Φράνκο
Μπαζάλια: Ο άνθρωπος που γκρέμισε τα τείχη της τρέλας
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που ένας άνθρωπος τολμά να κοιτάξει κατάματα ένα ολόκληρο σύστημα και να το χαρακτηρίσει όχι απλώς ελαττωματικό, αλλά βαθιά απάνθρωπο. Ο Φράνκο Μπαζάλια υπήρξε ακριβώς αυτή η μορφή – ένας ψυχίατρος που αρνήθηκε να αποδεχτεί πως η κτηνώδης μεταχείριση των ασθενών με ψυχικές παθήσεις ήταν αναγκαία ή αποδεκτή. Το ριζοσπαστικό του όραμα άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την τρέλα, τα ιδρύματα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
«Ζούμε σε μια πραγματικότητα που στηρίζεται στον διαχωρισμό», είχε δηλώσει ο Μπαζάλια σε συνέδριο στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης τον Φεβρουάριο του 1975. «Σε μια κοινωνική οργάνωση που μας σκοτώνει και μας δίνει το δικαίωμα να σκοτώνουμε τους άλλους για να επιζήσουμε. Αυτή είναι η πραγματικότητα που πρέπει να αλλάξει, κι οφείλουμε να παλέψουμε γι' αυτή την αλλαγή, ώστε να μπορέσουμε να δώσουμε αληθινές απαντήσεις στις κοινωνικές ανάγκες του διπλανού μας – σε μια κοινωνία όπου το σύστημα δεν θα καθορίζεται από αυτούς που το διαχειρίζονται και το ελέγχουν, αλλά από τις ανάγκες όλων, που θα ορίζουν την ποιότητα και τον τρόπο των απαντήσεων».
Γεννήθηκε στη Βενετία στις 11 Μαρτίου 1924 και μεγάλωσε στη γειτονιά του Σαν Πόλο. Το 1943 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Πάδοβας, όπου ανέπτυξε έντονη αντιφασιστική δράση. Ωστόσο, η προδοσία ενός συντρόφου του τον οδήγησε στη φυλακή για έξι μήνες – μια εμπειρία που σημάδεψε ανεξίτηλα τη μετέπειτα πορεία του.
Τα κάγκελα που γνώρισε στη φυλακή επανεμφανίστηκαν με άλλη μορφή το 1961, όταν ανέλαβε διευθυντής του ψυχιατρικού νοσοκομείου της Γκορίτσια. Εκεί αντίκρισε εικόνες που θύμιζαν στρατόπεδο: συνθήκες στρατωνισμού, πόρτες κλειδωμένες, ασθενείς υπό συνοδεία ακόμα και στην τουαλέτα, ηλεκτροσπασμοθεραπείες, ταπείνωση και καταπίεση σε κάθε βήμα. Ο Μπαζάλια αντιλήφθηκε αμέσως ότι τα ψυχιατρεία και οι εργαζόμενοι σε αυτά αποτελούσαν «την επέκταση του μονοπωλίου της εξουσίας προς τους τεχνικούς (ψυχιάτρους και λοιπούς επαγγελματίες), που την ασκούν στο όνομά τους και συνεχίζουν να δημιουργούν νέους αποκλεισμένους μέσω μιας διαφορετικής μορφής βίας: της τεχνικής βίας». Ο ασθενής περιθωριοποιείται, αντικειμενοποιείται, χάνει για πάντα την κοινωνική του υπόσταση. Γίνεται το υποκείμενο που δέχεται άκριτα τις εντολές του γιατρού-εξουσιαστή του, σε μια σχέση χωρίς αμοιβαιότητα.
Αυτό που έκανε την προσέγγιση του Μπαζάλια επαναστατική ήταν ότι δεν έκρυψε ποτέ τον πολιτικό χαρακτήρα του εγχειρήματός του. Για εκείνον, «η πολιτικοποίηση της δράσης παραμένει η μόνη θεραπευτική πράξη που διαθέτουμε, και ταυτίζεται με την ανάδειξη –σε όλα τα επίπεδα της κοινότητας– των πιο σοβαρών και πιο καλά κρυμμένων αντιφάσεων του κοινωνικού μας συστήματος». Δεν επρόκειτο απλώς για βελτίωση των συνθηκών μέσα στα άσυλα, αλλά για μια ριζική αμφισβήτηση της ίδιας της κοινωνίας που δημιουργούσε και συντηρούσε τέτοιους θεσμούς αποκλεισμού.
