wi

Η επιστήμη αυτοκτονεί όποτε υιοθετεί ένα δόγμα.

Thomas Huxley, 1825-1895, Βρετανός βιολόγος.

Το ανθρώπινο πόδι… ένα θαύμα της Μηχανικής.

Λεονάρντο Ντα Βίντσι, 1452-1519, Ιταλός σοφός.

Ο σκοπός της τέχνης είναι να δώσει στη ζωή σχήμα.

Γουίλιαμ Σαίξπηρ, 1564-1616, Άγγλος δραματουργός.

Pages

Showing posts with label ΓΕΓΟΝΟΤΑ. Show all posts
Showing posts with label ΓΕΓΟΝΟΤΑ. Show all posts

Friday, 26 July 2024

Γερμανοί αντιφασίστες στην Αμαλιάδα.



Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι Γερμανοί στρατιώτες στην Κατοχή που αυτομόλησαν  στο ΕΑΜ και εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ ανήκαν στα Τάγματα 999, και ήταν γνωστοί ως "οι στρατιώτες με την γαλάζια ταυτότητα". Οι μονάδες αυτές συγκροτήθηκαν το 1941 με εγκύκλιο του γερμανικού Υπουργείου Εσωτερικών.

Στις τάξεις τους εντάχτηκαν φυλακισμένοι για τα πολιτικά τους φρονήματα (κομμουνιστές, σοσιαλιστές, χριστιανοδημοκράτες κ.α) καθώς και  κατάδικοι του κοινού ποινικού δικαίου που είχαν τιμωρηθεί για αντικρατικές ενέργειες. Διοικητές των μοναδων αυτών  ήταν  φανατικοί Ναζί. Το 1943 μερικά Τάγματα 999 μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο και ένα από αυτά  εγκαταστάθηκε στην Αμαλιάδα.[1]

Οι στρατιώτες του 40ου Τάγμα Φρουράς Οχυρών Πεζικού 999  στην περιοχή της Αμαλιάδας φρόντισαν να αποκαταστήσουν γρήγορα  επαφή με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, συγκροτώντας στο εσωτερικό του Τάγματος αντιναζιστική ομάδα με ηγέτες τον κομμουνιστή Βέρνερ Ίλμερ από το Βερολίνο  και τον πρώην αθλητή Φραντς Σνάιντερ από το Μόναχο.

Σύμφωνα με μαρτυρία του στρατιώτη Κούρτ Νέτμπαπ, ο οποίος υπηρέτησε στην  Αμαλιάδα: «Από μας οι αντάρτες έπαιρναν κάθε πληροφορία που επιθυμούσαν, δύναμη των μονάδων, είδος του οπλισμού, ονόματα των αξιωματικών, σχέδια ενεργειών καθώς και ονόματα Ελλήνων που είχαν κοινωνικές επαφές με τους αξιωματικούς, για να προλάβουμε έγκαιρα τους καταδότες»[2].

 Η ομάδα του Ιλμερ και του Σνάιντερ διακινούμε μεταξύ των Γερμανών στρατιωτών προκηρύξεις του ΕΑΜ γραμμένες στα γερμανικά. H  διοίκηση της  Βέρμαχτ στην Πελοπόννησο εκτιμούσε ως μηδενική   την μαχητική αξία των μονάδων αυτών και σε έκθεση της, τον Μάιο του 1944, τις θεωρούσε έτοιμες να αυτομολήσουν.[3]   



Το καλοκαίρι του 1944 η δράση Γερμανών αντιφασιστών προδόθηκε  και έξι στρατιώτες  συνελήφθησαν ως πρωταίτιοι. Στις 4 Ιουνίου  γερμανικό στρατοδικείο τους καταδίκασε σε θάνατο. Άλλοι 120 στρατιώτες στάλθηκαν στις στρατιωτικές φυλακές στην Γερμανία.

Οι έξι εκτελέστηκαν  στις 9 Ιουλίου 1944 στην Αμαλιάδα «από τριάντα επίλεκτους υποδεκανείς και υπαξιωματικούς», στην κοίτη της Σοχιάς  500 μέτρα δυτικά από τη σιδηροδρομική γέφυρα της Αμαλιάδας. Τα ονόματα των εκτελεσμένων είναι τα εξής:






1.Χέρμαν Μπόντε, γενν. 1.2.1911 στο Μπρόιτσεν (πρώην κομμουνιστής δημοτικός σύμβουλος στο Mπραουνσβαΐχ)

2.Φραντς Σνάιντερ, γενν. 13.12.1913 στο Μόναχο

3.Βΐλλι Ντέμελ, γενν. 17.4.1910 στο Ντόρτμουντ-

4.Γενς Γιουχέλκα, γενν. 21.4.1913 στο Στέττιν

5.Ρούντολφ Καλμπ, γενν. 7.4.1905 στο Αννόβερο

6.Χάινριχ Βάρνκεν, γενν. στο Μπάντεν, επαρχία Φέρντεν

Στις 28 Ιουλίου εκτελέστηκε  ο κομμουνιστής Βέρνερ Ίλμερ και η  σορός του τάφηκε από τους Γερμανούς στο νεκροταφείο της Αμαλιάδας. Την επομένη τουφεκίσθηκε, και ο Άντον Μπέργκχουμπερ.

Αυτή είναι εν συντομία η  άγνωστη, στους περισσότερους, ιστορία των στρατιωτών με την «γαλάζια ταυτότητα» που βρέθηκαν στην Αμαλιάδα στην διάρκεια της Κατοχής και πλήρωσαν με την ζωή τους την δράση τους ενάντια στην ναζιστική Γερμανία και την πολύτιμη βοήθεια που έδωσαν στο ΕΑΜικό αντιστασιακό κίνημα της περιοχής.

Ας είναι αυτό το σημείωμα μια αφορμή για να τιμηθεί, με κάποιο τρόπο, η μνήμη τους στην πόλη της Αμαλιάδας.

 [1]  Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 161-164 και Hans-Peter Klausch, "Erziehungsmänner und Wehrunwürdige, σ. 134-136.

[2]  Hans Burkhardt, ο.πσ. 134-136.

[3] Hans-Peter Klausch, "Erziehungsmänner und Wehrunwürdige", σ.200.

Περικλής Δ. Καπετανόπουλος

Πηγή:ilioupoligiaolous.gr


Saturday, 1 August 2020

Ο Φοίβος και o Μπρόκι μου

Ο Φοίβος

Από ΤΟ ΔΕΡΜΑ τού Μαλαπάρτε (μετάφρ. Α.Χρυσοστομίδης, εκδ. Θεμέλιο ΄90, σελ. 176-184)

Είχα αναγνωρίσει εκείνη τη σιωπή. Το χειμώνα του 1940, για να δραπετεύσω από τον πόλεμο και τους ανθρώπους, για να γιατρευτώ από εκείνο το σιχαμερό κακό που ο πόλεμος γεννά στην καρδιά των ανθρώπων, είχα καταφύγει στην Πίζα, σ΄ένα νεκρό σπίτι, στο βάθος ενός δρόμου από τους πιο όμορφους και πιο νεκρούς, αυτής της πανέμορφης και νεκρής πολιτείας. Είχα μαζί μου τον Φοίβο, το σκύλο μου Φοίβο, που είχα μαζέψει μισοπεθαμένο από την πείνα στην ακτή της Μαρίνα Κόρτα, στη νήσο Λίπαρι, και είχα γιατρέψει, μεγαλώσει, φροντίσει στο νεκρό μου σπίτι στο Λίπαρι και είχε αποδειχτεί ο μοναδικός μου σύντροφος κατά τη διάρκεια των έρημων χρόνων της εξορίας σ’ εκείνο το θλιβερό και τόσο αγαπητό νησί.


Δεν αγάπησα ποτέ μου τόσο πολύ γυναίκα, αδελφό, φίλο, όσο τον Φοίβο
. ‘Ηταν ένας σκύλος σαν κι εμένα. Γι’ αυτόν έγραψα τρυφερές σελίδες στο Ένας σκύλος σαν κι εμένα. ‘Ηταν ένα ευγενές ον, το πιο ευγενές πλάσμα που συνάντησα ποτέ στη ζωή μου. ‘Ήταν από εκείνη την οικογένεια των σπάνιων πλέον, και ευαίσθητων λαγωνικών, που ήρθαν από τις ακτές της Ασίας κατά τη διάρκεια των πρώτων ιωνικών μεταναστεύσεων, που οι βοσκοί του Λίπαρι ονομάζουν “τσερνέγκι”. Είναι τα σκυλιά που οι αρχαίοι Έλληνες γλύπτες λάξευαν στα επιτύμβια ανάγλυφα τους.
 “Διώχνουν το χάρο”, λένε οι βοσκοί του Λίπαρι.

Είχε το τρίχωμα στο χρώμα του φεγγαριού, ροδαλό και χρυσωμένο, το χρώμα του φεγγαριού πάνω από τη θάλασσα, το χρώμα του φεγγαριού πάνω στα σκούρα φύλλα της λεμονιάς και της πορτοκαλιάς, στα λέπια των νεκρών ψαριών που η θάλασσα, μετά από μια καταιγίδα, ξέφραζε στην ακτή, μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μου. Είχε το χρώμα του φεγγαριού πάνω από την ελληνική θάλασσα του Μπάρι, του φεγγαριού στο στίχο της Οδύσσειας, του φεγγαριού σ’ εκείνη την άγρια θάλασσα του Λίπαρι που διέσχισε ο Οδυσσέας για να φτάσει στη μοναχική παραλία του Αιόλου, του βασιλιά των ανέμων. Το χρώμα του νεκρού φεγγαριού, λίγο πριν την αυγή. Τον φώναζα Κανελούνα.

