δεν μπόρεσε να κρύψει το χαμόγελό του όταν ο δεσμοφύλακας εκείνη τη νύχτα, πριν από το πρωί που είχε προγραμματιστεί να τον κρεμάσουν, του έφερε στο κελί ένα μπουκάλι κρασί και ένα κομμάτι καλοψημένου μοσχαρίσιου συκωτιού.
«Αυτά είναι για μένα;» ρώτησε.
«Ναι» αποκρίθηκε ο δεσμοφύλακας θλιμμένα, «απολαύστε τώρα στο τέλος ό,τι μπορείτε περισσότερο. Θα σας φέρω ακόμη καμιά αγγουροσαλάτα, διότι δεν μπορούσα να τα πάρω όλα μαζί μου μεμιάς. Έρχομαι αμέσως. Θα σας φέρω επίσης και κουλουράκια. Επιστρέφω αμέσως».
Ο Πάταλ κάθισε αναπαυτικά στο τραπέζι και, χαμογελώντας, δάγκωσε ευτυχισμένος το καλοψημένο κρέας. Όπως φαίνεται, ήταν λίγο κυνικός, κατά τ’ άλλα όμως ήταν ένας τελείως λογικός άνθρωπος, που προσπαθούσε να απολαύσει μέσα στον κόσμο οτιδήποτε θα μπορούσε να απολαύσει κανείς αυτές τις ελάχιστες εναπομείνασες ώρες ζωής που είχαν καθοριστεί από το δικαστήριο.
Μια σκέψη μόνο στριφογύριζε συνεχώς στο μυαλό του και τον βασάνιζε λίγο: ότι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που το ίδιο πρωί του είχαν ανακοινώσει πως το αίτημα για απονομή χάριτος που υπέβαλε είχε απορριφθεί και επομένως η εκτέλεση της ποινής θα πραγματοποιούνταν κανονικά μέσα σε 24 ώρες –ώστε ο κατάδικος να είναι σε θέση να προετοιμαστεί κατάλληλα για την επιτυχή εφαρμογή της και την τακτοποίηση αυτής της εκκρεμότητας–, όλοι εκείνοι που θα τον μετέφεραν στον τόπο εκτέλεσης, θα τον εκτελούσαν και θα αντίκριζαν τον θάνατό του, όλοι εκείνοι λοιπόν, την επόμενη μέρα, τη μεθεπόμενη, και ούτω καθεξής, θα παρέμεναν ζωντανοί και ήσυχοι, θα επέστρεφαν κανονικά στις οικογένειές τους, ενώ αυτός δεν θα υπήρχε πια.
Φιλοσοφούσε έτσι, τρώγοντας παράλληλα το συκώτι, και όταν του έφεραν τη σαλάτα και τα κουλουράκια, σηκώθηκε όρθιος και εξέφρασε την επιθυμία να του φέρουν μια πίπα και λίγο καπνό.
Του αγόρασαν, λοιπόν, ό,τι ήθελε για να μπορέσει άνετα να καπνίσει. Ο ίδιος ο φρουρός τού άναψε τη φωτιά και του επέσεισε την προσοχή στην πίστη που έπρεπε να έχει στην απεριόριστη χάρη του Θεού. Αν εδώ στη Γη όλα είχαν ήδη χαθεί, τίποτα δεν είχε ακόμα χαθεί στον Ουρανό.
Ο κατάδικος Πάταλ παρακάλεσε για μια μερίδα ζαμπόν ακόμη και ένα λίτρο κρασί.
«Θα πάρετε όλα όσα επιθυμείτε» του είπε ο φρουρός, «άνθρωποι του είδους σας θα πρέπει να εξυπηρετούνται».
«Φέρτε μου επίσης δύο λουκάνικα και λίγη κρέμα. Ακόμα, θα ήθελα ένα λίτρο μαύρο κρασί».
«Όλα θα σας τα φέρουμε, πηγαίνω αμέσως να σας εξυπηρετήσω» είπε ευγενικά ο φρουρός. «Γιατί, άλλωστε, να μη σας ευχαριστήσουμε; Η ζωή είναι τόσο μικρή και ο άνθρωπος θα πρέπει να απολαμβάνει όλα όσα μπορεί και προλαβαίνει». 
Όταν έφερε τα πράγματα που του είχαν ζητηθεί, ο φρουρός συνέχισε να φιλοσοφεί μαζί με τον Πάταλ, ο οποίος του ανακοίνωσε ότι ήταν πλέον απολύτως ικανοποιημένος.
«Ω, Θε μου» φώναξε ο Πάταλ, όταν τα είχε πια όλα καταβροχθίσει, «έχω ακόμα τρομερή όρεξη για ένα συκωτάκι από το Ντέμπρετσεν, λαδερές σαρδέλες, τυρί γκοργκοντζόλα και άλλα καλούδια».