Το εγχείρημα της Γκορίτσια, παρά την πρόοδο και τη στήριξη που βρήκε εντός και εκτός της επιστημονικής κοινότητας, συνάντησε ισχυρές αντιστάσεις από την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τελικά απέτυχε. Όμως ο Μπαζάλια δεν το έβαλε κάτω. Το 1971 του δόθηκε μια νέα ευκαιρία, όταν ανέλαβε διευθυντής στο ψυχιατρείο της Τεργέστης. Εκεί, μέσα σε επτά χρόνια, οι αλλαγές ήταν δραστικές: καταργήθηκαν όλοι οι περιορισμοί – τα πλαστικά μαχαιροπίρουνα, τα λουριά στα κρεβάτια, οι κλειδωμένες πόρτες και τα φραγμένα παράθυρα. Το προσωπικό απέκτησε ελευθερία να οικοδομήσει τη δική του σχέση με τους ασθενείς, ενώ τα φάρμακα χρησιμοποιούνταν πλέον επικουρικά κι όχι ως αυτοσκοπός. Ξεκίνησαν καλλιτεχνικές δραστηριότητες ανοιχτές στο κοινό, με θεατές από τον έξω κόσμο.
Πραγματοποιήθηκαν εκδρομές με διανυκτερεύσεις σε κανονικά καταλύματα. Η λεγόμενη «εργοθεραπεία» ανατράπηκε ριζικά: όσοι εργάζονταν αμείβονταν με αξιοπρεπείς αποδοχές και απολάμβαναν πλήρη εργασιακά δικαιώματα. Όσο για τη στέγαση, πολλοί ασθενείς βρήκαν σπίτια μέσα στην κοινότητα, είτε με τις οικογένειές τους είτε σε μικρές ομάδες σε ενοικιαζόμενα διαμερίσματα. Ορισμένες πτέρυγες του νοσοκομείου μετατράπηκαν σε ξενώνες για πρώην τρόφιμους.
Το αποκορύφωμα αυτών των επίπονων προσπαθειών ήταν η ψήφιση του περίφημου νόμου 180 από το ιταλικό Κοινοβούλιο τον Μάιο του 1978 – ένας νόμος-σταθμός για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, που ωστόσο χρειάστηκε να περάσει από χίλια κύματα μέχρι να εφαρμοστεί. Ο Μπαζάλια ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο μιλώντας υπέρ του νόμου. Τον Νοέμβριο του 1979 ανέλαβε συντονιστής των ψυχιατρικών υπηρεσιών της Επαρχίας του Λάτσιο, όπου έθεσε σε εφαρμογή τρία προηγμένα προγράμματα αποασυλοποίησης, απαιτώντας ταυτόχρονα πλήρη ελευθερία κινήσεων από την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Δυστυχώς, το 1980 διαγνώστηκε με καρκίνο στον εγκέφαλο και πέθανε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, στο σπίτι του στη Βενετία, σε ηλικία μόλις 56 ετών.
Ο δρόμος της αποϊδρυματοποίησης που άνοιξε ο Μπαζάλια ακολουθήθηκε χρόνια αργότερα και από την ελληνική ψυχιατρική κοινότητα, με το κλείσιμο (το 1997) του Ψυχιατρείου της Λέρου – ενός ιδρύματος που είχε γίνει σύμβολο βαρβαρότητας και απάνθρωπου αποκλεισμού. Η Έφη Σκληρή, που εργάστηκε εκεί το 1979-80, περιγράφει εικόνες φρίκης: «Οι έγκλειστοι ζούσαν σε παλιές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, μεγάλα κτίρια που θερμαίνονταν (;) με ξυλόσομπες. Ένα ποσοστό 60% των ασθενών ήταν μονίμως ξυπόλητοι. Όλοι ήταν κουρεμένοι με το μηχάνημα για προστασία από παράσιτα. Η σίτιση γινόταν σε τραπεζαρία με πάγκους, σε ορισμένα τμήματα χωρίς καν κουτάλια. Τα τρόφιμα παρέχονταν υπό ολιγοπωλειακούς όρους, με κακή ποιότητα. Οι εγκαταστάσεις υγιεινής ήταν ανεπαρκείς και άθλιες. Οι εφημερεύοντες καλούνταν να διαχειριστούν συμπλοκές, όπως ραμμάτισμα δαγκωμένου αυτιού ή περιποίηση ασθενούς που είχε ξυλοκοπηθεί με αλυσίδα από νοσοκόμο – η σχετική ανάκριση κατέληξε σε απλή επίπληξη».
Παρά την πρόοδο, η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα συνεχίζεται, με πολλά ιδρύματα να διατηρούν ακόμα ρόλο καταστολής και απομόνωσης. Οι εικόνες που είδαν το φως της δημοσιότητας πριν από μερικά χρόνια από το ΚΕ.ΠΕ.Π. Λεχαινών – με παιδιά κλεισμένα σε κλουβιά και άλλα δεμένα με ιμάντες – μαρτυρούν ότι το όραμα του Μπαζάλια παραμένει ζητούμενο.