Δεν απομακρυνόταν σπιθαμή από κοντά μου. Με ακολουθούσε σαν σκυλί. Λέω πως με ακολουθούσε σαν σκυλί. Η παρουσία του, στο φτωχικό μου σπίτι στο Λίπαρι που χτυπιόταν χωρίς αναπαμό από τον άνεμο και τη θάλασσα, ήταν μια εκπληκτική παρουσία. Τη νύχτα, φώτιζε το άδειο μου δωμάτιο με τη φωτεινή ζεστασιά των φεγγαρίσιων ματιών του. Το χρώμα τους ήταν εκείνο το χλωμό γαλάζιο, το χρώμα της θάλασσας όταν βασιλεύει το φεγγάρι. Ένιωθα την παρουσία του όπως την παρουσία μιας σκιάς, της δικής μου σκιάς.

‘Ηταν σαν το αντικαθρέφτισμα του πνεύματός μου. Και μόνο με την παρουσία του, με βοηθούσε να ξαναβρώ εκείνη την περιφρόνηση των ανθρώπων, που είναι η πρώτη συνθήκη για την ηρεμία και τη σοφία της ανθρώπινης ζωής. Ένιωθα πως μου έμοιαζε, πως δεν ήταν τίποτα άλλο, δεν ήταν παρά η εικόνα της συνείδησής μου, της μυστικής μου ζωής. Το πορτραίτο του εαυτού μου, το πορτραίτο από ό,τι πιο βαθύ, πιο απόκρυφο, πιο δικό μου υπάρχει στον εαυτό μου: του υποσυνείδητου και, που λέει ο λόγος, του καθρέφτη μου.

Από αυτόν, πολύ περισσότερο από ό,τι από τους ανθρώπους, την κουλτούρα τους, τη ματαιοδοξία τους, έμαθα ότι η ηθική είναι αυθαίρετη, ότι σκοπό έχει μόνο τον εαυτό της, ότι καν δεν έχει το στόχο να σώσει τον κόσμο (καν να σώσει τον κόσμο!) αλλά μονάχα να δημιουργήσει νέα προσχήματα για την αδιαφορία της, για το ελεύθερο παιχνίδι της. Η συνάντηση ενός ανθρώπου και ενός σκυλιού είναι πάντα η συνάντηση δυο ελεύθερων πνευμάτων, δυο μορφών αξιοπρέπειας, δυο αυθαίρετων ηθικών. Είναι η πιο αυθαίρετη και η πιο ρομαντική συνάντηση. Από αυτές που ο θάνατος φωτίζει με τη χλωμή λάμψη του, όμοια με το χρώμα ενός νεκρού φεγγαριού πάνω στη θάλασσα, στον πράσινο ουρανό της αυγής.

Αναγνώριζα πάνω του τις πιο μυστηριώδεις μου κινήσεις, τα μυστικά μου ένστικτα, τις αμφιβολίες μου, τις τρομάρες μου, τις ελπίδες μου. Δική μου ήταν η αξιοπρέπειά του μπροστά στους ανθρώπους, δικά μου το κουράγιο του και η περηφάνειά του μπροστά στη ζωή, δική μου η περιφρόνησή του για τα εύκολα αισθήματα του ανθρώπου. Αυτός, όμως, ήταν πολύ περισσότερο από μένα ευαίσθητος στα σκοτεινά προαισθήματα της φύσης, στην αόρατη παρουσία του θανάτου, που γυρίζει πάντα σιωπηλός καί καχύποπτος γύρω από τους ανθρώπους. Ένιωθε να έρχονται από μακριά, τη νύχτα, τα θλιβερά φαντάσματα των ονείρων, όμοια μ’ εκείνα τα νεκρά έντομα που ο άνεμος φέρνει ποιος ξέρει από που.

Και κάποιες νύχτες, κουλουριασμένος στα πόδια μου, στο γυμνό δωμάτιό μου του Λίπαρι, παρακολουθούσε γύρω μου, με τα μάτια, μια αόρατη σκιά που πλησίαζε, απομακρυνόταν, έμενε ώρες πολλές να με κατασκοπεύει πίσω από το τζάμι του παραθυριού. Κάθε τόσο, αν η μυστηριώδης παρουσία με πλησίαζε τόσο ώστε ν’ ακουμπά σχεδόν το μέτωπό μου, ο Φοίβος γαύγιζε απειλητικός, με τις τρίχες ορθωμένες στην πλάτη του: κι εγώ άκουγα μια παραπονιάρικη κραυγή να απομακρύνεται μέσα στη νύχτα, και σιγά σιγά να πεθαίνει.

Ήταν ο πιο αγαπητός από τ’ αδέλφια μου, ο πραγματικός μου αδελφός, αυτός που δεν προδίδει, που δεν ταπεινώνει. Ο αδελφός που αγαπά, που βοηθά, που καταλαβαίνει, που συγχωρεί. Μονάχα όποιος έχει υποφέρει πολλά χρόνια εξορίας σ’ ένα άγριο νησί και γυρίζοντας ανάμεσα στους ανθρώπους βλέπει να τον αποφεύγουν σαν να΄ναι λεπρός, από όλους εκείνους που μια μέρα, όταν θα πεθάνει ο τύραννος, θα παριστάνουν τους ήρωες της ελευθερίας, μονάχα αυτός ξέρει τι μπορεί να είναι ένας σκύλος για ένα ανθρώπινο πλάσμα.

Ο Φοίβος με παρατηρούσε συχνά με μια μορφή θλιμμένης και ευγενικής επίπληξης στο τρυφερό του βλέμμα. Ένιωθα τότε μια περίεργη ντροπή, σχεδόν μια ενοχή για τη θλίψη μου, ντρεπόμουνα μπροστά του. Ένιωθα πως, εκείνες τις στιγμές, ο Φοίβος με περιφρονούσε: με πόνο, με τρυφερότητα: στο βλέμμα του υπήρχε μια σκιά οίκτου και, ταυτόχρονα, περιφρόνησης. ‘Ηταν όχι μόνο αδελφός για μένα, αλλά και δικαστής. Ήταν ο φύλακας της αξιοπρέπειάς μου και, ταυτόχρονα, για να χρησιμοποιήσω και μια αρχαιοελληνική λέξη, το δορυφόρημά μου.

Ήταν ένα μελαγχολικό σκυλί, με σοβαρά μάτια. Τα βράδια περνούσαμε ώρες ολόκληρες στο ανεμοδαρμένο κατώφλι του σπιτιού μου, βλέποντας τη θάλασσα. Ω, η ελληνική θάλασσα της Σικελίας, ω, ο κόκκινος βράχος της Σκύλλας, εκεί, μπροστά στη Χάρυβδη, και η χιονισμένη κορυφή του Ασπρομόντε, και η πάλευκη πλάτη της Αίτνας, του Ολύμπου της Σικελίας. Πραγματικά, όπως τραγουδάει και ο Θεόκριτος, δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο στον κόσμο από το να θαυμάζεις από κάπου ψηλά τη θάλασσα της Σικελίας. Στα βουνά άναβαν οι φωτιές των βοσκών, στη θάλασσα οι βάρκες έβγαιναν να συναντήσουν το φεγγάρι και η παραπονιάρικη κραυγή των κοχυλιών, με τα οποία οι ψαράδες φωνάζουν ο ένας τον άλλο, χανόταν στην ασημένια φεγγαρίσια αχλύ.

Το φεγγάρι γεννιόταν στο βράχο της Σκύλλας, και το Στρόμπολι, το ψηλό, απροσπέλαστο ηφαίστειο καταμεσής του πελάγους, έκαιγε σαν μοναχική πυρά μέσα στο βαθύ τυρκουάζ δάσος της νύχτας. Εμείς κοιτάζαμε τη θάλασσα, εισπνέοντας την πικρή μυρωδιά του αλατιού, και τη δυνατή, μεθυστική μυρωδιά των πορτοκαλεώνων, και τη μυρωδιά του κατσικίσιου γάλακτος, τη μυρωδιά των κλαδιών του κεδρόρακκου στα τζάκια, κι εκείνη τη ζεστή και βαθιά μυρωδιά γυναίκας που είναι η μυρωδιά της σικελικής νύχτας, όταν τα πρώτα αστέρια σηκώνονται χλωμά στο βάθος του ορίζοντα.

Ύστερα, μια μέρα, με οδήγησαν με τις χειροπέδες από το Λίπαρι σε ένα άλλο νησί, και από εκεί, μετά από αρκετούς μήνες, στην Τοσκάνη. Ο Φοίβος με ακολούθησε από μακριά, κρυμμένος ανάμεσα στα βαρέλια με τις αντσούγες και τους σωρούς τα παλαμάρια, στη γέφυρα του Σάντα Μαρίνα του μικρού πλοίου που κάνει κάθε τόσο τη διαδρομή Λίπαρι-Νάπολη, κι ανάμεσα στα καλάθια με ψάρια και ντομάτες στη μηχανοκίνητη βάρκα που ταξιδεύει μεταξύ Νάπολης, Ίσκια και Πόντζα. Με το κουράγιο που έχουν πάντα οι δειλοί και που αποτελεί το μοναδικό προνόμιο που έχουν οι υπηρέτες για να αποκτήσουν κι αυτοί δικαίωμα στην ελευθερία, ο κόσμος σταματούσε να με κοιτάξει με μάτια γεμάτα περιφρόνηση, βρίζοντάς με μέσα από τα δόντια τους.

Μονάχα οι χασομέρηδες που βρίσκονταν μονίμως ξαπλωμένοι στα παγκάκια του λιμανιού της Νάπολης και λιάζονταν, μου χαμογελούσαν κρυφά, φτύνοντας καταγής ανάμεσα στα παπούτσια των καραμπινιέρων. Κάθε τόσο γύριζα το κεφάλι μου για να δω αν ο Φοίβος με ακολουθούσε, και τον έβλεπα να περπατά με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια κατά μήκος των τοίχων, στους δρόμους της Νάπολης, από την Ιμμακολάτα μέχρι το Μόλο Μπεβερέλλο, με μια εξαίσια θλίψη στα φωτεινά του μάτια.

