wi

Η επιστήμη αυτοκτονεί όποτε υιοθετεί ένα δόγμα.

Thomas Huxley, 1825-1895, Βρετανός βιολόγος.

Το ανθρώπινο πόδι… ένα θαύμα της Μηχανικής.

Λεονάρντο Ντα Βίντσι, 1452-1519, Ιταλός σοφός.

Ο σκοπός της τέχνης είναι να δώσει στη ζωή σχήμα.

Γουίλιαμ Σαίξπηρ, 1564-1616, Άγγλος δραματουργός.

Pages

Showing posts with label ΤΕΧΝΗ. Show all posts
Showing posts with label ΤΕΧΝΗ. Show all posts

Saturday, 18 July 2026

Φάουστ: μια τραγωδία, του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε

Για το εμβληματικό κείμενο του Johann Wolfgang von Goethe «Φάουστ: μια τραγωδία» (μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, εκδ. Κείμενα).


Ολοκληρώνοντας τον Φάουστ του Γκαίτε, αυτό που μπορώ να καταθέσω ως το μέγα διακύβευμα της ανάγνωσής του είναι –κι ας ακουστεί παράξενο– η δυνατότητα μετάφρασης. Ειδικότερα δε, της διερεύνησης του κατά πόσον αυτή μπορεί να αποδώσει το πρωτότυπο κείμενο. Και ως παρεπόμενο βήμα, θα ήταν αδύνατο να μην αναφερθώ στη σθεναρή αντίσταση ενός πολυδαίδαλου κειμένου στις πλάγιες ματιές και τη διαγώνια ανάγνωση ενός σύγχρονου κοινού εθισμένου σε άλλου είδους παραστάσεις. Ας ξεκινήσω όμως από το ίδιο το έργο, προτού περάσω στα υπόλοιπα. 

Ο Φάουστ αποτελείται από δύο μέρη (συνολικά 12.111 στίχοι), με το δεύτερο –και πιο απαιτητικό– μέρος να χωρίζεται σε πέντε πράξεις. Τα dramatis personae είναι πλέον γνωστά, μιας και το πέρασμα των αιώνων και οι αμέτρητες αναφορές τούς προσέδωσαν μυθικές διαστάσεις: Ο πανεπιστήμων Φάουστ, ο Μεφιστοφελής-Σατανάς, η αθώα Μαργαρίτα, μαθητές, βοηθοί, ποιητές και παρατρεχάμενοι, μυθικά πρόσωπα όπως η ωραία Ελένη και άλλοι ομηρικοί ήρωες, τέρατα, βιβλικές μορφές και, καθόλου απρόσμενα, ο Θεός με τους αγγέλους. Ο αναγνώστης παρακολουθεί από τις εναρκτήριες σκηνές το στοίχημα μεταξύ του Θεού και Μεφιστοφελή με έπαθλο την ψυχή του σεβάσμιου Δρ. Φάουστ. Εν συνεχεία, την κάθοδο του Μεφιστοφελή στη Γη, την επαφή του με τον Φάουστ και την κοινή πορεία τους στον χώρο και τον χρόνο, καθώς ο πρώτος υπόσχεται να ικανοποιήσει καθεμιά επιθυμία του δεύτερου, με τίμημα την αθάνατη ψυχή του – έως το τέλος, με τον υπερήλικα πλέον Φάουστ να αποδίδει τα οφειλόμενα. 

Έργο τιτάνιο του Γερμανού ποιητή, ο οποίος διέπραξε, θαρρείς, το ίδιο έγκλημα με τον ήρωά του, προκειμένου να φέρει εις πέρας τον Φάουστ κατά τη διάρκεια της ζωής του: Επιστρέφοντας σε τακτά διαστήματα, προσθέτοντας στίχους, πράξεις, οικοδομώντας, εμπλουτίζοντας το ήδη υπάρχον. Περιφρονώντας τον χρόνο, τον ίδιο εκείνο χρόνο που μέρα τη μέρα τον έσπρωχνε προς το αναπόφευκτο. Κάθε του στίχος και μια άρνηση, κάθε πράξη μια κραυγή ελευθερίας του Ανθρώπου που κοιτάζει με πάθος και απόγνωση το τέλος του, και εξίσου παθιασμένα και ανέλπιδα δεν παραδίδει την πένα του (το μόνο του όπλο ενάντια στο κενό) παρά μόνο όταν έχει γράψει στο τέλος το οριστικό «Finis».

Saturday, 3 May 2025

Henry James (Χένρυ Τζέημς) - ένας μεγάλος συγγραφέας

    

 Ο Henry James OM* (Χένρυ Τζέημς) ήταν Αμερικανο-Βρεττανός συγγραφέας με αρκετά πολυσέλιδα μυθιστορήματα, που μερικά απ' αυτά θεωρούνται (κι είναι) αριστουργηματικά, ήτανε σπουδαίος στυλίστας, οξυδερκής και βαθιά ατμοσφαιρικός δημιουργός, που ξεκίνησε σα ρεαλιστής για να ωριμάσει και να εξελιχθεί σε συγγραφέα υπαινικτικό που δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια ανατέμνοντας τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Το έργο του χαρακτηρίστηκε από έντονο κοσμοπολιτισμό, λατρεία προς την Ευρώπη κι ειδικότερα τη Βρεττανία. Οι οξυδερκείς περιγραφές των Αμερικανών στην Ευρώπη, των αστικών σαλονιών, των αφελών συμπατριωτών μπρος στους πιο προηγμένους πνευματικά Ευρωπαίους, οι διαφορές των 2 ηπείρων -η αποξένωση των ανθρώπων, τα βάσανα των ανεξάρτητων γυναικών, ο γάμος κι οι επιπτώσεις του, η καλυμμένη ομοφυλοφιλία, οι Βικτωριανοί κώδικες, η υποκρισία της αστικής τάξης, κυριαρχούνε στα έργα του που σε συνδυασμό με τη λεπτότητα και το απαράμιλλο ύφος του λόγου του, τα καθιστούν ακαταμάχητα. Θεωρείται βασική μεταβατική φιγούρα μεταξύ λογοτεχνικού ρεαλισμού και λογοτεχνικού μοντερνισμού και θεωρείται από πολλούς απ' τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους στην αγγλική γλώσσα. Ήτανε γιος του Henry James του πρεσβύτερου κι αδελφός του φιλόσοφου και ψυχολόγου William James και της ημερολογιογράφου Alice James.