«Θα έχετε ό,τι επιθυμείτε» αποκρίθηκε ο φρουρός «και, μα την ψυχή μου, είμαι πολύ χαρούμενος που όλα σας αρέσουν τόσο πολύ. Ελπίζω, βέβαια, μέχρι αύριο το πρωί να μην κάνετε καμιά ανοησία και μου κρεμαστείτε μόνος σας. Βλέπω, όμως, ότι είστε τίμιος άνθρωπος. Άλλωστε, τι θα κερδίζατε με κάτι τέτοιο, κύριε Πάταλ, τι νόημα θα είχε αν αυτό δεν πραγματοποιηθεί φυσιολογικά, από μόνο του και μέσω της επίσημης οδού; Σαν τίμιος άνθρωπος, είμαι, μα την ψυχή μου, σίγουρος πως ούτε κατά διάνοια δεν θα κάνατε τέτοιο κακό στον εαυτό σας. Αλήθεια, δεν θα θέλατε ακόμη ένα ποτηράκι μπίρα; Ή μήπως καλύτερα δύο; Η μπύρα σήμερα είναι εξαιρετική. Πίνεται άριστα με το τυρί γκοργκοντζόλα. Θα σας φέρω, λοιπόν, δύο ποτηράκια, αγαπητέ φίλε, για να πιείτε κρασί και με τις σαρδέλες και με το συκωτάκι. Αυτά ταιριάζουν μαζί καλύτερα».
Σύντομα, το κελί γέμισε από τη μυρωδιά όλων εκείνων των πραγμάτων και, ανάμεσα σε αυτό το μίγμα, καθόταν ευχαριστημένος ο Πάταλ, τρώγοντας ανυπόμονα το τυρί, τις σαρδέλες, πίνοντας κρασί, μπίρα ή οτιδήποτε έπιανε στα χέρια του.
Είχε βυθιστεί σε μια ευχάριστη σκέψη, πως τάχα βρισκόταν σε μια βεράντα εστιατορίου, μέσα σε ένα δάσος με κλαδιά και φύλλα που λαμπύριζαν στο φως του ήλιου, και περνούσε ελεύθερος μια βραδιά μέσα σε όλη αυτή τη χλιδή. Και στη θέση του χοντρού φρουρού, που στην πραγματικότητα στεκόταν απέναντί του, βρισκόταν στη φαντασία του ο ξενοδόχος, ο οποίος του μιλούσε συνεχώς, εξαναγκάζοντάς τον για ποτό, όπως και ο πρώτος.
«Πείτε μου ανέκδοτα» παρακάλεσε ο Πάταλ τον δεσμοφύλακα και εκείνος με θέρμη του διηγήθηκε κάποια από τα τελευταία ανέκδοτα με περιεχόμενο από το περιβάλλον της Πράγας, όπως είπε ο ίδιος.
Ο Πάταλ εξεδήλωσε την επιθυμία του για μερικά φρούτα, γλυκά ή μαλακά κουλουράκια και ένα φλιτζάνι μαύρο καφέ. Η επιθυμία του εκπληρώθηκε. 
Όταν τελείωσε, ήρθε ο πνευματικός της φυλακής να τον εξομολογήσει. Ήταν ευχάριστος άνθρωπος, καθόλου απόμακρος, φιλικός, όπως άλλωστε όλοι εκείνοι γύρω του που τον φρόντιζαν τόσο πολύ, τον είχαν καταδικάσει σε θάνατο και την επομένη θα τον κρεμούσαν. Είχαν όλοι τους χαρωπά πρόσωπα και κοινωνικά ήταν πολύ ευχάριστοι.
«Ο Θεός να σας ευλογεί, τέκνον μου» είπε ο ιερωμένος, χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο. «Αύριο, νωρίς το πρωί, τα βάσανά σας θα τελειώσουν. Μην απογοητεύεστε. Εξομολογηθείτε και κοιτάξτε τον κόσμο με αισιοδοξία, με πίστη στον Θεό, διότι ο Θεός χαίρεται με τον αμαρτωλό που μετανοεί. Υπήρξαν άνθρωποι που δεν εξομολογήθηκαν, που όλη τη νύχτα βάδιζαν από τη μια πλευρά του κελιού στην άλλη ουρλιάζοντας. Ξέρω ότι δεν είναι ευχάριστο συναίσθημα, ότι μπορεί και να σου στρίψει, αλλά αυτός που εξομολογείται, ακόμη και εδώ στο κελί, αυτή την τελευταία νύχτα, παίρνει τον ύπνο του δικαίου. Και βυθίζεται στη χαρά. Σας διαβεβαιώ, τέκνον μου, και σεις θα αισθανθείτε έτσι αν καθαρίσετε την ψυχή σας από την αμαρτία».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Πάταλ χλώμιασε. Κάτι του γύρισε το στομάχι, ένιωσε πολύ άσχημα και άρχισε να κάνει εμετό. Το πρόβλημα δεν τελείωσε εκεί όμως, διότι άρχισε αμέσως να έχει τρομερούς στομαχικούς σπασμούς και στο μέτωπό του να τρέχει κρύος ιδρώτας.
Ο πνευματικός της φυλακής τρόμαξε. Νέοι σπασμοί, συνοδευμένοι από ρίγη, έκαναν συνεχώς την εμφάνισή τους. Ο Πάταλ, από τους αβάσταχτους πόνους, τυλίχθηκε σε μια γωνιά σαν κουβάρι.
Γρήγορα ήρθαν οι φρουροί και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της φυλακής. Οι ιατροδικαστές στριφογύριζαν αμήχανοι τα κεφάλια τους. Μέχρι το βράδυ, είχε κάνει πολύ υψηλό πυρετό με ρίγη και στις δώδεκα τα μεσάνυχτα οι γιατροί ανακοίνωσαν ότι η κατάστασή του ήταν πλέον πολύ κρίσιμη, ενώ ομόφωνα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για δηλητηρίαση.
Τους βαριά αρρώστους που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο δια απαγχονισμού δεν τους κρεμάνε, γι’ αυτό και εκείνη τη νύχτα δεν στήθηκε κρεμάλα.
Αντί γι’ αυτό, έκαναν στον Πάταλ πλύση στομάχου και, μετά την ανάλυση των υπολειμμάτων φαγητού που πήραν από το στομάχι του, εξακριβώθηκε η ύπαρξη πτωματικού δηλητηρίου σε μερικά τμήματα των λουκάνικων, που τώρα πια βρίσκονταν όλα μαζί σε ένα πιάτο, ανάμεσα στα άλλα μη δηλητηριασμένα μέρη που είχαν αντληθεί από το στομάχι του.
Αμέσως διατάχθηκε και έγινε επιθεώρηση στον χασάπη από τον οποίο είχε γίνει η προμήθεια των λουκάνικων και βρέθηκε ότι ο τελευταίος δεν τηρούσε τους υγειονομικούς κανόνες, διότι δεν έβαζε τα λουκάνικα στον πάγο. Το θέμα παραπέμφθηκε στην προϊστάμενη αρμόδια αρχή, η οποία τιμώρησε δεόντως τον χασάπη για το αδίκημα της θέσης προσώπου σε μεγάλο σωματικό κίνδυνο.
Ανάμενα στους γιατρούς οι οποίοι εξέτασαν τον Πάταλ βρέθηκε ένας νέος και καλός γιατρός, ο οποίος, από δικό του ενδιαφέρον, μελέτησε όλο το ιστορικό της ασθένειας του Πάταλ και προσπάθησε με πάθος να τον κρατήσει στη ζωή, αφού η περίπτωση ήταν βαριά.
Ολημερίς και ολονυχτίς περιέθαλπε με ιδιαίτερο ζήλο τον ασθενή, κι έτσι, μετά από δεκατέσσερις ημέρες, ήταν σε θέση να του ανακοινώσει με ένα φιλικό χτυπηματάκι στην πλάτη: «Σωθήκατε!».
Την άλλη μέρα, ο Πάταλ απαγχονίστηκε κανονικά, διότι η σωματική του κατασκευή άντεχε ήδη τη θηλιά.
Ο χασάπης, ο οποίος με τα χαλασμένα λουκάνικα παρέτεινε τη ζωή του Πάταλ για δεκατέσσερις ολόκληρες ημέρες, καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών εβδομάδων σε φυλακή βαρυποινιτών, για το αδίκημα της θέσης προσώπου σε μεγάλο σωματικό κίνδυνο.
Ο γιατρός που έσωσε τη ζωή του Πάταλ έλαβε έπαινο από το δικαστικό σώμα.