Στη Νάπολη, ενώ προχωρούσα με τις χειροπέδες ανάμεσα στους καραμπινιέρους στην οδό Παρτένοπε, δυο κυρίες με πλησίασαν χαμογελώντας: ήταν η γυναίκα του Μπενεντέττο Κρότσε και η Μίννι Καζέλλα, η γυναίκα του αγαπητού μου Γκάσπαρε Καζέλλα. Με χαιρέτησαν με τη μητρική ευγένεια των ιταλίδων γυναικών, μου έβαλαν μερικά λουλούδια ανάμεσα στο χέρι και στις χειροπέδες, και η κυρία Κρότσε παρακάλεσε τους καραμπινιέρους να με πάνε να πιω κάτι, να τονωθώ. Ήταν δυο μέρες που δεν έτρωγα. “Τουλάχιστον αφήστε τον να περπατά στη σκιά”, είπε η κυρία Κρότσε. Ήταν Ιούνιος, και ο ήλιος βάραγε στο κεφάλι σαν σφυρί. “Ευχαριστώ, δεν έχω ανάγκη από τίποτα”, είπα. “Θα σας παρακαλούσα μονάχα να δώσετε λίγο νερό στο σκύλο μου”.

Ο Φοίβος είχε σταματήσει μερικά βήματα πιο πέρα και κοίταζε την κυρία Κρότσε με μια σχεδόν βασανιστική ένταση. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το πρόσωπο της ανθρώπινης καλοσύνης, της θηλυκής ευγένειας, του οίκτου. Πριν πιει, μύρισε ώρα πολλή το νερό. Όταν, λίγους μήνες μετά, με μεταφέρανε στη Λούκα, έμεινα για πολύ καιρό κλεισμένος στη φυλακή της. Κι όταν βγήκα πάλι ανάμεσα στους φρουρούς, για να οδηγηθώ στο νέο μου τόπο εξορίας, ο Φοίβος με περίμενε μπροστά από την πόρτα της φυλακής, αδύνατος και καταταλαιπωρημένος. Τα μάτια του έλαμπαν, γεμάτα με μια τρομερή γλυκύτητα.

Η εξορία μου διήρκεσε ακόμα δυο χρόνια, και για δυο χρόνια ζήσαμε σ’ ένα σπιτάκι στο βάθος ενός δάσους, όπου σ’ ένα δωμάτιο κατοικούσαμε ο Φοίβος κι εγώ, και στο άλλο οι φρουροί μου καραμπινιέροι. Κι όταν επιτέλους απόκτησα πάλι την ελευθερία μου, αυτό που εκείνα τα χρόνια σήμαινε ελευθερία, για μένα ήταν σαν να βγήκα από ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα για να μπω σε ένα στενό δωμάτιο χωρίς τοίχους. Πήγαμε να μείνουμε στο σπίτι μου στη Ρώμη: ο Φοίβος ήταν θλιμμένος, λες και το θέαμα της ελευθερίας μου τον ταπείνωνε. Ήξερε πως η ελευθερία δεν είναι κάτι το ανθρώπινο, πως οι άνθρωποι δεν μπορούν, και ίσως δεν ξέρουν, να είναι ελεύθεροι, πως η ελευθερία, στην Ιταλία, στην Ευρώπη, βρωμάει όσο και η σκλαβιά.

Όσο καιρό μείναμε στην Πίζα, μέναμε σχεδόν όλη τη μέρα κλεισμένοι στο σπίτι, και μονάχα προς το μεσημέρι βγαίναμε για μια βόλτα στο ποτάμι, εκείνο το ωραίο ποτάμι της Πίζας, τον Άρνο, με τ’ ασημένια χρώματα, με τις κρύες και φωτεινές του όχθες: ύστερα πηγαίναμε στην Πλατεία των Θαυμάτων, όπου υψώνεται ο κεκλιμένος πύργος που έκανε την Πίζα διάσημη σ΄όλο τον κόσμο. Ανεβαίναμε στον πύργο, κι από εκεί πάνω ατενίζαμε την πεδιάδα μέχρι το Λιβόρνο, μέχρι τη Μάσσα, και τους πευκώνες, τη θάλασσα παρακάτω, το λαμπερό βλέφαρο της θάλασσας, και τις Απουανές Άλπεις, άσπρες από το χιόνι και τα μάρμαρα. Αυτή ήταν η χώρα μου, αυτή ήταν χώρα μου της Τοσκάνας, αυτά ήταν τα δάση μου κι αυτή ήταν η θάλασσά μου, αυτά ήταν τα βουνά μου, αυτά τα χώματά μου, αυτά τα ποτάμια μου.

Προς το βραδάκι πηγαίναμε να καθήσουμε στο ανάχωμα του Άρνου (εκείνο το στενό πέτρινο ανάχωμα, πάνω στο οποίο ο λόρδος Βύρων, τις μέρες της εξορίας του στην Πίζα, κάλπαζε καθημερινά πάνω στο πανέμορφο άτι του, μέσα στις τρομαγμένες κραυγές των φιλήσυχων κατοίκων), και κοιτάζαμε το ποτάμι να κυλά παρασέρνοντα στο φωτεινό του ρεύμα φύλλα καμένα από το χειμώνα και ασημένια σύννεφα του πανάρχαιου ουρανού της Πίζας.

Ο Φοίβος περνούσε ατέλειωτες ώρες κουλουριασμένος στα πόδια μου, και κάθε τόσο σηκωνόταν, πλησίαζε την πόρτα και γύριζε να με κοιτάξει. Εγώ πήγαινα να του ανοίξω: κι ο Φοίβος έβγαινε, γύριζε μετά από μια ώρα, μετά από δυο ώρες, λαχανιασμένος, το τρίχωμά του λείο από τον άνεμο, τα μάτια λαμπικαρισμένα από τον κρύο ήλιο του χειμώνα. Τη νύχτα, ανασήκωνε το κεφάλι του για ν’ ακούσει τη φωνή του ποταμού, τη φωνή της βροχής πάνω στο ποτάμι. Κι εγώ, κάθε φορά που ξυπνούσα, ένιωθα πάνω μου το θερμό κι ελαφρύ του βλέμμα, εκείνη τη ζωντανή και τρυφερή παρουσία του μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, κι εκείνη τη θλίψη του, εκείνη τη γεμάτη ερημιά προαίσθηση που είχε, του θανάτου.

Μια μέρα βγήκε και δεν ξαναγύρισε. Τον περίμενα μέχρι το βράδυ, κι όταν νύχτωσε για τα καλά, αμολήθηκα στους δρόμους φωνάζοντας το όνομά του. Γύρισα στο σπίτι αργά, ρίχτηκα στο κρεβάτι μου, με το πρόσωπο στραμμένο στη μισάνοιχτη πόρτα. Κάθε τόσο άνοιγα το παράθυρο και φώναζα, ώρα πολλή, το όνομά του. Σαν χάραξε έτρεξα και πάλι στους έρημους δρόμους, ανάμεσα στις βουβές προσόψεις των σπιτιών που, κάτω από το χλωμό ουρανό, έμοιαζαν φτιαγμένες από βρώμικο χαρτί.

Ο Μπρόκι μου

Ο δικός μου Φοίβος έφερε το όνομα Μπρόκι και είμασταν, για περισσότερο από έντεκα χρόνια, σχεδόν αχώριστοι. Άλλαζα δουλειές, άλλαζα παραστάσεις, άλλαζα εικόνες, άλλαζα βιβλία που διάβαζα, άλλαζα σκέψεις,  άλλαζα σχέσεις με ανθρώπους και πράγματα, αλλά ο Μπρόκι ήταν πάντα στο σπίτι, στη δουλειά, στο παιγνίδι, στις φοβερές μας βόλτες. Ήταν πάντα εκεί, περίμενε ένα καλό φαγητό, λίγο φρέσκο και δροσερό νεράκι, μια  γλυκιά αγκαλιά, μία βολτίτσα, ήταν πάντα εκεί και με περίμενε, πότε άγρυπνος φρουρός (δεν αγαπούσε καθόλου τις γάτες και τα ποντίκια όταν παραβίαζαν το χώρο του, βρισκόταν πάντοτε σε ετοιμότητα για θανάσιμο καυγά μαζί τους και εγώ πάντοτε σε ετοιμότητα για να αποτρέπω τα χειρότερα, επίσης αντιπαθούσε και τις κουκουβάγιες), πότε βυθισμένος στην αγκαλιά του Μορφέα, απολαμβάνοντας περιπέτειες γεμάτες δράση. Ποτέ δεν πείραξε άλλο σκύλο ή άνθρωπο, ήταν απίστευτα φιλικός, και όταν χρειαζόταν, αδιάφορος. Ο Μπρόκι δεν  ήταν ιδιοκτησία μου, δεν ήταν το κατοικίδιό μου, ήταν αδερφός μου, (άλλωστε το όνομά του είχε τη ρίζα στη λέξη Brother- αδέρφι, και αποτελεί παραλλαγή της), πότε μικρότερος που τον μάθαινα πράγματα και τον προφύλασσα από τις κακοτοπιές ενός κόσμου που δεν εμπιστεύεται και δεν αγαπά πλάσματα σαν και του λόγου του, και πότε μεγαλύτερος, που όχι μόνο τρελαινόμουν να κάνω  παρέα μαζί του,  αλλά και με μυούσε όλα αυτά τα χρόνια σε μια σχέση, που ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να έχω πριν από αυτόν. Ο Μπρόκι ήταν φίλος μου, έγινε φίλος μου, όχι με την έννοια κάποιας συνάφειας ή οικειότητας που γίνονται πιο στενές εξαιτίας κάποιας βολικής περίστασης, αλλά μέσω ενός ιδιαίτερου δεσμού, στον οποίο, δύο εντελώς διαφορετικές ψυχές σμίγουν και συγχέονται με ένα ταίριασμα παράξενα ολοκληρωτικό όπου "η ραφή που τις ένωσε χάνεται και δεν ξαναβρίσκεται". Δεν κρύβω ότι υπήρχε  ένα στοιχείο στο οποίο θα ήθελα να του έμοιαζα και πάντοτε θαύμαζα πάνω του : η απλότητα του. Ο Μπρόκι μου ήταν πανέμορφα απλός, ενίοτε πολύ οργισμένος, αλλά πάντοτε ορεξάτος και χαρούμενος. Ήταν πάντοτε η φωνή της εμπειρίας μια ζωής από την οποία έχει αποκλειστεί  παντελώς η φανφάρα, και αυτό ήταν ανεκτίμητο για μένα.