___________________
ΟΜ=Το Τάγμα της Αξίας είναι ένα παράσημο αξίας για τα βασίλεια της Κοινοπολιτείας, που αναγνωρίζει τη διακεκριμένη υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις, την επιστήμη, τη τέχνη, τη λογοτεχνία ή τη προώθηση του πολιτισμού. Ιδρύθηκε το 1902 από τον Εδουάρδο Ζ', η είσοδος στο τάγμα παραμένει το προσωπικό δώρο του Κυρίαρχου του -προς το παρόν του δισέγγονου του Εδουάρδου Ζ', Κάρολο Γ'- και περιορίζεται σε 24 ζωντανούς παραλήπτες από τα βασίλεια της Κοινοπολιτείας, συν ένα περιορισμένο αριθμό των επίτιμων μελών. Ενώ όλα τα μέλη έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τα μεταγενέστερα γράμματα OM και να φοράνε το σήμα του τάγματος, η προτεραιότητα του Τάγματος Αξίας μεταξύ άλλων τιμών διαφέρει μεταξύ των χωρών.
------------------------------

     Είναι περισσότερο γνωστός για τα μυθιστορήματά του που ασχολούνται με την κοινωνική και συζυγική αλληλεπίδραση μεταξύ των εμιγκρέδων Αμερικανών, των Άγγλων και των ηπειρωτικών Ευρωπαίων, όπως Το Πορτραίτο Μιας Κυρίας. Τα μεταγενέστερα έργα του, όπως Οι ΠρεσβευτέςΤα Φτερά Του Περιστεριού και Το Χρυσό Μπωλ, ήταν όλο και πιο πειραματικά. Περιγράφοντας εσωτερικές καταστάσεις του νου και τη κοινωνική δυναμική των χαρακτήρων του, συχνά έγραφε με ύφος που διφορούμενα ή αντιφατικά κίνητρα κι εντυπώσεις επικαλύπτονταν ή αντιπαραβάλλονταν στη συζήτηση της ψυχής ενός χαρακτήρα. Για τη μοναδική αμφισημία τους, καθώς και για άλλες πτυχές της σύνθεσής τους, τα τελευταία έργα του έχουνε συγκριθεί με την ιμπρεσιονιστική ζωγραφική.  Η νουβέλα του The Turn of the Screw (Το Στρίψιμο Της Βίδας) έχει κερδίσει τη φήμη ως η πιο αναλυμένη και διφορούμενη ιστορία φαντασμάτων στην αγγλική γλώσσα και παραμένει το πιο ευρέως προσαρμοσμένο έργο του μεταξύ άλλων. Έγραψε κι άλλες αξιόλογες ιστορίες φαντασμάτων όπως το The Jolly Corner (Η χαρούμενη γωνιά). Δημοσίευσε βιβλία κριτικής κι άρθρα ταξιδιών, βιογραφίας, αυτοβιογραφίας και θεατρικών έργων.
     Γεννήθηκε στο 21 Washington Place (απέναντι από τη Washington Square) στη Νέα Υόρκη στις 15 Απρίλη 1843, μα έζησε κυρίως στην Ευρώπη ως νεαρός και τελικά εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, έγινε Βρεττανός το 1915, έν έτος πριν το θάνατό του. Προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1911, το 1912 και το 1916. Ο Μπόρχες είπε: "Έχω διαβάσει μερικές λογοτεχνίες της Ανατολής και της Δύσης. Έχω συντάξει μια εγκυκλοπαιδική συλλογή φανταστικής λογοτεχνίας. Έχω μεταφράσει ΚάφκαΜέλβιλ και Μπλόι. Δεν ξέρω πιο ξένο έργο απ' αυτό του Χένρυ Τζέημς". Κι όπως έγραψε ο T.S.Eliot, "Το επίκεντρο στα έργα του Τζέημς, δεν είναι κάποιος χαρακτήρας ή έστω ομάδα χαρακτήρων μέσα σε μια πλοκή (...). Είναι πάντα μια κατάσταση, μια σχέση, μια ατμόσφαιρα, που συνεισφέρουνφ τα πρόσωπα μόνον όσο τους επιτρέπει ο συγγραφέας".

Wednesday, 9 June 2021

Η χειρουργική και το τελωνείο- Γ. Χάσεκ

 


Η ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΟ

Ιστορία για την ανθρώπινη ατυχία

 Τον γνώρισα ένα μεσημέρι στο εστιατόριο ενός θερέτρου μιας μικρής λουτρόπολης της Βοημίας.

Στην αρχή δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, δεν ανταλλάξαμε παρά μόνο ορισμένες ανούσιες κουβέντες και ίσως δύο φορές καθίσαμε στην ταράτσα του εστιατορίου και ήπιαμε τον καφέ μας. Ήταν, καθώς έδειχνε,   πολύ τσιγκούνης στις λέξεις και εγώ πάλι ήμουν χασομέρης και έτσι ποτέ δεν καταφέραμε να συνομιλήσουμε για αρκετή ώρα.

Έως ότου, μια μέρα διάβασα στις εφημερίδες μια είδηση για το θαύμα της μοντέρνας χειρουργικής, η οποία αυτή την φορά έτρεχε σε όλες τις εφημερίδες και με παραξένεψε πολύ. Ήταν κάτι στα αλήθεια εντυπωσιακό. To ολιγόλογο ταίρι μου καθόταν αναπαυτικά γερμένος σε μια αναπαυτική πολυθρόνα και μόλις εκείνη τη στιγμή έστριβε ένα τσιγάρο.

«Αυτό πρέπει να το διαβάσετε» του απευθύνθηκα, δίνοντάς του την εφημερίδα. «Είναι πραγματικά εντυπωσιακό!»  

Saturday, 27 February 2021

Τρία νέα βιβλία σε δύσκολες εποχές

Γράφει ο Γιώργος Γιαννόπουλος.

Tρία βιβλία που κοσμούν, μαζί με άλλα, την βιβλιοθήκη του ΕΝΕΚΕΝ.

Την ζοφερή περίοδο της πανδημίας, με το δυστοπικό μέλλον που επιδιώκουν για τις κοινωνίες και τους λαούς οι δυνάστες του κεφαλαίου, επειδή φοβούνται την γενικευμένη τους εξέγερση που αυτή την φορά θα έχει παγκόσμιο χαρακτήρα, παρακάμπτοντας την φλυαρία, την απογοήτευση, την αίσθηση ματαίωσης και τον αποπροσανατολισμό της εικονικής «πραγματικότητας» του διαδικτύου επιλέξαμε να εκδώσουμε έργα σημαντικών στοχαστών και κοινωνικών αγωνιστών ο βίος και το έργο των οποίων είναι« γεμάτος απελευθερωτικά οράματα και νόημα». Τα βιβλία που κοσμούν, μαζί με άλλα, την βιβλιοθήκη του ΕΝΕΚΕΝ είναι:


1905
Το 1905, βιβλίο του Λέοντα Τρότσκι, κυκλοφορεί για πρώτη φορά φορά στην ελληνική γλώσσα. Πρόκειται για ένα εμβληματικό έργο του μεγάλου επαναστάτη και θεωρητικού που περιγράφει στην γέννησή του το φαινόμενο των σύγχρονων μεγάλων επαναστάσεων που θα αλλάξουν την παγκόσμια ιστορία. Ο Τρότσκι που σε ηλικία 25 ετών εκλέχτηκε στο προεδρείο του σοβιέτ της τότε Πετρούπολης, ενός δημοκρατικού, πολυφωνικού και πολυκομματικού επαναστατικού θεσμού, απέδειξε όχι μόνον ότι στην επανάσταση η νεολαία αποκαλύπτει τον βαθύτατα δημιουργικό και προοδευτικό της χαρακτήρα, που σαν δροσερό αεράκι έρχεται να αναζωογονήσει την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά κι ότι οι μεγάλες κοινωνικές και λυτρωτικές αλλαγές υλοποιούνται με την μαζική είσοδο και συμμετοχή των μαζών στην οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα. Με την εξαίρετη γραφίδα του ο Τρότσκι παρατηρεί: «Να ένας νεαρός που είδε το πρόσωπο του θανάτου: τα μαλλιά του άσπρισαν αυτοστιγμεί. Να ένα δεκάχρονο αγόρι που παραφρόνησε από τα ακρωτηριασμένα πτώματα των γονιών του. Να ένας στρατιωτικός γιατρός που πέρασε όλα τα μαρτύρια της πολιορκίας του Πορτ Άρθουρ, αλλά που ανίκανος να αντέξει λίγες ώρες στο πογκρόμ της Οδησσού βυθίστηκε στην αιώνια νύχτα της παράνοιας. Ο Θεός να σώζει τον Τσάρο! Τα θύματα, αιματοβαμμένα, καψαλισμένα, αλλόφρονα, ψάχνουν ακόμη σωτηρία μέσα στον εφιάλτη. Μερικά φοράνε τα ματωμένα ρούχα ανθρώπων ήδη νεκρών, ξαπλώνουν σ’ έναν σωρό πτωμάτων και κρύβονται εκεί για μια ολόκληρη μέρα, για δύο ή τρεις μέρες... Άλλα πέφτουν στα γόνατα μπροστά στους αξιωματικούς, τους αστυνομικούς, τον εισβολέα, τείνουν τα χέρια τους, σέρνονται στη σκόνη, φιλούν τις μπότες των στρατιωτών, ικετεύουν για έλεος. Σε απάντηση ακούνε μόνο το μεθυσμένο γέλιο: «Ήθελες ελευθερία; Να, κοίτα, αυτή είναι».
Σε αυτές τις λέξεις συμπυκνώνεται όλη η καταχθόνια ηθική της τακτικής του πογκρόμ. Ο αλήτης του ξενώνα, μπουκωμένος με αίμα, βιάζεται να προχωρήσει παραπέρα. Είναι ικανός για τα πάντα, τολμά τα πάντα, είναι βασιλιάς. Ο Λευκός Τσάρος τού έχει επιτρέψει τα πάντα: να ζήσει ο Λευκός Τσάρος! Κι ο αλήτης δεν σφάλει. Δεν είναι κανείς άλλος παρά ο αυτοκράτορας πασών των Ρωσιών, ο ανώτατος προστάτης αυτής της ημι-επίσημης συμμορίας πογκρομιστών και κλεφτών, της συμπλεγμένης με την επίσημη γραφειοκρατία, που μπορεί να συγκαταλέγει στις τάξεις της πάνω από εκατό μείζονες τοπικούς αξιωματούχους, και της οποίας το επιτελείο ανήκει στην αυλική καμαρίλα. Νωθρός στη σκέψη και φοβισμένος, μια πανίσχυρη μηδαμινότητα, θύμα προκαταλήψεων αντάξιων ενός Εσκιμώου, με το βασιλικό αίμα στις φλέβες του δηλητηριασμένο απ’ τις φαυλότητες πολλών γενεών, ο Νικόλαος Ρομανόφ, όπως πολλοί του επαγγέλματός του, συνδυάζει τον βρομερό αισθησιασμό με την απαθή βαναυσότητα...»
Διαλεκτική, Αλήθεια, Πράξη

Το βιβλίο του Κάρελ Κοσίκ, Διαλεκτική, Αλήθεια, Πράξη συγκεντρώνει μια σειρά δοκιμίων του «πολύ σημαντικού Τσέχου φιλόσοφου», όπως σημειώνει στην εκτενή και διαφωτιστική εισαγωγή του βιβλίου ο μεταφραστής και δοκιμιογράφος Μάριος Δαρβίρας, που μετέφρασε από την τσεχική για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα τα δοκίμια του σπουδαίου αυτού στοχαστή. Γράφει ο Κοσίκ: «Ο άνθρωπος και μόνον ο άνθρωπος πραγματοποιεί τον εαυτό του στην ιστορία. Κατά συνέπεια, η ιστορία δεν είναι τραγική, αλλά το τραγικό είναι στην ιστορία, δεν είναι παράλογη, αλλά το παράλογο αναδύεται στην ιστορία. Δεν είναι σκληρή, αλλά οι σκληρές πράξεις διαπράττονται στην ιστορία. Δεν είναι γελοία, αλλά το κωμικό ξεδιπλώνεται στην ιστορία. Τα ιστορικά στάδια διαχέονται το ένα το άλλο με κάποια τάξη και σύμφωνα με συγκεκριμένους νόμους, αλλά ποτέ δεν φτάνουν σε μια οριστική κορύφωση ή ένα αποκαλυπτικό τέλος. Καμία ιστορική εποχή δεν είναι μόνο μια μετάβαση σε μια άλλη φάση, ούτε βρίσκεται ποτέ αποκλειστικά «σε άμεση σχέση με τον Θεό». Σε κάθε εποχή οι τρεις διαστάσεις του χρόνου επικαλύπτονται. Εξαιτίας των προϋποθέσεών της, κάθε εποχή συνδέεται με το παρελθόν, οι συνέπειές της επεκτείνονται στο μέλλον και η δομή της εδράζεται σταθερά στο παρόν.
Η θεμελιώδης προϋπόθεση της ιστορίας είναι η δημιουργία της από τους ανθρώπους. Η δεύτερη βασική προϋπόθεση είναι η αναγκαιότητα της συνέχειας αυτής της διαδικασίας. Η ιστορία είναι δυνατή μόνο επειδή ο άνθρωπος δεν ξεκινά ποτέ από την αρχή, αλλά συνδέεται με την εργασία και τα αποτελέσματα των προηγούμενων γενεών. Εάν η ανθρωπότητα έπρεπε κάθε φορά να ξεκινάει από την αρχή και αν κάθε προσπάθεια ήταν χωρίς προϋποθέσεις, η ανθρωπότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιήσει καποιο βήμα προς τα εμπρός και η ύπαρξη της ανθρωπότητας θα περιοριζόταν σε περιοδικές επαναλήψεις αρχών και απόλυτων εσχάτων». Κι όπως παρατηρεί ο Δαρβίρας: «Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’40 είχε κάνει μια καίρια επισήμανση για τον Φραντς Κάφκα, χωρίς να έχει υπ’ όψιν του το σχετικό υλικό με τα νεανικά έργα του. Κάποια στιγμή λοιπόν, εκείνη την εποχή, είχε πει με νόημα: «Ο Κάφκα είναι ανεξάντλητος στο να αναπαριστά τη χειρονομία. Αλλά αυτό δεν γίνεται χωρίς να προϋπάρξει η έκπληξη. Από τη χειρονομία του ανθρώπου αφαιρεί το ξεπερασμένο της νόημα και την κάνει αντικείμενο στοχασμών χωρίς τέλος». Πιστεύουμε πως δεν κάνουμε λάθος να ισχυριστούμε πως η παραπάνω επισήμανση για το έργο του Γερμανο-εβραίου συγγραφέα από την Πράγα, ισχύει στο ακέραιο, αυτή τη φορά όμως, για τη φιλοσοφική παρακαταθήκη του σημαντικού συμπολίτη του»...
Πολιτισμός και Επανάσταση