Γιάροσλαβ ΧάσεκKarikatury, 213, 5/1/1910 

Μετάφραση από τα τσεχικά: Μάριος Δαρβίρας. Περιλαμβάνεται στη συλλογή δοκιμίων:

Wednesday, 18 March 2020

Μια επίκαιρη συνέντευξη


Στις 14 Μαρτίου 1879, γεννήθηκε ο Άλμπερτ Αϊνστάιν (1879 – 1955), κορυφαίος φυσικός και θεμελιωτής της θεωρίας της σχετικότητας. Στην παρακάτω διεύθυνση παραθέτουμε το το γνωστό του άρθρο με τίτλο «Why sosialism?» («Γιατί σοσιαλισμός;»), το οποίο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο πρώτο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Monthly Revue, το έτος 1949, για να πάρουμε μια αίσθηση του άλλου Αϊνστάιν, του πολιτικού αυτή τη φορά, που μεθοδικά και επιμελώς μας κρύβουν. Ωστόσο, η ίδια η συνέντευξη , είναι αποκαλυπτική ως προς τους λόγους αυτής της απόκρυψης. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα ανακαλύψει εδώ όχι μόνο την πολυεδρική (αναγεννησιακή) προσωπικότητα του μεγάλου επιστήμονα αλλά έναν Αϊνστάιν τρομερά επίκαιρο και μαχόμενο στοχαστή των μεγάλων προβλημάτων της ανθρωπότητας, ο οποίος θέτει «τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων». Αναμένουμε και από άλλους σημαντικούς ανθρώπους και επιστήμονες της σύγχρονης εποχής ανάλογη εμβρίθεια.

Friday, 2 November 2018

Byung – Chul Han: «Λυπάμαι, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα»


Θεωρείται σταρ μεταξύ των ομοίων του και μπορεί με ελάχιστες προτάσεις να γκρεμίσει ολόκληρα θεωρητικά οικοδομήματα που υποβαστάζουν την καθημερινότητά μας. Γι΄αυτό και είναι αποδέκτης θαυμασμού, αλλά και εχθρότητας. Μια συνομιλία με τον φιλόσοφο Μπιούνγκ – Τσουλ Χαν.
΄
Ο ίδιος είχε προτείνει ως τόπο συνάντησης το καφέ Liebling. Ο συνεσταλμένος φιλόσοφος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου και έχει προξενήσει αίσθηση με τα βιβλία του «Η κοινωνία της κόπωσης» και «Η κοινωνία της διαφάνειας». Αποφεύγει τις συνεντεύξεις.
Έχουν περάσει κιόλας δέκα λεπτά από την κανονισμένη ώρα συνάντησης. Επρόκειτο άραγε να μας στήσει; Τότε όμως εμφανίζεται να κατηφορίζει το δρόμο με το ποδήλατο. Μπαίνει, κάθεται και παραγγέλνει μια Κόκα Κόλα.

Friday, 7 September 2018

Ονειρεύομαι σε μια άλλη γλώσσα

Ο Martín (Fernando Álvarez Rebeil), είναι ένας νεαρός  γλωσσολόγος, που ταξιδεύει από το Μεξικό σε ένα μικρό χωριό στην καρδιά των ζούγκλας του Μεξικού για να ερευνήσει μια ιθαγενή γλώσσα που ονομάζεται Zikril, σε μια προσπάθεια του να διασώσει νεκρές γλώσσες στις παρυφές του πολιτισμού . Τα μόνα δύο άτομα που βρίσκονται εν ζωή και  μπορούν να μιλήσουν με την υπό εξαφάνιση γλώσσα είναι ο Isauro (José Manuel Poncelis) και ο Evaristo (Eligio Meléndez) και αυτός χρειάζεται μόνο μερικές συζητήσεις μεταξύ τους για να αποκρυπτογραφήσει τη γλώσσα.    Ωστόσο, ο Isauro ούτε ο Evaristo έχουν να συνομιλήσουν εδώ και 50 χρόνια εξαιτίας μιας διαμάχης για μια γυναίκα, την María (Nicolasa Ortíz Monasterio),  την οποία ερωτεύτηκαν και οι δύο. Ο Martín είναι αναγκασμένος να  φέρει κοντά αυτό το ζευγάρι των πρώην φίλων, όπου το ένα μέρος αισθάνεται έντονη δυσαρέσκεια και το άλλο απέραντη θλίψη.  Ωστόσο σε αυτή του την προσπάθεια ανακαλύπτει, ότι υπάρχουν περισσότερα για το παρελθόν τους από αυτά που  συναντά το μάτι. Ποιοι είναι οι πραγματικοί λόγοι που οδήγησαν μία μεγάλη φιλία στην απόλυτη αποξένωση;
Πολύ σημαντικά και συγκλονιστικά μυστικά της κουλτούρας που φεύγει με τους δύο τελευταίους ανθρώπους που μιλούν την γλώσσα τη και μαζί με αυτά και μια συνταρακτική ανθρώπινη ιστορία συνυφασμένη με αυτό το ψυχομαχητό.
Το χωριό της ταινίας, βγαλμένο από μια άλλη εποχή, με χρώματα και ήχους σχεδόν υπερβατικά,  γίνεται ο τόπος, το ανυπέρβλητο φόντο πάνω στο οποίο χορεύουν πιασμένα σε ένα τρομερό σφιχταγγάλιασμα με χαρακτήρα πεπρωμένου,  μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα: τι είναι μια γλώσσα και τι πραγματικά χάνει η ανθρωπότητα χάνοντας ένα πολιτισμό, τη γλώσσα του, τους ανθρώπους τους, τα πιστεύω τους, τις ζωές τους, τις χαρές και τις ελπίδες τους;
Τι μπορεί να σημαίνει φιλία αγάπη και έρωτας σε έναν κόσμο σε έναν κόσμο που βασιλεύει η ασημαντότητα και πόσο μακρυά μπορεί να φτάσει η προσπάθεια και ο αγώνας για να παραμείνουν ανέγγιχτα και θεμελιώδη;
Είναι ποτέ δυνατόν να αναμετρηθούν οι άνθρωποι με τη ζωή και τον θάνατο χωρίς τη λυτρωτική δύναμη του μύθου και μακρυά ό ένας από τον άλλο;  
Μια ταινία συναρπαστική, γεμάτη ποίηση με έναν ιδιαίτερο ρυθμό, ενδόμυχο, με ζώνες στα βαθιά και ανεβάσματα στην επιφάνεια για κάποιες ανάσες, με σύμβολα, με τόλμη, με φαντασία, με μία φύση πολλές μουσκεμένη, όμως απίστευτα ζωντανή, πλημμυρισμένη με ήχους μυριάδων πουλιών αγγελιοφόρων της «Μητέρας Πουλί».
Και στην κατακλείδα ένας συγκλονιστικός γρίφος και ένα μεγάλο μήνυμα.