Έφυγε από κοντά μου μια πολύ πολύ θερμή μέρα του περασμένου Ιούνη. Διακριτικά, χωρίς παράπονο, παλεύοντας μέχρι το τέλος. Το τελευταίο πράγμα που είπα στον Μπρόκι πριν φύγει, ήταν να πάρει ένα πολύ μεγάλο υπνάκο, να ξεκουραστεί λίγο,  και μετά να ξεκινήσει καινούργιες φιλίες εκεί που πάει, να βρει τη Τζένη, τη Ρόξι, τον Σάρικ, την Μίνα, τον Φοίβο και όλη την παλιοπαρέα, να το ρίξουν στα τρεχαλητά, τα παιγνίδια και τα χάδια, και στον ελεύθερο χρόνο να ετοιμάζει χώρο για όλη την αγέλη, που θα πάει κάποια στιγμή κοντά του για το ατέλειωτο καλοκαίρι της Λεύκας.  Τώρα ο ακριβός μου φίλος αναπαύεται σε μια γωνιά του κήπου που έζησε ανέμελα και χαρούμενα, κατά τη φορά της ανάμνησης. Ελπίζω πως για την ώρα δεν αισθάνεται φοβερή μοναξιά. 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον μοναδικό μου Μπρόκι! Τον αγαπούσα γιατί ήταν εκείνος! Για μένα θα είναι πάντοτε κάτι πολύ δυνατό, πολύ παραπάνω από ανάμνηση

Μ.Δ


Μπρόκι, 2008-2020

Thursday, 26 December 2019

H Ζανά είναι Μαπούτσε


"Το αεράκι ζεσταινόταν σιγά σιγά όσο ανέβαινε ο ήλιος, και η οροσειρά φανέρωνε τα χρώματα των πετρωμάτων της. Ο Ρουμπέν μάζευε τα υπόλοιπα απ’ τα τρόφιμα που τα έτρωγαν τα μυρμήγκια όταν η Ζανά είδε το φύλλο διπλωμένο στα δύο κάτω απ’ το σάκο της, που τον είχε για μαξιλάρι: μια σελίδα σχισμένη από το μαθητικό τετράδιο, το οποίο είχε χαθεί μέσα στις στάχτες. Η Ζανά την ξεδίπλωσε και ο λαιμός της άρχισε να σφίγγεται…

Monday, 23 September 2019

Ρόμπερτ Φρανκ (1924-2019)-The Americans



Ο Ρόμπερτ Φρανκ, ο πρώτος δημιουργός που καθιέρωσε το στιγμιότυπο (snapshot) και ο οποίος επηρέασε με το έργο του τη φωτογραφία του εικοστού αιώνα, δεν μένει πια μαζί μας. Πέθανε σε ηλικία 95 ετών χωρίς να μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει δημιουργικά το magnum opus του, τη σειρά φωτογραφιών the Americans. Γεννημένος στη Ζυρίχη το 1924 από Εβραίους γονείς, ο νεαρός Ρόμπερτ Φρανκ έμαθε την τέχνη του φακού ως μαθητευόμενος σε διάφορους Ελβετούς μάστορες της φωτογραφίας αλλά και του design πριν μεταναστεύσει στη Νέα Υόρκη το 1947 όπου αμέσως έπιασε δουλειά ως φωτογράφος του Harper's Bazaar. Αμέσως όμως σχεδόν βεβαιώθηκε ότι η φωτογραφία μόδας δεν του ταίριαζε και εγκατέλειψε τις ΗΠΑ για να περιπλανηθεί στην Κεντρική και Νότια Αμερική και ακολούθως στην Ευρώπη. 

Thursday, 7 June 2018

H Γοργόνα

Η Γοργόνα 

Με λένε Μινά. Ξεκινήσαμε 2 μήνες πριν από τη Συρία, τη Χάμα. Η μαμά μου με αγκάλιασε σφιχτά. Σε όλη τη διάρκεια του δρόμου δεν με άφησε. Κάποιες φορές περπατήσαμε, κάποιες φορές πήραμε πολύ γεμάτα λεωφορεία ή σκονισμένα φορτηγά. Όλοι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με λακκούβες. Προχωρούσαμε χοροπηδώντας. Αλλά η μητέρα μου δεν με άφησε ούτε ένα λεπτό. Στο δρόμο, οι άνθρωποι έλεγαν κάτι. Μερικοί στο λεωφορείο έκλαιγαν πολύ. Στην ουσία και εγώ έκλαιγα. Σκότωσαν τον μπαμπά μου στη Χάμα Δεν ξέρω γιατί τον σκότωσαν, τότε και η μαμά μου έκλαψε πολύ, και εγώ έκλαιγα. 

Το ταξίδι μας κράτησε πολύ. Κάποια στιγμή πέθαναν δύο παιδιά και ένας ηλικιωμένος μπάρμπας στο δρόμο. Τους έσκαψαν τάφους δίπλα στο δρόμο οι άντρες. Οι τάφοι των παιδιών ήταν μικροί. Οι μητέρες τους αγκάλιασαν σφιχτά τους τάφους τους, έκλαψαν πολύ, δεν ήθελαν να συνεχίσουν. Αλλά οι άντρες τους τις τράβηξαν πίσω, είπαν ότι πρέπει να φύγουμε. 

Όταν φτάσαμε κάπου όλοι χάρηκαν λίγο παραπάνω. Μερικοί άνδρες είπαν ότι μόλις βραδιάσει θα πάμε στην ακτή και θα πάρουμε το πλοίο. Στη μαμά μου είπαν ότι δεν μπορεί να έρθει. Η μητέρα μου με αγκάλιασε, δεν με άφησε ποτέ ξανά. Ύστερα έβγαλε τρία βραχιόλια από το στέρνο της και τους τα έδωσε, τότε οι άνδρες είπαν «Εντάξει, ελάτε και εσείς». 

Το χωριό μας δεν είχε θάλασσα. Εγώ δεν είδα ποτέ μου θάλασσα. Κι η μητέρα μου δεν είχε δει. Πηγαίνοντας στην ακτή στα σκοτεινά πάλι δεν την είδαμε. Οι άντρες μας έβαλαν σε ένα πλοίο. Είχε πολύ κόσμο. Η μητέρα μου με αγκάλιασε, δεν με άφησε ποτέ ξανά. Οι άντρες είπαν να κρατηθούμε καλά στις άκρες, η μητέρα μου με κράτησε ακόμα πιο σφιχτά. Κουνούσε πολύ πάνω από τη θάλασσα. Ήταν πολύ σκοτεινά, δεν μπόρεσα να δω τη θάλασσα. Έφτασε το αλμυρό νερό στο πρόσωπό μου. Έκανα εμετό από το αλάτι. Οι ηλικιωμένες γυναίκες προσευχόταν, κι η μητέρα μου προσευχήθηκε. Μου είπε να μην τρομάζω η μαμά μου. «Πολύ λίγο έμεινε, σε λίγο θα φτάσουμε», είπε. Εγώ δεν τρόμαξα καθόλου. Έσταζαν δάκρυα από τα μάτια μου λόγω του αλατιού αλλά και λίγο έκλαψα. «Πολύ κύμα έχει» είπαν οι άνδρες. Όλο φώναζαν και έλεγαν να κρατηθούν σφιχτά όλοι. Ύστερα το πλοίο μας αναποδογύρισε. 

Το χωριό μας δεν είχε θάλασσα, είχε ένα μικρό ρυάκι. Μέσα τα ψάρια κολυμπούσαν πολύ γρήγορα. Στην πραγματικότητα το ρυάκι μας δεν ήταν και πολύ μικρό, ήταν μεγαλούτσικο. Στις πλαγιές ήταν τα δέντρα. Ο μπαμπάς μου, μου είχε κάνει μία κούνια από δέντρο, μια φορά. Το σπίτι μας ήταν δίπλα στο ρυάκι και η μητέρα μου είχε κάνει μία κούκλα από κάλτσες για μένα. Αλλά την ξέχασα στο λεωφορείο, στο δρόμο. Το σπίτι μας ήταν πολύ όμορφο. 

Εμείς όλοι πέσαμε μέσα στη θάλασσα. Η μητέρα μου με αγκάλιασε πολύ σφιχτά. Επειδή δεν είχαμε θάλασσα στο χωριό μας, εμείς δεν μάθαμε ποτέ να κολυμπάμε. Κι η μητέρα μου δεν έμαθε. Μαζί με τη μητέρα μου φτάσαμε στο βάθος του νερού. Μετά ανεβήκαμε λιγάκι προς τα πάνω. Όμως, οι πολύ άντρες όλο και πατούσανε πάνω μας με τα πόδια τους, μετά ξανά πήγαμε προς το βάθος. Η μητέρα μου δεν με άφησε ποτέ, με αγκάλιασε σφιχτά. Επειδή το νερό ήταν αλμυρό, κάηκε ο λαιμός μου. Η μητέρα μου με αγκάλιασε και εγώ είπα από μέσα μου «Μη φοβάσαι μάνα», απλά ήθελα να κλάψω λίγο. Η μητέρα μου δεν φοβήθηκε καθόλου, όλο και κοίταζε μέσα στα μάτια μου. Δεν μπορέσαμε να βγούμε ποτέ στην επιφάνεια. 