Το τρίτο βιβλίο από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ είναι του Michael Löwy με τίτλο Πολιτισμός και Επανάσταση. Το βιβλίο συγκεντρώνει μια σειρά δοκιμίων χαρακτηριστικών του εύρους και το βάθος της σκέψης ενός από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους στοχαστές της εποχής μας.
Γράφει ο Löwy στον πρόλογο του βιβλίου: «Με μια γρήγορη ματιά στα περιεχόμενα του βιβλίου υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί έκπληξη... Η κύρια εντύπωση είναι ότι πρόκειται για μια πραγματική διασπορά. Το σύνολο είναι ετερόκλητο, διασκορπισμένο, κομματιασμένο. Η διασπορά δεν είναι μόνο γεωγραφική ―Κεντρική Ευρώπη, Λατινική Αμερική, Γαλλία― αλλά επίσης θεματική και επιστημονική. Γίνονται φυσικά αναφορές στον Μαρξ, αλλά και στον Αντόρνο, στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, στον Ερνέστ Μαντέλ μεταξύ πολλών άλλων. Τα θέματα κινούνται από τον ρομαντισμό στον οικο-σοσιαλισμό, περνώντας από το θρησκευτικό φαινόμενο, τη θεωρία του μυθιστορήματος, τον φασισμό και άλλα... Υπάρχει ένα καθοδηγητικό νήμα σ’ αυτή την Καπερναούμ; Αναμφισβήτητα πρόκειται για τον Μαρξ και την ιδέα της επανάστασης...» για να συμπληρώσει: «Οι μεγάλοι αγώνες στην εποχή μας διεξάγονται αναπόσπαστα στο πεδίο του πολιτισμού και της πολιτικής. Αγώνες ενάντια στην επονείδιστη κυρίαρχη αστική τάξη, ενάντια στη Λερναία Ύδρα του νεοφιλελευθερισμού, με τα χιλιάδες σαρκοβόρα κεφάλια, ενάντια στην αναβίωση στον 21ο αιώνα νέων μορφών του αποκρουστικού τέρατος του φασισμού, ενάντια στην καταστροφή του κοινού οίκου όλων μας, που είναι η Φύση, από αυτό το δομικά διεστραμμένο σύστημα που είναι ο καπιταλισμός.
Κάθε αγώνας στο πεδίο της μάχης, ακόμη και μικρής εμβέλειας πρέπει να υποστηριχθεί. Ξέρουμε ωστόσο ότι χωρίς την επαναστατική μεταμόρφωση της κοινωνίας τα βασικά προβλήματα θα παραμείνουν άλυτα. Όπως έλεγε ο φίλος μου Daniel Bensaid, η επανάσταση είναι ένας ηθικός ορίζοντας «χωρίς τον οποίο η βούληση μας εγκαταλείπει, το πνεύμα της αντίστασης συνθηκολογεί, η συνέπεια εξαντλείται, η παράδοση χάνεται». Ωστόσο, σε κάθε επαναστατική στρατηγική, ο αγώνας για την πολιτισμική ηγεμονία, η μάχη των ιδεών αποτελούν μια ουσιαστική διάσταση. Στη σύγκρουση αυτή όλες οι επιστήμες έχουν να παίξουν έναν ρόλο, ακόμη, πιθανόν και μια κοινωνιολογία (μαρξιστική) του πολιτισμού».
Καλή ανάγνωση και ... σας περιμένουμε...

Friday, 26 February 2021

Οι φλέβες του Κόσμου











Σε μια επαρχία στη μέση της Μογγολικής στέπας, o εντεκάχρονος Άμρα ζει μια παραδοσιακή νομαδική ζωή με τη μητέρα, τον πατέρα και τη μικρή αδερφή του. Το μικρό αγόρι θέλει να συμμετάσχει στο διαγωνισμό ταλέντων της Μογγολίας τραγουδώντας ένα παλιό τραγούδι.  Η ειρηνική τους ρουτίνα όμως δεν μένει αδιατάρακτη. Απειλείται από ένα αντίπαλο, υπέρτερο κατά πολύ σε δύναμη, που ονομάζεται διεθνείς μεταλλευτικές εταιρείες, ο οποίος καταπατά τη γης τους, και σκάβοντας να βρει χρυσάφι καταστρέφει  το φυσικό περιβάλλον, τα προς το ζην των νομάδων και τα όμορφα τοπία της απέραντης γης τους. Ο πατέρας του Άμρα προσπαθεί να ενώσει και να πείσει τους συντρόφους του να μην αποδεχθούν τις αποζημιώσεις που έχουν προσφέρει οι εταιρείες. Όμως η μοίρα έχει για αυτόν και το γιο του άλλα σχέδια. Μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα ο πατέρας βρίσκει τραγικό θάνατο, και ο μικρός Άμρα ξαφνικά βρίσκεται υπεύθυνος για την οικογένειά του. Όμως η σκιά του πατέρα είναι βαριά και αποφασισμένος να ακολουθήσει τα βήματα του  προσπαθεί ταυτόχρονα να συνεχίσει τον αγώνα του πατέρα του εναντίον του Γολιάθ με την ευφυΐα του και τα εργαλεία που διαθέτει ένα 11χρονο αγόρι.













Το «Veins of the World» είναι μια συμπαραγωγή Μογγολίας- Γερμανίας, που γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε από την Byambasuren Davaa. κινηματογραφίστρια Μογγολικής καταγωγής που διαμένει προς το παρόν στη Γερμανία. Πρόκειται για  ταινία που αποτελεί μια γερή γροθιά στο στομάχι αν και όχι με τον τρόπο που ίσως θα περιμέναμε. Στις  στέπες της Μογγολίας, το τοπίο είναι  εξαιρετικό και μοναδικό, οι σκηνές  διαθέτουν μια απέριττη ποιητικότητα - και η σύνδεσή μας με αυτές αναδεικνύεται επίσης καίρια  για την ταινία. Αυτή η ταινία, που είναι τόσο συγκινητική όσο και θλιβερή, συνοδεύεται επίσης με ένα ισχυρό μήνυμα ενάντια στην απρόσεκτη εκμετάλλευση της γης και την καταστροφή που προκαλεί το σύγχρονο κοινωνικοοικονομικό σύστημα στα φυσικά και ανθρώπινα περιβάλλοντα.