Ο τίτλος «Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα» αποκτά μια εντελώς νέα έννοια μετά από αυτή την ταινία. Μια μεγάλη ταινία για τη δυσαρέσκεια, την αγάπη και το πέρασμα του χρόνου, αλλά και με την ανοχή και την αποδοχή του εαυτού μας στις δυνάμεις και τις αδυναμίες τους. Μια ταινία που αντικατοπτρίζει το πώς οι προκαταλήψεις καταστρέφουν τα πάντα: την αγάπη, τη φιλία και τον χρόνο.


Friday, 11 May 2018

Η μοναξιά του ανθρώπου


Αν η μνήμη μου δεν με απατάει κι επειδή οι γνώσεις μου στα αρχαία ελληνικά άρχισαν να περιορίζονται , οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν τον καημένο τον άνθρωπο πολιτικό ζώο. Μ’ άλλα λόγια ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο. Έτσι τουλάχιστον το καταλαβαίνω εγώ. Πιστός στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία επιδιώκω πάντα να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους, έστω και αν τους βλέπω για πρώτη φορά στη ζωή μου. Κι όχι μόνο αυτό. Αν δω   που συζητάνε χώνομαι και εγώ ανάμεσά τους και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες τους,  κινώ θεούς και δαίμονες να τους κάνω φίλους.
 Δυστυχώς όμως, κάθε φορά που προσπαθώ κάτι τέτοιο, μου δίνεται η ευκαιρία να διαπιστώσω ότι οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν μεγάλο λάθος θεωρώντας τον άνθρωπο κοινωνικό ζώο.
Ο σημερινός άνθρωπος είναι ένα φοβερά ακοινώνητο όν. Τελευταία προσπάθησα να γνωριστώ, χωρίς καμία κακή πρόθεση, μ’ ένα ζευγάρι ερωτευμένων  που συνάντησα στο δάσος Κούχλε. Τι έγινε δεν περιγράφεται. Ο νεαρός όχι μόνο με έβρισε χυδαιότατα, αλλά έκανε χρήση και ανεπίτρεπτων χτυπημάτων της ελληνορωμαϊκής πάλης. Τελικά τον ξυλοφόρτωσα για τα καλά και το έβαλε στα πόδια με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, μαζί με την ομορφούλα του. Τους πήρα καταπόδι να τους εξηγήσω τις καλές μου προθέσεις,  αλλά έγινα άφαντοι στα νταμάρια.
Το ίδιο αποτέλεσμα είχαν όλες οι προσπάθειές μου να αποκτήσω σχέσεις φιλίας με άγνωστους συνανθρώπους. Να μην τον πολυλογάμε, τζίφος υπόθεση.
Προς την κατεύθυνση αυτή,  εγώ νομίζω ότι το σκυλί είναι κοινωνικότερο ζώο από τον άνθρωπο. Να,  ένα γερμανικό μπουλντόγκ  μόλις  φτάσει στην Πράγα και συναντήσει τυχαία και για πρώτη φορά μία ντόπια σκύλα,  τα φτιάχνουν αμέσως. Αλληλομυρίζονται ,  γαβγίζουν σε ένδειξη αλληλοχαιρετισμού και έρχονται σε φιλική επαφή χωρίς πολυλογίες. Η φιλία τους δεν κρατάει και πολύ,  αλλά είναι τέλεια. Δεν κρατούν απόσταση και δεν ενδιαφέρονται για την κοινωνική τους κατάσταση. Πιστεύουν στην απόλυτη ισότητα.
Αλλά να και εδώ επεμβαίνει ο ιδιοκτήτης του μπουλντόγκ και διαλύει βάναυσα με τη μπαστούνα του ένα τρυφερό δεσμό που μόλις έχει δημιουργηθεί.
Και η καημένη η Σκύλα Μένει μόνη κι απαρηγόρητη στην άκρη του δρόμου, με τι γλώσσα μιλάνε μία σπιθαμή, καταργώντας τον άνθρωπο για την σκυλίσια κακία του! Και δε έχει άδικο, γιατί οι σκύλοι έχουν το όνομα και άνθρωποι τη χάρη!
Έτσι είναι. Με τους ανθρώπους δεν μπορείς να συνεννοηθείς,  όσο κι αν το επιδιώξεις.
Κάποτε καθόμουνα ολομόναχος σε άνα τραπέζι στο εστιατόριο «Αμπασαντόρ». Αισθανόμουνα σν κυνηγημένο σκυλί. Μπροστά μου καθόταν μια παρέα από κυρίους και κυρίες, που το κέφι και η ευθυμία τους με κατενθουσίασαν τόσο πολύ ώστε θέλησα να τους γνωρίσω από κοντά,
Πήρα τον καφέ και την καρέκλα μου και πήγα να καθίσω στο τραπέζι τους. Μόλις πλησίασα την παρέα, ευγενέστατα τους είπα:
-Παρακαλώ, με συγχωρείτε, είμαι ολομόναχος και με πνίγει η μοναξιά και η θλίψη. Βλέπω ότι διασκεδάζετε θαυμάσια. Μου επιτρέπετε να καθήσω και εγώ στην παρέα σας; Αισθάνομαι την ανάγκη μιας παρέας.
Αμέσως οι συζητήσεις και το κέφι κόπηκαν με το μαχαίρι.
Έμειναν όλοι άφωνοι και ανέκφραστοι σαν απολιθωμένοι. Τελικά, κάποιος κύριος, τρίζοντας τα δόντια, με άρπαξε από το γιακά και μου είπε απειλητικά: Τι γαϊδουριά είναι αυτή κύριε; H πράξη σου είναι εξοργιστική! Γκρεμοτσακίσου από δω γιατί θα σε σκίσω! Προσπάθησα να το εξηγήσω ότι είμαι ένας κοινωνικός άνθρωπος, πως δεν είμαι μονήρης, ότι τρελαίνομαι για παρέα και είμαι έτοιμος να αποδεχτώ οποιοδήποτε όρο, αρκεί να με δεχτούν στο τραπέζι τους.
Ξαφνικά σηκώθηκε κι άλλος ένας κύριος της παρέας και με οργίλο τόνο μου λέει:
-Ρε γάϊδαρε, θα ξεκουμπιστείς απ’ εδώ; Ρε άντε χάσου που θα μπεις στην παρέα μας! Τσακίσου γιατί θα καλέσω το μαίτρ!
- Και δεν τον καλάς! Απάντησα εγώ ψύχραιμα.