Ο ίδιος είχε θέσει το ερώτημα: «Τι άλλο είναι η δύναμη που σπρώχνει μια κοινωνία να απομακρύνει και να αποκλείσει όσα στοιχεία δεν παίζουν το παιχνίδι της, παρά βία; Τι άλλο είναι οι βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζονται οι θεσμοί, των οποίων οι κανόνες σκοπό έχουν να καταστρέψουν ό,τι προσωπικό απομένει σε κάθε άνθρωπο, παρά αποκλεισμός και βία;»
Σε μια εποχή που τιμωρεί και περιθωριοποιεί ό,τι και όποιον δεν συμβαδίζει με τις ανελεύθερες πρακτικές της, ο Μπαζάλια απέδειξε πως «το φυσιολογικό μπορεί να είναι εξίσου διαστροφή με την τρέλα». Είδε στο πάσχον σώμα «τη δυνατότητα να ξαναφτιάξει για τον εαυτό του ένα σώμα αυθύπαρκτο, ικανό να κατανοεί διαλεκτικά τον κόσμο». Δεν παγιδεύτηκε σε ιδεολογικά σχήματα, αλλά δούλευε αδιάκοπα για τη ρήξη του κατεστημένου.
Όταν σε μια ομιλία του στο Σάο Πάολο τον Ιούνιο του 1979 τον ρώτησαν: «Τι μπορούμε να κάνουμε μέχρι να ανοίξει το ίδρυμα;», η απάντησή του ήταν συγκλονιστικά σαφής: «Να ανοίξετε το ίδρυμα!»
Το μήνυμα του Μπαζάλια σήμερα
Πάνω από σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Μπαζάλια παραμένει επίκαιρος όσο ποτέ. Ζούμε σε εποχές όπου ο κοινωνικός διαχωρισμός οξύνεται, η διαφορά συχνά παθολογοποιείται και η περιθωριοποίηση παίρνει νέες, πιο ύπουλες μορφές. Η ιδιοφυΐα του Μπαζάλια ήταν ότι αναγνώρισε πως το ψυχιατρείο δεν ήταν μια παρένθεση, αλλά η ακραία έκφραση ευρύτερων κοινωνικών τάσεων. Η ίδια λογική που κλείνει σε κλουβιά τους ψυχικά ασθενείς περιθωριοποιεί επίσης τους φτωχούς, τους διαφορετικούς, τους ανεπιθύμητους.
Σε μια εποχή μαζικών φυλακίσεων, ψυχικών κρίσεων και κοινωνικής απομόνωσης, το όραμά του για κοινοτική φροντίδα και ριζική ένταξη μοιάζει πιο προφητικό από ποτέ. Ο Μπαζάλια κατάλαβε ότι η αληθινή αλλαγή δεν έρχεται με βελτιωτικές κινήσεις εντός των υπαρχόντων δομών, αλλά με την αναθεώρηση των ίδιων των δομών – όχι μόνο των ψυχιατρείων, αλλά όλων των συστημάτων (εκπαιδευτικών, οικονομικών, κοινωνικών) που διαχωρίζουν, ταξινομούν και βαφτίζουν άλλους «φυσιολογικούς» κι άλλους «αποκλίνοντες».
Ο Μπαζάλια δεν πρόσφερε εύκολες λύσεις. Το έργο του ήταν δύσκολο, αμφιλεγόμενο και συχνά απογοητευτικό. Η μεταρρύθμιση που ενέπνευσε στην Ιταλία συναντά ακόμη εμπόδια στην εφαρμογή της. Όμως η θεμελιώδης του διαπίστωση – ότι το όριο ανάμεσα στη λογική και στην τρέλα έχει να κάνει τουλάχιστον τόσο με την εξουσία όσο και με την παθολογία – συνεχίζει να μας προκαλεί.
Ίσως αυτή να είναι η πιο διαρκής κληρονομιά του: η πεισματική επιμονή ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, κι ότι έχουμε χρέος να τον χτίσουμε. Όπως έλεγε, πρέπει να αγωνιστούμε για να αλλάξουμε την πραγματικότητα «έτσι ώστε να μπορούμε να βρούμε τις πραγματικές απαντήσεις στις κοινωνικές ανάγκες του άλλου».
Αυτές οι απαντήσεις δεν βρίσκονται σε ιδρύματα φτιαγμένα για να ελέγχουν, αλλά σε κοινότητες φτιαγμένες για να συμπεριλαμβάνουν. Όχι σε κλουβιά, αλλά σε ανοιχτές πόρτες. Όχι στη βία του αποκλεισμού, αλλά στην επίπονη, καθημερινή δουλειά της γνήσιας ένταξης.
Ο Φράνκο Μπαζάλια μας έδειξε ότι η τρέλα δεν είναι έγκλημα για να τιμωρηθεί ούτε αρρώστια για να εγκλωβιστεί – είναι μια ανθρώπινη κατάσταση που απαιτεί κατανόηση. Κι η κατανόηση ξεκινά, όπως πάντα, με το να αρνηθούμε να κλείσουμε τα μάτια.









0 comments:
Post a Comment