 Έτσι λοιπόν ο σύγχρονος Λεβιάθαν μπορεί να έχει πολλές εικονογραφήσεις να λαμβάνει πολλές μορφές, ωστόσο διαθέτει μία  αδιαίρετη ουσία,  ένας λειτουργών μηχανισμός που δεν μπορεί να αφήνει κανένα αδιάφορο, και η οποίος σταδιακά τείνει να τα περικλείει όλα μέσα στην φρικτή αγκαλιά του. Και όμως κοιτώντας αυτήν την ταινία μου συνέβη κάτι   παράξενο. Ένιωθα σαν να βρίσκομαι μπροστά από ένα πίνακα του Καραβάτζο, όπου μέσα στο κλειστό κόσμο των συμβόλων εισβάλλει ξαφνικά ένα σκοτεινό εξωτερικό στοιχείο που αναπάντεχα ρίχνει σε αυτά ένα δικό του  ιδιαίτερο φως, που ριζώνει σε μία προϋπόθεση: πως οι άνθρωποι δεν είναι συνθήκες και  δεν θα υποταχθούν πλήρως και ασυλλόγιστα σε αυτές. Και τότε, αίφνης, μία ελπίδα σκίρτησε μέσα μου.








































Tuesday, 27 October 2020

Ο συγγραφέας μιλά με τον εαυτό του- Κ. Τσάπεκ

 


Τι θα γινόταν αν θα έπρεπε κανείς να πολεμήσει εναντίον ενός είδους γιγαντιαίων νεωτερικών σαλαμανδρών;

Ο Κάρελ Τσάπεκ (Karel Čapek, 9 Ιανουαρίου 1890 - 25 Δεκεμβρίου 1938)  ήταν Τσέχος μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, γεννημένος στο Μάλε Σβατονόβιτσε της ανατολικής Βοημίας , που εκείνη την εποχή  τότε ανήκε  Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Για την ιστορία θα αναφέρουμε πως δύο τσέχοι συνάδελφοί του συγγραφείς , σύγχρονοι με αυτόν, σημάδεψαν επίσης ανεξίτηλα την ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας : ο Γιαροσλάβ Χάσεκ ( Jaroslav Hašek)  γράφοντας στα Τσεχικά όπως ο Τσάπεκ και ο Φράντς Κάφκα ( Franz Kafka) γράφοντας στα Γερμανικά. Ο Τσάπεκ σπούδασε Φιλοσοφία και Φιλολογία σε τσεχικά, γερμανικά και γαλλικά πανεπιστήμια και εκτός από την Τσεχική μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά. Ήταν ένα αληθινό παράδειγμα ενός κεντροευρωπαίου φωτισμένου διανοούμενου και, ευτυχώς για εμάς και για τη λογοτεχνία, παρέκαμψε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω των χρόνιων ιατρικών του προβλημάτων που τον κατέστησαν ακατάλληλο για μάχη. Ο Κ. Τσάπεκ πέθανε στην Πράγα το 1938, λίγο μετά τη δημοσίευση του έργου του Πόλεμος με τις Σαλαμάνδρες . Τολμούμε να πούμε ότι μας άφησε τη σωστή στιγμή, δεδομένου ότι η γνωστή στάση του εναντίον του φασισμού θα τον οδηγούσε με βεβαιότητα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης μόλις οι Ναζί κατέλαβαν την Τσεχοσλαβακία. Στην πραγματικότητα, ο αδερφός του, ο ζωγράφος και ποιητής Γιόζεφ Τσάπεκ , δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν το 1945.

Wednesday, 29 April 2020

Γιάροσλαβ Χάσεκ- Ο Σωσμένος


Σίγουρα δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που ο Πάταλ έπρεπε να κρεμαστεί. Όποιο κι αν ήταν όμως το έγκλημά του, δεν μπόρεσε να κρύψει το χαμόγελό του όταν ο δεσμοφύλακας εκείνη τη νύχτα, πριν από το πρωί που είχε προγραμματιστεί να τον κρεμάσουν, του έφερε στο κελί ένα μπουκάλι κρασί και ένα κομμάτι καλοψημένου μοσχαρίσιου συκωτιού.
«Αυτά είναι για μένα;» ρώτησε.
«Ναι» αποκρίθηκε ο δεσμοφύλακας θλιμμένα, «απολαύστε τώρα στο τέλος ό,τι μπορείτε περισσότερο. Θα σας φέρω ακόμη καμιά αγγουροσαλάτα, διότι δεν μπορούσα να τα πάρω όλα μαζί μου μεμιάς. Έρχομαι αμέσως. Θα σας φέρω επίσης και κουλουράκια. Επιστρέφω αμέσως».
Ο Πάταλ κάθισε αναπαυτικά στο τραπέζι και, χαμογελώντας, δάγκωσε ευτυχισμένος το καλοψημένο κρέας. Όπως φαίνεται, ήταν λίγο κυνικός, κατά τ’ άλλα όμως ήταν ένας τελείως λογικός άνθρωπος, που προσπαθούσε να απολαύσει μέσα στον κόσμο οτιδήποτε θα μπορούσε να απολαύσει κανείς αυτές τις ελάχιστες εναπομείνασες ώρες ζωής που είχαν καθοριστεί από το δικαστήριο.
Μια σκέψη μόνο στριφογύριζε συνεχώς στο μυαλό του και τον βασάνιζε λίγο: ότι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που το ίδιο πρωί του είχαν ανακοινώσει πως το αίτημα για απονομή χάριτος που υπέβαλε είχε απορριφθεί και επομένως η εκτέλεση της ποινής θα πραγματοποιούνταν κανονικά μέσα σε 24 ώρες –ώστε ο κατάδικος να είναι σε θέση να προετοιμαστεί κατάλληλα για την επιτυχή εφαρμογή της και την τακτοποίηση αυτής της εκκρεμότητας–, όλοι εκείνοι που θα τον μετέφεραν στον τόπο εκτέλεσης, θα τον εκτελούσαν και θα αντίκριζαν τον θάνατό του, όλοι εκείνοι λοιπόν, την επόμενη μέρα, τη μεθεπόμενη, και ούτω καθεξής, θα παρέμεναν ζωντανοί και ήσυχοι, θα επέστρεφαν κανονικά στις οικογένειές τους, ενώ αυτός δεν θα υπήρχε πια.
Φιλοσοφούσε έτσι, τρώγοντας παράλληλα το συκώτι, και όταν του έφεραν τη σαλάτα και τα κουλουράκια, σηκώθηκε όρθιος και εξέφρασε την επιθυμία να του φέρουν μια πίπα και λίγο καπνό.
Του αγόρασαν, λοιπόν, ό,τι ήθελε για να μπορέσει άνετα να καπνίσει. Ο ίδιος ο φρουρός τού άναψε τη φωτιά και του επέσεισε την προσοχή στην πίστη που έπρεπε να έχει στην απεριόριστη χάρη του Θεού. Αν εδώ στη Γη όλα είχαν ήδη χαθεί, τίποτα δεν είχε ακόμα χαθεί στον Ουρανό.
Ο κατάδικος Πάταλ παρακάλεσε για μια μερίδα ζαμπόν ακόμη και ένα λίτρο κρασί.
«Θα πάρετε όλα όσα επιθυμείτε» του είπε ο φρουρός, «άνθρωποι του είδους σας θα πρέπει να εξυπηρετούνται».
«Φέρτε μου επίσης δύο λουκάνικα και λίγη κρέμα. Ακόμα, θα ήθελα ένα λίτρο μαύρο κρασί».
«Όλα θα σας τα φέρουμε, πηγαίνω αμέσως να σας εξυπηρετήσω» είπε ευγενικά ο φρουρός. «Γιατί, άλλωστε, να μη σας ευχαριστήσουμε; Η ζωή είναι τόσο μικρή και ο άνθρωπος θα πρέπει να απολαμβάνει όλα όσα μπορεί και προλαβαίνει». 
Όταν έφερε τα πράγματα που του είχαν ζητηθεί, ο φρουρός συνέχισε να φιλοσοφεί μαζί με τον Πάταλ, ο οποίος του ανακοίνωσε ότι ήταν πλέον απολύτως ικανοποιημένος.
«Ω, Θε μου» φώναξε ο Πάταλ, όταν τα είχε πια όλα καταβροχθίσει, «έχω ακόμα τρομερή όρεξη για ένα συκωτάκι από το Ντέμπρετσεν, λαδερές σαρδέλες, τυρί γκοργκοντζόλα και άλλα καλούδια».