Με λένε Μινά. Είμαι 5 χρονών. Ξεκινήσαμε δύο μήνες πριν από τη Χάμα. Εμείς δεν είδαμε ποτέ τη θάλασσα από έξω. Εδώ και μία εβδομάδα είμαι στο βάθος της θάλασσας, εγώ είμαι γοργόνα η κόρη της Μεσογείου, η θάλασσα είναι η μητέρα μου πλέον. Η μητέρα μου με αγκάλιασε σφιχτά δεν με αφήνει καθόλου. Γιατί όλες οι μάνες αγαπάνε πολύ τις κόρες τους. 
O Σελαχατίν Νερμίτας (Selahattin Demirtas) γεννήθηκε το 1973 στο Ελάγιζ (Τουρκία). Σπούδασε νομικά. Υπήρξε διευθυντής στην Ένωση για τα δικαιώματα του ανθρώπου και στη Διεθνή Αμνηστία της Τουρκίας. Είναι συμπρόεδρος του Κόμματος Δημοκρατίας των Λαών (HDP) και παραμένει φυλακισμένος από το Νοέμβριο του 2017. Γράφει διηγήματα και ποιήματα. Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε στη φυλακή και απαγορεύτηκε στις 2 Μαϊου 2017 ως προπαγάνδα τρομοκρατικής οργάνωσης. 

Μετάφραση από τα Τουρκικά: Lale Alatli, Επιμέλεια: Φανή Βαλσαμάκη. 

Πρώτη δημοσίευση, Επιθεώρηση Πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, Τεύχος 47, Ιανουάριος Φεβρουάριος, Μάρτιος 2018. 


Sunday, 19 November 2017

Αναξίμανδρος, άπειρο, χρόνος, αδικία και τίσις

Ελάχιστες είναι οι λέξεις που μας απόμειναν από τα γραπτά αυτής της μεγάλης ιδιοφυίας της αρχαιότητας, αυτού του εξαιρετικού στοχαστή από την Μίλητο  που γνωρίζουμε  ότι πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 610 π.Χ και να πέθανε λίγο μετά το 546 π.Χ.
Ίσως οι πραγματικές δικές του λέξεις που έφτασαν σε εμάς να είναι πιο λίγες και από τις ώρες τις ημέρας. Και όμως!  Ήταν ο πρώτος που τόλμησε να στοχαστεί το άπειρο με έναν τρόπο που θα ζήλευαν πολύ σύγχρονοι μας, τόσο φιλόσοφοι όσο και επιστήμονες, και που κανείς πριν από αυτόν δεν υποψιάστηκε. Μερικοί δε , ακόμη και στις μέρες μας, ισχυρίζονται ότι και κανείς ύστερα από εκείνον δεν μπορεί να ξεπεράσει.  Διότι για τον Αναξίμανδρο η  πανανθρώπινη και η κοσμική νομοτέλεια , η ανθρώπινη και η κοσμική δικαιοσύνη,  δεν αποτελούν η μία ομοιοθεσία της άλλης,  αλλά συγγενείς εξ αίματος που σχετίζονται βαθιά και ακατάλυτα μεταξύ τους.  Ο  Αναξίμανδρος  μας δείχνει ότι το ζεύγος αντίθετων  όρων χάος- κόσμος μαζί με το άλλο αντιθετικό ζεύγος ύβρις-δίκη έχουν εξέχουσα σημασία στην ελληνική σύλληψη του κόσμου. Ενός κόσμου που διανύει συνεχείς κύκλους γένεσης και φθοράς, ενός κόσμου όπου το αναπότρεπτο κοσμικό γεγονός του θανάτου ( η μόνη βεβαιότητα που έλεγε ο Χάιντεγκερ) δεν θεωρείται εκμηδένιση αλλά προϋπόθεση και αφετηρία για μια νέα ζωή, όπου το Είναι μετά την καμπή του και την υποταγή του στην δικαιοσύνη της ήττας, ανακτά τις δυνάμεις του, ανασυντάσσεσαι και οδηγείται στο θρίαμβο της ζωής. Εκεί που η «ωραία Μυρτώ γίνεται αληθινή σα δέντρο».
Παραθέτουμε τις λίγες λέξεις που πέρασαν από τον ποταμό της λήθης και σώθηκαν:
....λέγει δ' αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλ' ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον,ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους·  ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν...
Α. Σιμπλίκιος, εις Φυσ. 24,13
«ἄπειρον, γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών , δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας, κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν», όλες τους λέξεις, έννοιες,  εκφράσεις δυσνόητες, σχεδόν αινιγματικές.
Είναι σίγουρο ότι για να κατανοήσουμε σωστά τον Αναξίμανδρο πρέπει να τον εντάξουμε μέσα στο γενικό πλαίσιο του πνεύματος της εποχής.  Όμως συνάμα είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε και εκτός αυτού. Διότι ο Αναξίμανδρος αλλάζει του κανόνες της εποχής όσον αφορά τον τρόπο σκέψης. Θα είναι ο πρώτος που θα απελευθερώσει την σκέψη από την προσκόλληση της στο αισθητηριακό, το απτό και το εμπειρικό και θα ανοίξει έτσι για αυτήν νέους ανεξερεύνητους δρόμους , που θα οδηγήσουν σε απροσδόκητα αποτελέσματα.
Με ποιο τρόπο τα πραγματοποίησε αυτά ο μεγάλος Ίωνας στοχαστής; Ποια ήταν τα ερωτήματα που πιθανόν έθεσε στον εαυτό του και πως αναμετρήθηκε με αυτά; Γιατί ο λόγος του πολλές φορές μας φαντάζει τόσο μυστηριώδης, αλλά πρωτίστως και κυρίως, γιατί είναι λόγος τόσο δραματικός και υπό αυτήν την έννοια δυνάμει ή και ενεργεία τραγικός; Τι είδους τραγικότητα είναι αυτή που κρύβεται εδώ;
Πως είναι δυνατόν, με ποιο μηχανισμό ,  το χωρίς όρια, το απροσπέλαστο, το άπειρο αυτό που δεν έχει μορφή και  σχήμα, να κυβερνά πάνω σε αυτό που είναι σχηματισμένο , έχει μορφή, και εμφάνιση; Σχετίζεται αυτό άραγε με την έννοια του χρόνου; Και τι είδους απροσδιοριστία του μέλλοντος είναι αυτή που διακατέχει το μέλλον, υποκειμενική ή οντολογική; Τι ακριβώς είναι αυτό που ίσως να μας  ψιθυρίζει από το μακρινό παρελθόν ο αρχαικός πρωτοστοχαστής, ποιες σφοδρές αδικίες και ανάμεσα σε ποιους αυτουργούς διαδραματίζονται τόσο σε κοσμικό όσο και ανθρώπινο επίπεδο; Kαι ποιες άραγε δυνάμεις είναι οι ύπατοι σε αυτή την τραγικότητα;   

Με αυτά και άλλα ερωτήματα θα ασχοληθούμε στις δύο επόμενες Δευτεριάτικες συναντήσεις στο «Σπουδαστήριο». Δεν θα δώσουμε περιγραφικές ή κοινότυπες απαντήσεις. Δεν μας ενδιαφέρει καθόλου αυτό. Όμως δεν φιλοδοξούμε να δώσουμε και οριστικές απαντήσεις. Διότι ούτε και αυτό είναι ή  ήταν ποτέ στα ενδιαφέροντά μας, τις επιδιώξεις μας, τις πεποιθήσεις μας. Όμως θα συζητήσουμε για έναν πελώριο στοχαστή, με σύγχρονους όρους και αυτό  για μας είναι, προσώρας,  είναι πολύ σημαντικό… 

Wednesday, 1 November 2017

Porajmos, Το λησμονημένο Ολοκαύτωμα

Το Korkoro ("Alone" στα Ρομανί ) είναι μια γαλλική δραματική ταινία του 2009 που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Tony Gatlif, με τους Γάλλους ηθοποιούς Marc Lavoine, Marie-Josée Croze και James Thiérrée. Το κάστ της ταινίας ήταν πολλών εθνικοτήτων, Αλβανοί, Γεωργιανοί , Σέρβοι, Γάλλοι, Νορβηγοί καθώς επίσης και εννέα Ρομά που ο Gatlif ενέταξε στην ταινία που προέρχονταν από την Τρανσυλβανία.

Βασισμένο σε ένα περιστατικό για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από τον ιστορικό Ρομά Ζακ Σιγκότ, η ταινία εμπνεύστηκε από μία ομάδα Ρομά που διέφυγε από τους Ναζί με τη βοήθεια γαλλικών χωρικών. Περιγράφει το σπάνια τεκμηριωμένο θέμα του Porajmos (το Ολοκαύτωμα των Ρομά). Εκτός από την ομάδα των Ρομά , η ταινία περιλαμβάνει και έναν χαρακτήρα που βασίζεται στην πραγματική ιστορία της Yvette Lundy, μία δασκάλας που ήταν ενεργή στη γαλλική αντίσταση και απελάθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης εξαιτίας της δράσης της να προμηθεύει τους Ρομά. διαβατήρια Ο Gatlif σκόπευε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ αλλά η έλλειψη γραπτών αναφορών τον οδήγησε να παρουσιάσει την ιστορία ως δράμα.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου και στην Γαλλία βγήκε ως Liberté τον Φεβρουάριο του 2010. Την φοβερή μουσική της ταινίας, συνέθεσαν ο Tony Gatlif και η Delphine Mantoulet.

Το Κορκόρο έχει χαρακτηριστεί ως «σπάνιο κινηματογραφικό αφιέρωμα» σε εκείνους που σκοτώθηκαν στον Porajmos. Σε γενικές γραμμές, έλαβε θετικές κριτικές από τους κριτικούς, που το θεωρούσαν ως ένα από τα καλύτερα έργα του σκηνοθέτη, ενώ ένα από τα προτερήματά του θεωρείται η απεικόνιση των Ρομά με μη στερεότυπο τρόπο , μακριά από τα κλισέ και τις συνήθεις απεικονίσεις τους.