 Ακολούθησε σωστό πανδαιμόνιο. Κατέφθασε καταϊδρωμένος ο μαιτρ και όλοι άρχισαν να με σκυλοβρίζουν,  λέγοντας ότι σώνει και καλά θέλω να μπω στην παρέα τους. Οι κυράδες  της παρέας με κοίταζαν με τόσο μίσος, ώστε αν μπορούσαν θα με έτρωγαν ζωντανό!
Εγώ απαντούσα θαρραλέα ότι δεν θέλω να μείνω μόνος μου και δεν το κουνάω ρούπι γιατί είμαι κοινωνικό ον κ.λ.π., κ.λ.π.  Άδικος κόπος, ή όπως λέει και το ευαγγέλιο, «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».
Μπροστά στην επιμονή μου, ο μαιτρ και κύριοι της παρέας έκριναν σκόπιμο να με κλωτσοπετάξουν έξω σαν καροτσάκι.
Παρόμοια παθήματα μπορώ να σας αναφέρω με το τσουβάλι. Κάποτε ρώτησα κάτι μία κυρία στο τραμ και αντί για απάντηση αυτή με έβρισε. Αμέσως ο τραμβαγέρης με κατέβασε από τη στάση άλλη.
Παλιά Πράγα
Άλλη μια φορά προσπάθησα να γνωρίσω στο δρόμο ένα κύριο,  γιατί αισθανόμουνα να με πνίγει η μοναξιά.  Έμπηξε τις φωνές και αντί για μία ανθρώπινη συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων,  βρέθηκα στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα για… αλητεία!
Πάλι καλά γιατί υπάρχουν και χειρότερα. Έτσι, ταξιδεύοντας κάποτε με το εξπρές Πράγα-Βιέννη, προσπάθησα να ανταλλάξω καμιά κουβέντα με έναν μαντραχαλά που καθόταν απέναντί μου. Έ, αν δεν επέμβαινε για καλή μου τύχη ο ελεγκτής,  θα με πέταγε από το παράθυρο ο εξαγριωμένος μαντραχαλάς!
Πέντε φορές με έσπασαν στο ξύλο. Τρεις φορές ξυλοφόρτωσε εγώ κάτι τύπους που δεν δέχτηκαν τη φιλία μου. Δύο φορές με πέταξαν από το πλοίο στη θάλασσα και λίγο έλειψε να πνιγώ. Ένας Γάλλος τουρίστας τον οποίο θέλησα να εξηγήσω κάτι σε ένα ιστορικό δρόμο της Πράγας, τράβηξε το πιστόλι. Ευτυχώς  πρόλαβα και τον αφόπλισα.
Πολλές φορές,  ο πόθος μου να γνωρίσω τους ανθρώπους κατέληξε στο αυτόφωρο όπου με την κατηγορία της «παρενόχλησης» με βάλανε στο φρέσκο ποτέ ένα και πότε δύο μήνες.
Αλλά πάντοτε σαν τον Πάολο Μαντεγάτσα,  έλεγα με σθένος και αυτοπεποίθηση: «Δεν υποχωρώ, μένω πιστός στις θέσεις μου. Υποφέρω αλλά δεν υποκύπτω».
Τι το θέλεις και τι το συζητάς. Είμαι ζώον πολιτικό και τέρμα!
Μπροστά στο σιδηροδρομικό σταθμό «Βίλσον» της πρωτεύουσας συνάντησα πρόσφατα μία όμορφη και νεαρή κυρία που μόλις είχε έρθει στην Πράγα. Κρατούσε στην αγκαλιά της ένα φασκιωμένο μωρό. Κατάλαβα αμέσως ότι της ήταν εντελώς άγνωστη η Πράγα,   αφού όπως άκουσα ρωτούσε κάποιο χαμάλη να της πει πού είναι η συνοικία  Σμίχοβ.
Κι  εγώ στο Σμίχοβ πάω, μπερδεύτηκα στη συζήτηση, παρόλο ότι δεν είχα καμία δουλειά εκεί. Αν θέλετε, μπορούμε να πάμε μαζί,  πρόσθεσα ευγενικότατα.
Σμίχοβ-Τσεχία
Δέχτηκε την πρόταση μου και έτσι ξεκινήσαμε για τη Σμίχοβ. Είχα όρεξη για κουβέντα και σε μία στιγμή τη ρώτησα από πού είναι.
-  Και τι σε νοιάζει από πού είμαι; μουκοψε το βήχα η νεαρή κυρία.
-  Έχεις δίκιο παραδέχτηκα,  και το βούλωσα. Φτάνοντας στην οδό Γίντρισκα, εντελώς ξαφνικά, μου λέει πως πείνασε και θα ήθελα να φάει κάτι βραστά λουκάνικα.
Μπήκαμε σε μια ταβέρνα , παραγγείλαμε λουκάνικα και μπύρα και αρχίσαμε να συζητάμε για τα χοιρινά σκουλήκια. Σε συνέχεια περάσαμε στη βουβωνική πανώλη, στα πατατοσκουλήκια και τέλος το άρμεγμα των αγελάδων.
Κι ενώ εμείς ζητούσαμε τόσο σοβαρά και επίκαιρα θέματα,  το μωρό είχε σκάσει στο κλάμα.
Αφού έφαγε κι ήπιε για τα καλά,  η ομορφούλα θυμήθηκε απότομα ότι κοντά,  δίπλα στο ταχυδρομείο, έχει μια θεία  την οποία πρέπει να δει οπωσδήποτε. Γι’   αυτό με παρακάλεσε να τις κρατήσω λίγο το μωρό.
-  Θα έρθω αμέσως,  μου είπε και έγινε άφαντη.
Πήρα υπό την προστασία μου το βυζανιάρικο κι αμέσως αισθάνθηκα να με κατακλύζει μία ανείπωτη νοσταλγία για την οικογενειακή ζεστασιά που ποτέ δεν ένιωσα. Δεν μου έμεινε τίποτε άλλο παρά να περιμένω…
Πέρασε  πάνω από μία ώρα. Το αθώο πλάσμα που κράταγα στην αγκαλιά μου είχε στο μεταξύ μετατραπεί σε ανήμερο θηρίο. Ούρλιαζε λες και το σφάζανε. Ένας μουστερής από κάποιο διπλανό τραπέζι,  φανερά εκνευρισμένος από τα ουρλιαχτά, πλήρωσε και έφυγε αραδιάζοντας πίσω του καντήλια και χριστοπαναγίες. Ο ταβερνιάρης με κατακεραύνωσε με ένα βλέμμα και σε λίγο μη αντέχοντας άλλο ξέσπασε:
-  Ορίστε μας,  έρχεται για πρώτη φορά στην ταβέρνα μου και τη μετατρέπει σε βρεφοκομείο!
 Έπειτα έφυγαν οι άλλοι μουστερήδες, λέγοντας με αγανάκτηση:
 E,  δεν υποφέρεται άλλο! Kαι σιδερένια νεύρα να έχεις σου τα σπάει αυτό το νιάνιαρο! Έκανα πως δεν κατάλαβα και δεν έβγαλα τσιμουδιά. Η ταβέρνα άδειασε. Μερικοί που μπήκαν να πιουν κάτι, μόλις άκουσαν τα ουρλιαχτά του μωρού που είχα στην αγκαλιά μου,  με στραβοκοίταξαν και έφυγαν αμέσως.  Ο ταβερνιάρης τα ‘βάλε με μένα βρίζοντας μ’ ότι χυδαίο ήξερε.