«Θα έχετε ό,τι επιθυμείτε» αποκρίθηκε ο φρουρός «και, μα την ψυχή μου, είμαι πολύ χαρούμενος που όλα σας αρέσουν τόσο πολύ. Ελπίζω, βέβαια, μέχρι αύριο το πρωί να μην κάνετε καμιά ανοησία και μου κρεμαστείτε μόνος σας. Βλέπω, όμως, ότι είστε τίμιος άνθρωπος. Άλλωστε, τι θα κερδίζατε με κάτι τέτοιο, κύριε Πάταλ, τι νόημα θα είχε αν αυτό δεν πραγματοποιηθεί φυσιολογικά, από μόνο του και μέσω της επίσημης οδού; Σαν τίμιος άνθρωπος, είμαι, μα την ψυχή μου, σίγουρος πως ούτε κατά διάνοια δεν θα κάνατε τέτοιο κακό στον εαυτό σας. Αλήθεια, δεν θα θέλατε ακόμη ένα ποτηράκι μπίρα; Ή μήπως καλύτερα δύο; Η μπύρα σήμερα είναι εξαιρετική. Πίνεται άριστα με το τυρί γκοργκοντζόλα. Θα σας φέρω, λοιπόν, δύο ποτηράκια, αγαπητέ φίλε, για να πιείτε κρασί και με τις σαρδέλες και με το συκωτάκι. Αυτά ταιριάζουν μαζί καλύτερα».
Σύντομα, το κελί γέμισε από τη μυρωδιά όλων εκείνων των πραγμάτων και, ανάμεσα σε αυτό το μίγμα, καθόταν ευχαριστημένος ο Πάταλ, τρώγοντας ανυπόμονα το τυρί, τις σαρδέλες, πίνοντας κρασί, μπίρα ή οτιδήποτε έπιανε στα χέρια του.
Είχε βυθιστεί σε μια ευχάριστη σκέψη, πως τάχα βρισκόταν σε μια βεράντα εστιατορίου, μέσα σε ένα δάσος με κλαδιά και φύλλα που λαμπύριζαν στο φως του ήλιου, και περνούσε ελεύθερος μια βραδιά μέσα σε όλη αυτή τη χλιδή. Και στη θέση του χοντρού φρουρού, που στην πραγματικότητα στεκόταν απέναντί του, βρισκόταν στη φαντασία του ο ξενοδόχος, ο οποίος του μιλούσε συνεχώς, εξαναγκάζοντάς τον για ποτό, όπως και ο πρώτος.
«Πείτε μου ανέκδοτα» παρακάλεσε ο Πάταλ τον δεσμοφύλακα και εκείνος με θέρμη του διηγήθηκε κάποια από τα τελευταία ανέκδοτα με περιεχόμενο από το περιβάλλον της Πράγας, όπως είπε ο ίδιος.
Ο Πάταλ εξεδήλωσε την επιθυμία του για μερικά φρούτα, γλυκά ή μαλακά κουλουράκια και ένα φλιτζάνι μαύρο καφέ. Η επιθυμία του εκπληρώθηκε. 
Όταν τελείωσε, ήρθε ο πνευματικός της φυλακής να τον εξομολογήσει. Ήταν ευχάριστος άνθρωπος, καθόλου απόμακρος, φιλικός, όπως άλλωστε όλοι εκείνοι γύρω του που τον φρόντιζαν τόσο πολύ, τον είχαν καταδικάσει σε θάνατο και την επομένη θα τον κρεμούσαν. Είχαν όλοι τους χαρωπά πρόσωπα και κοινωνικά ήταν πολύ ευχάριστοι.
«Ο Θεός να σας ευλογεί, τέκνον μου» είπε ο ιερωμένος, χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο. «Αύριο, νωρίς το πρωί, τα βάσανά σας θα τελειώσουν. Μην απογοητεύεστε. Εξομολογηθείτε και κοιτάξτε τον κόσμο με αισιοδοξία, με πίστη στον Θεό, διότι ο Θεός χαίρεται με τον αμαρτωλό που μετανοεί. Υπήρξαν άνθρωποι που δεν εξομολογήθηκαν, που όλη τη νύχτα βάδιζαν από τη μια πλευρά του κελιού στην άλλη ουρλιάζοντας. Ξέρω ότι δεν είναι ευχάριστο συναίσθημα, ότι μπορεί και να σου στρίψει, αλλά αυτός που εξομολογείται, ακόμη και εδώ στο κελί, αυτή την τελευταία νύχτα, παίρνει τον ύπνο του δικαίου. Και βυθίζεται στη χαρά. Σας διαβεβαιώ, τέκνον μου, και σεις θα αισθανθείτε έτσι αν καθαρίσετε την ψυχή σας από την αμαρτία».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Πάταλ χλώμιασε. Κάτι του γύρισε το στομάχι, ένιωσε πολύ άσχημα και άρχισε να κάνει εμετό. Το πρόβλημα δεν τελείωσε εκεί όμως, διότι άρχισε αμέσως να έχει τρομερούς στομαχικούς σπασμούς και στο μέτωπό του να τρέχει κρύος ιδρώτας.
Ο πνευματικός της φυλακής τρόμαξε. Νέοι σπασμοί, συνοδευμένοι από ρίγη, έκαναν συνεχώς την εμφάνισή τους. Ο Πάταλ, από τους αβάσταχτους πόνους, τυλίχθηκε σε μια γωνιά σαν κουβάρι.
Γρήγορα ήρθαν οι φρουροί και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της φυλακής. Οι ιατροδικαστές στριφογύριζαν αμήχανοι τα κεφάλια τους. Μέχρι το βράδυ, είχε κάνει πολύ υψηλό πυρετό με ρίγη και στις δώδεκα τα μεσάνυχτα οι γιατροί ανακοίνωσαν ότι η κατάστασή του ήταν πλέον πολύ κρίσιμη, ενώ ομόφωνα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για δηλητηρίαση.
Τους βαριά αρρώστους που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο δια απαγχονισμού δεν τους κρεμάνε, γι’ αυτό και εκείνη τη νύχτα δεν στήθηκε κρεμάλα.
Αντί γι’ αυτό, έκαναν στον Πάταλ πλύση στομάχου και, μετά την ανάλυση των υπολειμμάτων φαγητού που πήραν από το στομάχι του, εξακριβώθηκε η ύπαρξη πτωματικού δηλητηρίου σε μερικά τμήματα των λουκάνικων, που τώρα πια βρίσκονταν όλα μαζί σε ένα πιάτο, ανάμεσα στα άλλα μη δηλητηριασμένα μέρη που είχαν αντληθεί από το στομάχι του.
Αμέσως διατάχθηκε και έγινε επιθεώρηση στον χασάπη από τον οποίο είχε γίνει η προμήθεια των λουκάνικων και βρέθηκε ότι ο τελευταίος δεν τηρούσε τους υγειονομικούς κανόνες, διότι δεν έβαζε τα λουκάνικα στον πάγο. Το θέμα παραπέμφθηκε στην προϊστάμενη αρμόδια αρχή, η οποία τιμώρησε δεόντως τον χασάπη για το αδίκημα της θέσης προσώπου σε μεγάλο σωματικό κίνδυνο.
Ανάμενα στους γιατρούς οι οποίοι εξέτασαν τον Πάταλ βρέθηκε ένας νέος και καλός γιατρός, ο οποίος, από δικό του ενδιαφέρον, μελέτησε όλο το ιστορικό της ασθένειας του Πάταλ και προσπάθησε με πάθος να τον κρατήσει στη ζωή, αφού η περίπτωση ήταν βαριά.
Ολημερίς και ολονυχτίς περιέθαλπε με ιδιαίτερο ζήλο τον ασθενή, κι έτσι, μετά από δεκατέσσερις ημέρες, ήταν σε θέση να του ανακοινώσει με ένα φιλικό χτυπηματάκι στην πλάτη: «Σωθήκατε!».
Την άλλη μέρα, ο Πάταλ απαγχονίστηκε κανονικά, διότι η σωματική του κατασκευή άντεχε ήδη τη θηλιά.
Ο χασάπης, ο οποίος με τα χαλασμένα λουκάνικα παρέτεινε τη ζωή του Πάταλ για δεκατέσσερις ολόκληρες ημέρες, καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών εβδομάδων σε φυλακή βαρυποινιτών, για το αδίκημα της θέσης προσώπου σε μεγάλο σωματικό κίνδυνο.
Ο γιατρός που έσωσε τη ζωή του Πάταλ έλαβε έπαινο από το δικαστικό σώμα.