Το λησμονημένο Ολοκαύτωμα

Κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου, το Porajmos ήταν η προσπάθεια της ναζιστικής Γερμανίας, της ανεξάρτητης Κροατίας, και της Ουγγαρίας του Miklós Horthy  και των συμμάχων τους να εξοντώσουν τον λαό των Ρομά της Ευρώπης. Κάτω από τη διακυβέρνηση του Χίτλερ, οι Ρομά και οι Εβραίοι ήταν στην πραγματικότητα οι μόνες εθνοτικές ομάδες για τις οποίες η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία υπεδείκνυε ολοκληρωτική εξόντωση. Το 1935 με τους λεγόμενους νόμους της Νυρεμβέργης, οι Ρομά μαζί με τους Εβραίους άρχισαν να χαρακτηρίζονται Fremdrasse (“αλλοδαπή φυλή») της οποίας το αίμα αποτελούσε θανάσιμη απειλή για την γνησιότητα της γερμανικής φυλής και θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Οι δύο ομάδες υπέστησαν παρόμοιες πολιτικές και διώξεις, με αποκορύφωμα την πληγή εξαφάνιση και των δύο πληθυσμών στις κατεχόμενες από τους Ναζί χώρες . Οι εκτιμήσεις για το θάνατο των Ρομά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κυμαίνονται από 220.000 έως 1.500.000 .

Επειδή οι κοινότητες των Ρομά στην Ανατολική Ευρώπη ήταν λιγότερο οργανωμένες από τις εβραϊκές κοινότητες, το Porajmos δεν ήταν καλά τεκμηριωμένο. Υπήρξε επίσης μια τάση να υποβαθμιστούν τα πραγματικά στοιχεία, σύμφωνα με τον Ian Hancock, διευθυντή του Προγράμματος Ρομά των Πανεπιστημίων του Τέξας στο Όστιν . Ο Tony Gatlif, του οποίου οι ταινίες έχουν ως επί το πλείστον ανθρώπους Ρομά,  από καιρό ήθελε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για αυτό το λιγότερο γνωστό θέμα, αλλά η έλλειψη επαρκών τεκμηριωμένων στοιχείων σε συνδυασμό με την απουσία ακριβών αριθμών απογραφής πριν από τον πόλεμο για τους Ρομά δύσκολο .


Η πολύ συγκινητική και εν γένει καταπληκτική αυτή ταινία με τα πολλά νοήματα προβλήθηκε από την ΕΡΤ3 στις 27/10/2017 και αξίζει κάποιος να την αναζητήσει και να την παρακολουθήσει.

Saturday, 28 October 2017

20 Ιούλη 1944- Το μπλόκο της Αμαλιάδας

20 Ιούλη 1944- Το μπλόκο της Αμαλιάδας

Τα μπλόκα
Κάθε χρόνο ανάμεσα στην άνοιξη και το καλοκαίρι, κυρίως στην Αθήνα γίνονται εκδηλώσεις μνήμης, για τους εκτελεσμένους στα διάφορα «μπλόκα»: το μπλόκο της Κοκκινιάς, το μπλόκο της Καλογρέζας, το μπλόκο του Βύρωνα, το μπλόκο στη Γούβα-Παγκράτι, το μπλόκο στο Δουργούτι-Νέο Κόσμο, μια ατέρμονη σειρά με εκατόμβες νεκρών, χιλιάδων συλληφθέντων.
Όμως τι ήταν τα μπλόκα;
Τα μπλόκα ήταν βάρβαρες, απάνθρωπες και κτηνώδεις επιχειρήσεις. Τάγματα ασφαλείας μαζί με αποσπάσματα της ειδικής Ασφάλειας ( μιας υπηρεσίας της αστυνομίας που δημιουργήθηκε την δεκαετία του ‘ 30 με αποκλειστικό στόχο την «καταπολέμηση του κομμουνισμού») και κάθε λογής ακδροδεξιές συμμορίες απέκλειαν τις προσβάσεις σε μια ολόκληρη περιοχή και μετά επιδίδονταν στο «θεάρεστο» έργο τους: ματωμένα όργια εκτελέσεων, συλλήψεων, λεηλασιών, ενώ πολύ συχνό ήταν και το θέαμα των κρεμασμένων σε δημόσια θέα προς  παραδειγματισμό.
Πάντα στόχος των μπλόκων στην Αθήνα ήταν οι εργατογειτονιές γύρω από το κέντρο. Στις 15-16 Μάρτη 1944 το αιματηρό μπλόκο της Καλογρέζας θα άφηνε πίσω του ως αιματηρή παρακαταθήκη 22 εκτελεσμένους εργάτες. Το μπλόκο της Κοκκινιάς τον Μάρτη και πάλι τον Αύγουστο του 1944 είναι ένα άλλο παράδειγμα.  Ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ μιλάει για την μετατροπή της Ελλάδας μετά την άνοιξη του 1944 σε πεδίο μάχης, δίνοντας χαρακτηριστικά στο τέταρτο μέρος του βιβλίου του «Στην Ελλάδα του Χίτλερ» τον τίτλο «μια κοινωνία σε πόλεμο».
Απλώς για λόγους ιστορικούς μνήμης να θυμίσουμε ότι την 6 Απριλίου είχε ορκιστεί πρωθυπουργός ο Ιωάννης Ράλλης, παλιός πολιτευτής του Λαϊκού Κόμματος ( και πατήρ του Γ. Ράλλη, τέως πρωθυπουργού και προέδρου της Νέας Δημοκρατίας). Βέβαια στην κυβέρνησή του δεν έλειπε και οι «βενιζελογενείς» (π.χ  Αντ. Ταβουλάρης ως υπουργός Εσωτερικών και ο Ν. Καλύβας, πρώην συνδικαλιστής και σοσιαλιστής ως Υπουργός Εργασίας).
Όμως σε αυτή μικρή γωνιά της Πελοποννήσου,  και μέσα στο προαναφερθέν γενικό πλαίσιο, διαδραματίστηκε μια ανάλογη ιστορία, το δικό μας μπλόκο,  το μπλόκο της Αμαλιάδας στις 22Ιουλίου 1944, γα το οποίο μυστηριωδώς (ή όχι και τόσο) δεν γίνεται ποτέ μνεία, τόσο όσον αφορά στο ίδιο όσο και στους πρωταγωνιστές του. Ούτε ονόματα, ούτε πράξεις, ηρωικές ή κτηνώδεις αντίστοιχα, αναφέρονται, και φυσικά δεν γίνεται καμία προσπάθεια όλα αυτά να ενσωματωθούν οργανικά στην πραγματική ιστορία αυτής της πόλης.

Το Μπλόκο της Αμαλιάδας από τους Γερμανοτσολιάδες

Θα αναφέρω τα περιστατικά όπως ακριβώς περιγράφονται στην μοναδική περιγραφή που έχουμε στην διάθεσή μας από τον Πάνο Διον. Παναγόπουλο στο βιβλίο του Αντιστασιακή Αμαλιάδα- Χρονικό της Τιμής και της Αντρειοσύνης, Αθήνα 1995.


 Αναφέρει λοιπόν ο Παναγόπουλος:

«Ταγματασφαλίτες ή Γερμανοτσολιάδες όπως και τους αποκαλούσε ο λαός είχαν στρατωνιστεί-εγκατασταθεί- στον Πύργο,  (τάγμα Κοκώνη). Υπήρχαν και ένοπλοι συνεργάτες των Γερμανών, οι αποκαλούμενοι «Γερμανοντυμένοι» με εστίες δράσης διάφορα χωριά, Δουνέϊκα, Βαρθολομιό κι αλλού, κάτω από  ομπρέλες προστασίας των Γερμανών. Τα τάγματα «ασφαλείας» είχαν εγκριθεί από την κατοχική προδοτική κυβέρνηση του Κουϊσλιγκ πρωθυπουργού με την έγκριση και ενίσχυση των Γερμανικών αρχών, με τις οποίες συνεργάζονταν στενά και με την καθοδήγησή τους πολεμούσαν μαζί την Εθνική Αντίσταση. Ας θυμηθούμε το ανακοινωθέν του ταγματασφαλίτη « Έλληνα» αξιωματικού των ταγμάτων ασφαλείας Εύβοιας, ο οποίος μετά τη σύγκρουση ΕΛΑΣ και Γερμανοτσολιάδων έβγαλε πολεμικό ανακοινωθέν που ανέφερε τα εξής:  «…εκ των ημετέρων δυνάμεων (δηλ. Γερμανοτσολιάδων)  εις Γερμανός…. Νεκρός…».
Στο μεγαλύτερο μέρος της Αμαλιάδας κυριαρχούσαν οι αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, οι δε Γερμανοί έκαναν εξόδους από το περιχαρακωμένο στρατόπεδο τους με εξοπλισμένα τμήματα, γιατί γνώριζαν την ύπαρξη των «παρτιζάνων της πόλης». Το ίδιο γνώριζαν και οι ταγματασφαλίτες του Κοκώνη στον Πύργο και άλλοι συνεργάτες του κατακτητή, δεδομένου ότι στην Αμαλιάδα με την περιοχή της συγκροτούσε ισχυρότατο αντιστασιακό μέτωπο. Για να χτυπήσουν και συντρίψουν την αντίσταση του λαού της Αμαλιάδας, Κοκώνης και Γερμανοί της Αμαλιάδας συναποφάσισαν το στήσιμο «μπλόκου», όμοιου με τα γνωστά αιματηρά μπλόκα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. (Κοκκινιά, Καλλιθέα, Καλογρέζα, Υμηττό κ.λ.π).
Η ιδέα και τα σχέδια του μπλόκου ήταν των εθνοπροδοτών, η πρακτική όμως εφαρμογή και υλοποίηση αφηνόταν στις γερμανικές δυνάμεις κατοχής και τούτο, γιατί ταγματασφαλίτες τρέμανε την Εθνική Αντίσταση και δεν τολμούσαν με τις δικές τους δυνάμεις να την αντιμετωπίσουν. Όπου, σπάνια το απετόλμησαν,  συντρίφτηκαν και εξολοθρεύτηκαν. Έτσι με το γλυκοχάραμα της λιόλουστης μέρας, γιορτής του Προφήτη Ηλία, η πόλη βρέθηκε ασφυκτικά πολιορκημένη, για πρώτη φορά από εξοπλισμένες βαριά γερμανικές δυνάμεις που είχαν κλείσει όλες τις «πύλες» και απαγόρευαν την έξοδο ενώ αντίθετα η πρόσβαση και είσοδο στην πόλη αφηνόταν ελεύθερη…
Κανένας δεν γνώριζε,  ούτε και μπορούσε να μαντέψει το κακό που σε λίγο θάφτανε…
Γύρω στις 9 το πρωί έφτασε στον περιχαρακωμένο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης αμαξοστοιχία από τον Πύργο, κουβαλώντας τους ταγματασφαλίτες των Κοκώνη-Κοκονέτση,  που στρατοπέδευσαν στο γερμανικό στρατόπεδο, όπως παραπάνω αναφέρεται. Μετά από λίγο, τελάληδες βγήκαν σ’ όλες τις γειτονιές και με χωνιά καλούσαν,  κατά διαταγή της Γερμανικής διοίκησης Αμαλιάδας, τους πολίτες από 12 χρονών και πάνω να συγκεντρωθούν μέχρι τις 12 το μεσημέρι στον πιο πάνω χώρο του σταθμού. Η διαταγή έλεγε, ότι όποιος μετά την παρέλευση της 12ης μεσημβρινής ώρας, πιανόταν ή βρισκόταν έξω από το χώρο της συγκέντρωσης, ή οπουδήποτε στην πόλη, θα τουφεκιζόταν επί τόπου, δίχως άλλο. Πράγματι άρχισε η κάθοδος των ταλαίπωρων μυρίων στο σταθμό.
Ώρα 12:00, έκαναν την εμφάνισή τους μέσα στην πόλη, άφοβα ανηφορίζοντας, στη συνέχεια πλιατσικολογώντας, αφού οι Γερμανοί τους προστάτευαν, οι άθλιοι ταγματασφαλίτες, πολλοί μάλιστα και πολιτικά ντυμένοι, προπηλακίζοντας, βρίζοντας και χτυπώντας με ραβδιά και τους υποκόπανους των όπλων, τους κατηφορίζοντας τελευταίους πολίτες, με σκοπό να σκορπίσουν τον τρόμο και τον πανικό ακόμα και στα γυναικόπαιδα, που και αυτά τους φόβιζαν. Είχαν πικρή πείρα από τη δράση των μικρών αετόπουλων, μικρών ηρώων σε πολλές επικίνδυνες αποστολές μέσα στις γραμμές του κατακτητή .
Άγριο και βάρβαρο το μίσος αυτών των μισελλήνων κατά της Αμαλιάδας του ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ-ΕΠΟΝ.
Κατηφορίζοντας προς το σταθμό, βρέθηκα μπροστά στο αποτρόπαιο και φρικιαστικό θέαμα του άγριου και απάνθρωπου βασανισμού από ομάδα ταγματασφαλιτών, κάπου στη λεωφόρο, δυο Αμαλιαδιτών, του αξέχαστου «ΣΑΡΛΩ», κατά κόσμο ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ από του Καλίτσα και κάποιου άλλου  νέου άνδρα, που όπως αργότερα πληροφορήθηκε, ήταν ο βαριόμοιρος Γιάννης Καραβίδας, παλιός, πολύ γνωστός, ποδοσφαιριστής του προπολεμικού Πανηλειακού Αμαλιάδας.
Το μαρτύριό τους δεν περιοριζόταν στα σωματικά τους οδυνηρά πλήγματα, τα αίματα είχαν πλημμυρίσει τα πρόσωπά τους και είχαν μουσκέψει τα ρούχα τους,  αλλά οι επαγγελματίες βασανιστές τους, ήθελαν και τον ευτελισμό τους, την ψυχική καταρράκωση τους και την πλήρη ταπείνωση και εξουθένωση τους, ώστε να καταστούν άβουλα όργανά τους και να τους μετατρέψουν σε καταδότες των συμπατριωτών τους, αγωνιστών της Αντίστασης. Ο «ΣΑΡΛΩ» με το αετίσιο κεφάλι, ψηλά αγναντεύοντας, υποβασταζόμενος από τους βασανιστές του και περιφερόμενος ανάμεσα στους συγκεντρωμένους, διαρκώς βασανιζόμενος, δεν υπέδειξε απολύτως κανένα, αν και γνώριζε, από συνεργασία μαζί τους, πολλούς αντιστασιακούς, συναγωνιστές του.
Η περίπτωση «ΣΑΡΛΩ» θυμίζει παρόμοια τραγική σκηνή στο τρομερό μπλόκο της Κοκκινιάς. Ένας νεαρός Επονίτης, βαριά χτυπημένος, με σπασμένο το κεφάλι από τους ταγματασφαλίτες, θαραλλέα φώναξε στο συγκεντρωμένο πλήθος… « Συναγωνιστές σηκώστε ψηλά το κεφάλι σας, δεν πρόκειται κανένα σας να προδώσω…». Τίμημα της περηφάνειας, της λεβεντιάς του και του πατριωτισμού του, η άμεση και επιτόπου εκτέλεση του…
9 Αυγούστου 1944 Μπλόκο Νέου Κόσμου (Δουργούτι)
Στο μπλόκο της Αμαλιάδας ο ταγματασφαλίτης-ταγματάρχης Κοκώνης και το «επιτελείο του» προσπάθησαν να εφαρμόσουν τη σατανική και απάνθρωπη-γκεσταπίτικη μέθοδο της δημιουργίας καταδοτών, μέθοδο δανεισμένη από τα αποτρόπαια, αιματοβαμμένα μπλόκα της Κοκκινιάς-Καλογρέζας κ.λ.π όπου έδρασαν οι εφιαλτικοί και αποκρουστικοί προδότες, οι «κουκουλοφόροι» που σαν ληστές καλυπτόμενοι στο πρόσωπό τους από μαύρες κουκούλες, που άφηναν μόνο άνοιγμα στα μάτια τους, κατέδιδαν στον εχθρό, φίλους, γνωστούς, γείτονες, ακόμα και συγγενείς τους.
Στο μπλόκο της Αμαλιάδας δεν έδρασαν κουκουλοφόροι, ήταν από τα πράγματα αδύνατο, και κύρια έγινε έρευνα και έλεγχος με βάση ονομαστικές καταστάσεις που είχαν στα χέρια τους ταγματασφαλίτες, πλην  ο σκοπός τους, που ήταν η σύλληψη γνωστών στελεχών της Αντίστασης, δεν πέτυχε, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις όπως του αξέχαστου λεβέντη αγωνιστή, Γιώργη Μαντζαβίνου, Προέδρου του Εργατικού Κέντρου Αμαλιάδας (είναι ανευλάβεια στη μνήμη του η αγνόησή του από το ΕΚΑ  Αμαλιάδας),  του «ΣΑΡΛΩ» και μερικών άλλων απλών Αντιστασιακών.
Το μπλόκο παράδοξο το λησμονούν μελετητές εργασίες τους για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής μέσα σε ανυπόφορο κλίμα τρομοκρατίας άγριων ξυλοδαρμών προπηλακισμών λιποθυμία από το χοντρό καλσόν Μαρτίου και αβάσταχτης δίψας από έλλειψη νερού κράτησε περίπου 8 9 ώρες ας αναπολήσουμε για λίγο τις χιλιάδες συμπατριωτών μας γύρω από το χώρο του στρατού κρατούμενους και ποιοτικού στρατόπεδο του κατακτητή και συνεργατών τους Με το μαστίγιο και τώρα μπει στο χέρι του στις 20 Ιούλη του 1944 μέρα ηλιόλουστη και ζέστη,  όρθιους οχτώ-εννιά ώρες, τρομοκρατημένους, διψασμένους και πλήρως εξουθενωμένους, σωστή τραγωδία-με αυτουργούς και πρωταγωνιστές τους προδότες-συνεργάτες του κατακτητή.
Η συγκομιδή του μπλόκου απέδωσε στον Κοκώνη περίπου 200 ταλαίπωρους Αμαλιαδίτες, που λοιδορούμενοι και δερνόμενοι, τσουβαλιάστηκαν, αργά τη νύχτα, μέσα σε φορτηγά βαγόνια του τρένου (άντρες 18-ίπποι , αυτή η χωρητικότητα) που στάθμευε από το πρωί στο σταθμό, όλα στη διάθεση του Κοκώνη, με προορισμό τις φυλακές των ταγματασφαλιτών στον Πύργο.
Η ταλαιπωρία των υπολοίπων, μη  συλληφθέντων, μπλοκαρισμένων ακόμα,  δεν τελείωσε, γιατί έπρεπε να υποστούν και τον «εθνικό» δεκάρικο λόγο του Κοκώνη, που εκφώνησε από το μπαλκόνι του σπιτιού του αείμνηστου Σωτήρη Γεωργακόπουλου,  στη λεωφόρο, δηλ. από το σπίτι που στεγάζονταν οι Γερμανοί,  και που  ούτε λίγο ούτε πολύ καλούσε ο  «πατριώτης» αξιωματικός «εθνικό» προσκλητήριο και συμπαράταξη και συνεργασία με τους Γερμανούς κατακτητές για τη νίκη του χιτλερισμού.
Μετά την παραπάνω αποφράδα μέρα του Ιουλίου 1944 για το λαό της Αμαλιάδας (ξεχάστηκε και αυτή) παρουσιάστηκε το θλιβερό φαινόμενο, ψυχοραγούντος του ναζισμού, της εμφάνιση στην πόλη μιας μικρής ομάδας- πέντε- δέκα άτομα- οι περισσότεροι μη Αμαλιαδίτες, ταγματασφαλιτών, που στεγάστηκε σε σπίτι δίπλα στους προστάτες τους Γερμανούς, από το φόβο της Αντίστασης. Οι συλληφθέντες Αμαλιαδίτες στριμώχτηκαν σε κάτι πρόχειρες και άθλιες φυλακές και η ζωή τους ήταν απάνθρωπη- ανυπόφορη. Η τρομοκράτησή τους, οι απειλές εκτελέσεων, οι συνεχείς ξυλοδαρμοί μέχρι αίματος και αναισθησίας και ο ευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε καθημερινή διάταξη, μαζί με την αποπνικτική ατμόσφαιρα από το αδιαχώρητο και τη ζέστη, ήταν το καθημερινό τους, μαρτυρικό, βίωμα. Πολλοί κρατούμενοί υποβάλλονταν σε καθημερινή βασανιστική ανάκριση για ν’ αναγκαστούν να καταδόσουν  συγκρατούμενούς τους, ή και μη συλληφθέντες, που ήταν οργανωμένοι στην Αντίσταση και γα σχετικά θέματα.
Μετά πάροδο λίγων ημερών το επιτελείο Κοκώνη,  χωρίς καμία διαδικασία και δίκη καταδίκασε σε θάνατο πέντε (5) κρατούμενους, ήτοι το «ΣΑΡΛΩ», το Γιώργη Μαντζαβίνο, το Γιώργη Καραβίδα, τον Τρομ, άγνωστο για ποιο λόγο,  και κάποιο ανώνυμο αγωνιστή.
Μεσάνυχτα τους εκτέλεσαν στο χώρο του νεκροταφείου του Πύργου και τους πέταξαν σε πρόχειρα ανοιγμένο ομαδικό τάφο.
Τη βάρβαρη εκτέλεση ακολούθησε ανθρώπινο θαύμα.
Ο «ΣΑΡΛΩ»  τραυματισμένος, αφού αφουγκράστηκε τη νεκρική σιγή του τάφου και του περίγυρού του,  αναμέρισε τα μαύρα χώματα και βγήκε έξω, στη ζωή…ανασύροντας από τον τάφο και τον άτυχο, βαριά τραυματισμένο, Γιάννη Καραβίδα. Ματωμένο, λαβωμένο και πονεμένο το ατρόμητο παλικάρι σήκωσε στους ώμους τον ημιθανή Καραβίδα και σιγά με την ψυχή στο στόμα βγήκε από το νεκροταφείο, πέρασε νυχτοπατώντας και αγκομαχώντας σοκάκια και γειτονιές του Πύργου και ζήτησε βοήθεια σε κάποιο απόμερο φτωχόσπιτο, που απλόχερα τους δόθηκε και αφού έγινε πρόχειρη επίδεση των τραυμάτων,  τράβηξαν ανηφορίζοντας στην Ελεύθερη Ελλάδα. Παρά τις προσπάθειες των υγειονομικών υπηρεσιών των Αντιστασιακών οργανώσεων δεν καταφέρθηκε να διατηρηθεί στη ζωή ο Καραβίδας που έφερε θανάσιμα τραύματα. Ο «ΣΑΡΛΩ» έγινε καλά και εντάχθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις του ΕΛΑΣ, απ’ όπου πολέμησε τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους- εκτελεστές του- ταγματασφαλίτες- στη μάχη για την απελευθέρωση του Πύργου.
Με την φυγή των Γερμανικών στρατευμάτων από την Ηλεία που αποφυλακίστηκαν συλληφθέντες Αμαλιαδίτες, που πήραν το δρόμο του γυρισμού στο σπίτι με το πόδι. Λόγω συνάφειας του προσωπικού δράματος του «ΣΑΡΛΩ» με τους εκτελεστές του και την τύχη τους παραθέτω τ’ ακόλουθα:
Mετά τη φυγή των Γερμανών, o  Κοκώνης υποκινούμενος και ενισχυόμενος και από ύποπτους ξένους παράγοντες- πράκτορες αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα στον ΕΛΑΣ, παρά τις διαπραγματεύσεις, τις διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις των υπευθύνων του ΕΑΜ ΕΛΑΣ για τη ζωή των ταγματασφαλιτών και τη δική του και έτσι επακολουθήσε η  μάχη του πύργου και η απελευθέρωση του από τον ΕΛΑΣ με αρκετά χρήματα και από τις δύο πλευρές.
Ο  Κοκώνης πλήρωσε με τη ζωή του, οι λοιποί λείπει συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στις ίδιες φυλακές- αποθήκες- που ήδη είχαν φυλακίσει τους Αντιστασιακούς-Πατριώτες. Ανάμεσα στους  φυλακισθέντες  ήταν και ο αξιωματικός, επικεφαλής του αποσπάσματος που εκτέλεσε το «ΣΑΡΛΩ» και λοιπούς, που πρωταγωνιστούσε και στο μπλόκο της Αμαλιάδας.  Όπως τότε ευρύτατα είχε ακουστεί, ο «ΣΑΡΛΩ», επισκέφτηκε τις φυλακές και τον παραπάνω αξιωματικό, ο οποίος στο αντίκρισμα του,  ήταν πολύ γνωστός του ο «ΣΑΡΛΩ»   από τις συνεχείς ανακρίσεις και το λίγο χρόνο, που είχε περάσει από την εκτέλεση σωριάστηκε ερείπιο .Το γενναίο παλληκάρι, ο λαϊκός αγωνιστής,  με το μεγαλείο της ψυχής του,  τούδωσε το χέρι της κόρης της συχώρεσης….κι έφυγε σεμνά και αθόρυβα, γαληνεμένος, για τον δικό του δρόμο της τιμής και της αξιοπρέπειας.
Σπανιότατο περιστατικό μεγαλοσύνης και μεγαλοψυχίας ανά τους αιώνες…
Αργότερα ,στον εμφύλιο, μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, ο «ΣΑΡΛΩ» έπεσε έξω από την Αμαλιάδα, κατόπιν προδοσίας, αλλά και μάχης αφού αρνήθηκε να παραδοθεί  στο απόσπασμα που τον είχε κυκλώσει.
Ο «ΣΑΡΛΩ» που σημειωτέον, τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε σε ορφανοτροφείο, μοιάζει τραγική μορφή αρχαίου δράματος. Εκτελέστηκε, θάφτηκε, βγήκε έξω από τον τάφο του,  συγχώρεσε τους εκτελεστές του με  την ανθρώπινη μεγαλοσύνη και την υψηλή- λαϊκού ήρωα- γενναιοφροσύνη του και σαν ανταμοιβή του, σύρθηκε  ο ατρόμητος αγωνιστής άψυχος πλέον-γελαστός και περήφανος στους δρόμους Αμαλιάδος από τους τότε απάνθρωπους παρακρατικούς οι οποίοι όταν ζούσε, τρέμανε τα φυλλοκάρδια του στο άκουσμα του και μόνο.
Οι λίγες γραμμές, φόρος τιμής στη μνήμη του γενναίου αγωνιστή, την αντρειοσύνη του οποίου γνώρισα σαν αυτόπτης μάρτυρας στο μπλόκο, και θαυμάζω…»