- Άκου εδώ κύριε, αυτός ο μουστερής που ‘φυγε τώρα δα, πίνει στην ταβέρνα μυ 15 μπύρες τη μέρα!
-Αφού του βαστάει η τσέπη! Απάντησα και το βούλωσα αμέσως γιατί κατάλαβα ότι τον ερέθισα με το παραπάνω.
Πέρασε ακόμα μια ώρα. Αφήνοντας κατά μέρος τους τύπους ο ταβερνιάρης με ρώτησε ορθά-κοφτά:
Πότε σκέφτεσαι να ξεκουμπιστείς με το μυξιάρικό σου απ’ εδώ;
Αποφάσισα να του μιλήσω ανοιχτά. Απευθύνθηκα στα ανθρώπινα αισθήματα του,  στην ανάγκη να δείξει κάποια κατανόηση γιατί τα μωρά, όπως λέει κι η επιστήμη,  πρέπει να κλαίνε για ν’ ατσαλωθούν τα πνευμόνια τους. Το κλάψιμο στα μωρά είναι μία μορφή έκφρασης της ζωτικότητας,  γιατί οπωσδήποτε πρέπει να κάνουν και αυτά κάτι. Είναι αδύνατο να κάθονται σαν κούτσουρα,  αφού είναι άνθρωποι. Όλοι οι ταβερνιάρηδες στην ηλικία του μωρού έκλαιγαν και ούρλιαζαν. Και όχι μόνο οι ταβερνιάρηδες,  αλλά και αυτοί που είναι σήμερα κοτζάμ υπουργοί.
Και έτσι κατάφερα να περάσει ακόμα μία ώρα.  Έμεινα κατάπληκτος απ’ την αντοχή και τη ζωτικότητα από το νιάνιαρου. Έκλαιγε και ούρλιαζε χωρίς να μειώσει το ρυθμό και την ένταση. Αναγκάστηκα να διαμαρτυρηθώ έντονα γιατί ο ταβερνιάρης προσπάθησε να με κλωτσοπετάξει στο δρόμο μαζί με το μωρό.
-  Μα τι πράγματα είναι αυτά,  κύριε; Eίναι δυνατόν να πετάξεις ένα αθώο μωρό στο δρόμο;  Aυτό το πλασματάκι,  σωστό αγγελούδι,  έχει ανάγκη από χάδια και στοργή. Το καημένο που έμπλεξε! Άντε καμάρι μου,  κλάψε,  ούρλιαξε όσο μπορείς, να εκτονωθείς λιγάκι παρότρυνα το βυζανιάρικο. Μη φοβάσαι κανένα. Ούρλιαξε μέχρι να πέσουν τα καμπαναριά της απέναντι εκκλησιάς!
-  Φοβερό,  πρωτάκουστο! Μούρχεται ν’ αυτοκτονήσω!  έλεγε και ξανάλεγε ο ταβερνιάρης απελπισμένος. Θα με τρελάνουν για τα καλά!
-Άντε  τώρα μην κάνεις έτσι!  Θα συνηθίσεις,  λιγάκι υπομονή χρειάζεται! τον καλοπήρα εγώ.
Νύχτωσε κι η μάνα του παιδιού δεν φάνηκε. Σ’ όλο αυτό το διάστημα αντιμετώπισα με σθένος τις αλλεπάλληλες επιθέσεις του ταβερνιάρη,  που μη αντέχοντας άλλο ξέσπασε σε λυγμούς. Μόλις άκουσε το γοερό κλάμα του ταβερνιάρη, το μωρό, λες και πήρε δύναμη, άρχισε να ουρλιάζει ακόμα περισσότερο. Αγόρασα ένα μπουκάλι γάλα και τούδωσα να πιει,  του άλλαξα τα σπάργανα και συνέχισα να περιμένω. Ξαφνικά, άρχισα να υποπτεύομαι ότι μάλλον έπεσε θύμα μιας καλοστημένης παγίδας. Θα επρόκειτο ασφαλώς για έκθετο.
 Στο μεταξύ, ο ταβερνιάρης είχε αδειάσει ένα μπουκάλι κονιάκ. Αυτό όμως δεν τον βοήθησε να εξαγνίσει τα αισθήματά του και να μας αντιμετωπίσει με περισσότερη ανθρωπιά. Έβριζε και τους δυό,  δηλαδή εμένα και το βρέφος και μας καταριότανε γιατί του κλείσαμε την ταβέρνα.
Είχα ακούσει τόσα πολλά εκείνο το απόγευμα ώστε τίποτα πλέον δεν μου έκανε εντύπωση. Έτσι, άφησα τον ταβερνιάρη να βρίζει με όλη του την άνεση. Ακριβώς στις δέκα,  μας ανακοίνωσε με επισημότητα:
- Κύριος, κλείνουμε!
Βγήκε έξω και άρχισε να τραβάει τα ρολά. Κι έτσι βρέθηκα στο δρόμο μαζί με το έκθετο.
Στο αστυνομικό τμήμα όπου κατέφυγα,  αφού αφηγήθηκα τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έφτασα να γίνω κηδεμόνας του παιδιού,  ο αστυνομικός της υπηρεσίας μου είπε κοροϊδευτικά:
 - Για δες  βρε να πάρει η οργή,  πως την έπαθες σαν αγράμματος! Αρχίζεις την κουβέντα με μία άγνωστη, την πας στην ταβέρνα και αυτή σου φορτώνει στο λαιμό ένα νιάνιαρο! Έ,  αυτό θα πει ανθρωπιά!  Μου δίνεις, σε παρακαλώ την ταυτότητά σου;  Ά, έτσι λοιπόν, δεν έχεις ταυτότητα!  Μήπως την ξέχασες στο σπίτι;  Πως είπες; Δεν συνηθίζεις να ‘χεις μαζί σου την ταυτότητα; Μάλιστα, κατάλαβα! Bαφτίζεις το παιδί σου έκθετο και το φέρνεις την αστυνομία! Ωραία σκέψη, θαυμάσια! Βρε τομάρι, τι νομίζεις ότι είμαστε εμείς εδώ, ορφανοτροφείο για μπάσταρδα; Aντε, πάρτο, απ’ εδώ και τσακίσου γρήγορα!
Διαμαρτυρήθηκα έντονα για την απρεπή  αυτή η συμπεριφορά, γεγονός που είχε σαν συνέπεια να διαταχθεί η κράτησή μου. Έτσι τουλάχιστο εξασφάλισα ένα λημέρι για ύπνο.
Το πρωί είχαν συγκεντρωθεί τα απαιτούμενα στοιχεία για το πρόσωπό μου. Διαπιστώθηκε ότι ήμουνα φιλήσυχος πολίτης. Βγαίνοντας απ’ το κρατητήριο ο αστυνομικός της υπηρεσίας μου είπε σε τόνο ορμήνειας:
- Kαι άλλη φορά να προσέχεις όταν πιάνεις κουβέντα με άγνωστα πρόσωπα που θέλεις να γνωρίσεις.
Εμένα όμως κανένας δεν θα μπορέσει να με κάνει ν’ αλλάξω γνώμη Παραμένω σταθερός και αμετάκλητος στις θέσεις μου. Ποτέ δεν πρόκειται να απογοητεύσει η κακία των ανθρώπων, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να καταλάβουν ότι ένας κοινωνικός άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει συμπεριφορά.