Γιάροσλαβ ΧάσεκKarikatury, 213, 5/1/1910 

Μετάφραση από τα τσεχικά: Μάριος Δαρβίρας. Περιλαμβάνεται στη συλλογή δοκιμίων:

Friday, 17 April 2020

Λουίς Σεπούλβεδα (1949-2020)

Αυτοί που μυθιστορηματικά μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν, κάπως μυθιστορηματικά πεθαίνουν: όχι όμως σε κάποια απέραντη θάλασσα ή καβάλα σε ένα άλογο, όπως οι γκάουτσο, αλλά σε ένα κρεβάτι νικημένοι από μια ασθένεια που γράφει αντίστοιχα ιστορία, όπως τον κορωνοιό. Ίσως να μην μπορούσε να συμβεί αλλιώς καθώς η μοίρα δεν ήθελε τον Χιλιανό Λουίς Σεπούλβεδα να πέφτει νεκρός από χέρι ή από όπλο 1/6 ανθρώπου αλλά από έναν αόρατο εχθρό με παράξενο όνομα. «Δεν με νίκησε ο Πινοσέτ, θα με νικήσει ο ιός;» έλεγε ο ίδιος με το γνωστό ελεύθερο σθένος που τού έμαθε να μην τα βάζει ποτέ κάτω αλλά αυτή τη φορά γελάστηκε.
Στην Ελλάδα οι αναγνώστες τον αγάπησαν γιατί ήταν ένα μείγμα ιδανικού αφηγητή, αψίκορου Ζορμπά- τον οποίο, εξάλλου λάτρευε- και ελεύθερου στοχαστή, από αυτούς που πρόλαβαν να βιώσουν όλα τα μεγάλα γεγονότα από πρώτο χέρι: στα δεκαέξι του πεπεισμένος ότι μπορεί να γίνει δεύτερος Τσε σκέφτηκε προς στιγμήν να ταχθεί στο πλευρό της Επανάστασης αλλά τελικά μπάρκαρε σε φαλαινοθηρικό νομίζοντας πως ο δικός του Μόμπι Ντικ είναι το εσωτερικό, ιερό τέρας που τον κάνει να μην σταματάει ποτέ. 
Είναι προφανές ότι φανταζόταν τον εαυτό του καπετάνιο σε ένα φανταστικό Πίκουοντ ή σε μια εγγλεζική πειρατική γαλέρα, μια μεσημβρινή εκδοχή του «Ιπτάμενου Ολλανδού» σαν αυτή που ισχυρίζεται να πιλοτάρει ο Γέρο-Εσναόλα στο Patagonia Express (εκδόσεις Opera). Ίσως να θυμόταν τις ιστορίες που του αφηγούταν ο αναρχικός παππούς του ο οποίος λάτρευε ταυτόχρονα τον Στίβενσον και τον Ιούλιο Βερν, τον Σαλιγκάρι και την ωραία μουσική.
Ο παππούς, τού έμαθε επίσης να αγαπάει τους ανθρώπους και να μπορεί να έχει υπομονή αρκεί αυτό που προσδοκά να αξίζει πραγματικά τον κόπο: «Δυο άκρες έχει κάθε δρόμος και στην καθεμία έχουν κάποιον να με περιμένει» είναι το γνωμικό που αναφέρεται κατά κόρον στο αυτοβιογραφικό, όπως τα περισσότερα βιβλία του Λουίς Σεπούλβεδα, Patagonia Express -εκεί όπου πρωταγωνιστούν οι αναμνήσεις από τη φυλακή αλλά και την απέραντη έκταση της Παταγονίας, μια διαρκής αντίστιξη που έκρυβε συγκινήσεις απόλυτες και πάντα σε υπερθετικό βαθμό. Στην Ελλάδα οι αναγνώστες τον αγάπησαν γιατί ήταν ένα μείγμα ιδανικού αφηγητή, αψίκορου Ζορμπά- τον οποίο, εξάλλου λάτρευε- και ελεύθερου στοχαστή, από αυτούς που πρόλαβαν να βιώσουν όλα τα μεγάλα γεγονότα από πρώτο χέρι.