Δεν πιστεύουμε πως η ιστορική συνείδηση είναι το «δεν ξεχνώ», όμως η τοποθέτηση του συμβάντος και της εμπειρίας ακόμη και της τραυματικής στα ιστορικά της συμφραζόμενα και πλαίσια, αποτελεί αναμφίβολα μέρος της κοινωνικής συνείδησης. Η κατανόηση και η επούλωση των τραυμάτων φυσικά και έχουν να κάνουν με την ιστορικοποίηση και την οικειοποίηση που επιφέρει, ωστόσο, συνάμα είμαστε και αντίθετοι σε κάθε προσπάθεια μετατροπής των ερειπίων σε αποξενωμένα  και χωρίς πνοή , αγάλματα μουσείων , προς θέαση και τέρψιν.

«…γιατί τα’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια, είμαστε εμείς. Τ’ αγάλματα λυγίζουν ελαφριά…καληνύχτα». Γ.Σεφέρης, Ο ηδονικός Ελπήνωρ

Υ.Γ1. Όταν ήμουν μικρός ο πατέρας μου διηγιόταν μια ιστορία για ένα θεόρατο λεβέντη που περνούσε από τη δημοσιά, αντάρτης είχε ακούσει να λένε ότι ήταν, και πάντα τον χάϊδευε στο κεφάλι. Όταν τον ρωτούσα αν ήξερε πως τον έλεγαν, μου ανέφερε το όνομα  «ΣΑΡΛΩ».


ΥΓ2. Χρήστος Αθανασόπουλος ή «ΣΑΡΛΩ» ή «Λάζαρος» . Απόφοιτος της Γεωργικής Σχολής. Οργανώθηκε στο ΕΑΜ και μετά τη Βάρκιζα για να ξεφύγει των διώξεων στο ΔΣΕ. Στις 13/1/1949 η ομάδα του χτυπήθηκε από δύναμη 15 χωροφυλάκων και χιτών υπό τον ενωματάρχη Γιάννη Μπουλνταδάκη, στην καλύβα του του Όθωνα Κουφού κοντά στο χωριό Ρένεσι. Η σορός του μεταφέρθηκε με στρατιωτικό όχημα και ετέθη σε δημόσια θέα στην γωνία των Οδών Φιλελλήνων και Σωκράτους, έξω από το αστυνομικό τμήμα Αμαλιάδας. 


Και κάτι άλλο για σήμερα, μέρα που είναι, για να μην ξεχνιόμαστε:

«ευρυσκόμεθα σε φιλικότατες σχέσεις με το Γερμανικό ναζιστικό καθεστώς … Πλην δε δυνάμεθα να παραβλέψωμεν την μεσογειακήν μας θέση και την ζωτικήν ανάγκην να μην ευρεθώμεν ποτέ αντιμέτωποι των Άγγλων». Ιωάννης Μεταξάς