Κάπου στην Πράγα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και όπως φαίνεται όχι και τόσο βαθιά στο παρελθόν. Συγγραφέας, Γιάροσλαβ Χάσεκ (1883-1923).





Wednesday, 24 January 2018

Μητριαρχία και Ορέστεια του Αισχύλου

Γιατί ο Φρίνριχ Ένγκελς, ,στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του το έτους 1884, του πασίγνωστου βιβλίου του Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, , ακριβώς λίγους μήνες μετά τον θάνατο του ακριβού του φίλου, Καρλ Μαρξ ( 14/3/1183), αναφέρει πως το έργο του αυτό αποτελεί ως ένα βαθμό «εκτέλεση διαθήκης», και ότι μεγάλος του φίλος λίγο πριν ξεκινήσει για το μεγάλο ταξίδι, είχε σκοπό να εκθέσει τα συμπεράσματα του των ερευνών της ανθρωπολογίας του Χ. Μόργκαν, στο έργο του Η αρχαία κοινωνία σε σχέση με τα αποτελέσματα της δικής του έρευνας; Τι ήταν αυτό που ενδιέφερε τόσο τον Μαρξ όσο αφορά τον τρόπο ζωής των αρχαίων κοινωνιών ;
Τι φύλου είναι η Θεογονία του Ησιόδου; Ποιος είναι κατά τον αρχαίο ποιητή ο γεννήτορας του κόσμου, και γιατί οι Ερινύες, οι γόνοι του πρώτου κοσμικού ζευγαριού , πάντα κατά τον Ησίοδο, της Γαίας με το γιο της Ουρανό ( γιατί με το γιο;) και αδερφές της Αφροδίτης, του Αγχίση και των Γιγάντων , πρώτα παιδιά θηλυκής Γεννήτρας του Κόσμου, Μητέρας,  φτάνουν το 458 π.χ στη Ορέστεια του Αισχύλου (την μοναδική διασωθείσα τριλογία) να παρουσιάζονται ως: «κοπάδι γυναίκες, στα τέσσερα σημεία απλωμένες, κοιμόνταν. Όχι γυναίκες. Γοργόνες θα ήταν. Ούτε Γοργόνες. Γοργόνες
και ακόμα χειρότερα. Τέτοιες σε ζωγραφιά τις είδα να κλέβουν του Φινέα το δείπνο. Πουλιά. Και τα άρπαζαν. Άφτερες τούτες. Και μαύρες. Στα μαύρα. Ολόκληρο σίχαμα. Ρόγχο ανέπνεαν. Ξεφυσώντας. Πληγές που κινούνταν τα μάτια τους. Στάζοντας αίμα. Και ντυμένες ανόσια. Από βωμούς κι από στέγες, θεέ μου, απόμακρα! Μίασμα είναι. Δεν την ξέρω τη γενιά τους, δεν τις ξανάδα. Ούτε ποια χώρα τις έθρεψε δίχως να πάθει».
Γιατί οι χθόνιες ΕρινύεςΑληκτώ, η Τισιφόη και η Μέγαιρα), που σημειωτέον γεννήθηκαν από αίμα προερχόμενο από ευνουχισμό της πρώτης αρσενικής δύναμης, του πρώτου πατέρα, και που παρουσιάζονται στην Ορέστεια με την μορφή κακών μαγισσών,  εντέλει σταματούν να καταδιώκουν τον μητροκτόνο Ορέστη και συναινούν με την κρίση και τη ρύθμιση της Αθηνάς της «αμήτωρ», όπως ισχυρίζεται η ίδια θεά; Είναι αλήθεια «αμήτωρ» η Αθηνά, ή πίσω από αυτό το παράξενο προσδιοριστικό κρύβεται ένα πολύ μεγάλο μυστικό, μια μυθολογική πράξη και  διαδικασία πολύ μεγάλης σημασίας, την οποία έχει φροντίσει να εξαφανίσει επιμελώς από προσώπου γης, όλος ο κατοπινός ανθρώπινος πολιτισμός, και που ίσως να αποτελεί το σημαντικότερο σημείο-κλειδί για την κατανόηση της διαχρονικής σημασίας του έργου;
Αλλά και γιατί οι Ερινύες του Ομήρου που κατοικούν στα σκοτάδια προστατεύουν  στην Οδύσσεια του Ομήρου  τους  φτωχούς. Ποιους φτωχούς, από ποιους ακριβώς πλούσιους τους προστατεύουν;
Γιατί  η Κλυταιμνήστρα φέρει ως όπλο της ( και σύμβολο εξουσίας)  τον διπλό πέλεκυ  και γιατί όταν αντιλαμβάνεται ότι ο γιος της  Ορέστης  είναι αποφασισμένος να την σκοτώσει προσπαθεί,  μάταια,  να τον προλάβει πριν αυτός την θανατώσει με το ξίφος του; Ποια είναι η σχέση του συμβολισμού του  διπλού πέλεκυ και των κεράτων του ταύρου , συμβόλου της εξουσίας του Μινωικού πολιτισμού; Τι εντέλει συμβολίζει σε όλο το κλασσικό έργο η μορφή της Κλυταιμνήστρας;
Έχουμε να κάνουμε με καθαρά πλάσματα της φαντασίας των αρχέγονων ποιητών  Ησιόδου και Ομήρου και την καλλιτεχνική  μετάπλαση τους εκ μέρους  τραγικού ποιητή ή για μια θεογονία και μύθο  στενά συνδεδεμένη με  ένα πολύ αρχέγονο παρελθόν  στο οποίο ο ρόλος των γυναικών στην ζωή των ανθρώπων  είναι πολύ διαφορετικός και οι κοινωνίες λειτουργούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο; Είναι δυνατόν να υπάρχουν θεοί για ανθρώπους που δεν τους αναγνωρίζουν και είναι δυνατόν;
Ποιος ήταν ο λόγος που ο Μαρξ σε ένα γράμμα του την άνοιξη του 1882 εκφράζεται με τις πιο έντονες εκφράσεις για την ολοκληρωτική παραποίηση της πρωτόγονης εποχής στο Bαγκνερικό κείμενο των «Νιμπελούγκεν»,  και γιατί στους «θεούς της ασέλγειας» του Βάγκνερ», που ακολουθώντας το συρμό κάνουν τις ερωτοδουλειές τους πιο πικαντικά με λιγάκι αιμομιξία ( «που ακούστηκε αδερφός να αγκαλιάζει σαν σύζυγο αδερφή;»)  απαντά ο Μαρξ «Στην πρωτόγονη εποχή η αδερφή ήταν σύζυγος και αυτό ήταν ηθικό»;  Μπορεί το έργο του μεγάλου τραγικού και η παρατήρηση να σχετίζονται ή η αποτελούν δύο άσχετα και ανεξάρτητα μεταξύ τους θέματα;
Τι σημαίνει άραγε το γεγονός ότι η λέξη «εφιάλτης» έχει την ίδια ρίζα στα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ρωσικά, τα πολωνικά, τα τσέχικα, τα ρουμάνικα, τα λιθουανικά κ.λ.π.
Γιατί όλο το έργο του σημαντικού Ιρλανδού καλλιτέχνη Φράνσις Μπέικον κατατρύχεται από τα θέματα που απασχολούν την Ορέστεια, την βία, την καταστροφή, την αυτοκαταστροφή τα αδιέξοδα και τους εγκλωβισμούς  που  ζωντανεύουν απαράμιλλα στο έργο του μεγάλου τραγικού της αρχαιότητας,  ένα έργο που από πολλούς χαρακτηρίστηκε το ορόσημο της αρχής του τέλους της τραγικότητας καθεαυτής;
Μήπως  το γλωσσικό ιδίωμα στο οποίο είναι γραμμένο το βιβλίο του ανθρώπινου κόσμου και της πραγματικότητας  είναι  αυτό  της δικής μας καθημερινής συνείδησης, ο κόσμος αποκαλύπτεται σε μας σήμερα πλουσιοπάροχα,  και επομένως οι εκφράσεις τέχνης και σκέψης άλλων εποχών είναι μη-αυθεντικές , ανούσιες και δίχως νόημα και άρα οποιαδήποτε προσπάθεια να αφουγκραστούμε την ηχώ τους είναι  ανάξια λόγου;  Και τότε η τέχνη και η φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο από μια πολυτέλεια που μπορεί ανάλογα με τις προτεραιότητες και τις ανάγκες να λογαριαστεί (μέσω ποσοτικού υπολογισμού) και φυσικά να απορριφθεί.

Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα προέκυψαν από την θεματολογία που επιλέξαμε να ξεκινήσουμε την νέα χρονιά στο «Σπουδαστήριο», με τον τίτλο «Μητριαρχία- η γυναίκα στο προσκήνιο», «Η Ορέστεια του Αισχύλου»Πατριαρχία-Η κοσμοϊστορική ήττα των γυναικών». Η υψηλή και διαχρονική τέχνη, η φιλοσοφική σκέψη, η ιστορία , ο ψυχισμός και η καθημερινή ζωή της αρχαιότητας και με μεταλλαγμένη μορφή των ημερών μας,  συναντούνται καίρια σε αυτήν την προβληματική. Eυκαιρία να συζητήσουμε για πολύ μεγάλα και θεμελιώδη ζητήματα.  Έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι δεν είμαστε σε θέση να απαντήσουμε σε όλα αυτά με τελεσίδικο τρόπο. Άλλωστε δεν είναι αυτό το ζητούμενο, και ως στόχος μπορεί να υπάρχει μόνο με μορφή χίμαιρας.  Όμως τολμάμε και τα ανοίγουμε, θέλουμε κάτι να αγγίξουμε. Διότι ο χρόνος και ο χώρος είναι τρισδιάστατοι. Και πρόκειται για  ένα χωροχρόνο με ρωγμές και απροσδόκητες διακλαδώσεις αλλά επίσης και με συγκλονιστικές συνέχειες και εξαρτήσεις.