Saturday, 14 March 2020

Περί του φόβου


Έμεινα αποσβολωμένος, οι τρίχες της κεφαλής μου ορθώθηκαν
Και η φωνή μου κόλλησε στο λάρυγγα [1]

Δεν είμαι καλός «φυσιοσκόπος» (όπως λένε) και αγνοώ τελείως με ποια ελατήρια ο φόβος ενεργεί μέσα μας˙ όμως, σε κάθε περίπτωση, είναι περίεργο πάθος˙ και οι γιατροί λένε πως δεν υπάρχει κανένα άλλο που να αποσπά περισσότερο την κρίση μας από την θέση που της πρέπει. Στ’ αλήθεια, είδα πολλούς ανθρώπους να χάνουν τα λογικά τους από φόβο˙ και στους πιο ψύχραιμους είναι βέβαιο ότι, ενόσω ο παροξυσμός που διαρκεί, γεννάει τρομερή παραζάλη. Αφήνω στην άκρη τους κοινούς ανθρώπους, στους οποίους ο φόβος εμφανίζει ποτέ τους προπαππούδες να βγαίνουν από τον τάφο, τυλιγμένοι στο σάβανό τους, πότε λυκανθρώπους, ξωτικά και νεραϊδικά. Όμως, ακόμα και μεταξύ των στρατιωτών, όπου λιγότερο θα έπρεπε να εύρισκε θέση, πόσες φορές δεν μετέτρεψε ένα κοπάδι πρόβατα σε ίλη θωρακοφόρων, καλάμια και μπαστούνια σε πολεμιστές και λογχοφόρους, τους φίλους μας εχθρούς και τον λευκό Σταυρό σε κόκκινο;[2]
Όταν ο κύριος ντε Μπουρμπόν κατέλαβε τη Ρώμη,[3] ένας σημαιοφόρος που ήταν σκοπιά στο φρούριο Σαν Πιέτρο κυριεύτηκε από τέτοια τρομάρα στο πρώτο σήμα συναγερμού, ώστε από την τρύπα ενός γκρεμισμένου μέρους του τείχους πετάχτηκε, με τη σημαία στο χέρι, έξω από την πόλη, ολόισια κατά πάνω στους εχθρούς, πιστεύοντας πως είχε τραβήξει προς το κέντρο της πολιτείας. Και με μεγάλο κόπο, την τελευταία στιγμή, βλέποντας το στρατό του Κυρίου ντε Μπουρμπόν να παρατάσσεται για  να τον αντιμετωπίσει, επειδή νόμιζαν ότι επρόκειτο για έξοδο που επιχειρούσαν οι κάτοικοι της πόλης, ήρθε στα συγκαλά του και κάνοντας στροφή, επέστρεψε από την ίδια τρύπα από την οποία είχε βγει και προχωρήσει πάνω από τριακόσια βήματα πέρα, μέσα στα χωράφια.Τα πράγματα δεν διόλου τέτοια ευτυχή κατάληξη για τον σημαιοφόρο του σωματάρχη Ζουΐγ, όταν χάσαμε το Σαιν-Πωλ  από τον Κόμη ντε Μπυρ και τον Κύριο ντυ Ρε, επειδή, χάνοντας σε τόσο μεγάλο βαθμό τα συλλοϊκά του από την τρομάρα, πετάχτηκε με τη σημαία του από μια πολεμίστρα, έξω από την πόλη, οπότε πετσοκόπηκε από τους πολιορκητές. Και σε αυτή την ίδια πολιορκία,  αξιομνημόνευτος υπήρξε ο φόβος που έσφιξε, κυρίεψε και πάγωσε την καρδιά ενός ευπατρίδη, ώστε έπεσε  ξερός κατάχαμα στον προμαχώνα, χωρίς να έχει καμία πληγή.
 Παρόμοιος φόβος συνέχει καμιά φορά ολάκερο πλήθος. Σε μιαν από τις μάχες του Γερμανικού κατά των Τευτόνων, δύο μεγάλοι στρατοί πήραν από τρομάρα ˙ ο ένας τρεπόταν σε φυγή εκεί όπου ο άλλος έφευγε.
Πότε ο φόβος μας δίνει φτερά στα πόδια, όπως στα δύο πρώτα παραδείγματα, πότε μας καρφώνει τις πατούσες  και μας πεδικλώνει, όπως διαβάζουμε για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, ο οποίος σε μία μάχη που έχασε κατά των Αγαρηνών, βρέθηκε σε τέτοια ταραχή και τέτοια παράλυση, ώστε δεν μπορούσε να πάρει απόφαση να φύγει:  τόσο ο φόβος φοβάται ακόμα και τη βοήθεια, [4] ώσπου ο Μανουήλ, ένας από τους κύριους διοικητές των στρατευμάτων του, τον τραβολόγησε  και τον ταρακούνησε, σαν να για να ξυπνήσει από ύπνο βαθύ και του είπε: «αν δεν με ακολουθήσετε, θα σας σκοτώσω, γιατί καλύτερα να χάσετε τη ζωή σας, παρά, πέφτοντας αιχμάλωτος, να καταντήσετε να χάσετε την αυτοκρατορία».
 Τότε ο φόβος εμφανίζει τη μέγιστη ισχύ του, όταν, ενώ μας κρατάει υποχείριους, μας  ξαναδίνει την τόλμη που αφαίρεσε από το χρέος μας και την τιμή μας. Στην πρώτη κατά παράταξη μάχη που οι Ρωμαίοι έχασαν εναντίον του Αννίβα υπό τον ύπατο Σεμπρόνιο, ένα σώμα με πάνω από δέκα χιλιάδες οπλίτες, κυριευμένο από τρομάρα, μη βλέποντας πως αλλιώς να ξεθυμάνει την ανανδρία του, ρίχτηκε καταμεσής τον κύριο όγκο των εχθρών, τον οποίο διέσπασε μετά από θαυμαστή προσπάθεια, σκοτώνοντας πολλούς Καρχηδόνιους, εξαγοράζοντας μία επονείδιστη φυγή με το ίδιο τίμημα που θα πλήρωνε για μία ένδοξη νίκη.
Αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι ο φόβος.
Επιπλέον, ο φόβος ξεπερνάει σε ένταση κάθε άλλη ταραχή.
Ποια οργή μπορεί να είναι εντονότερη και δικαιότερη από την οργή των φίλων του Πομπήιου που βρισκόταν στο πλοίο του, θεατές εκκίνησης τρομερή σφαγής; [5] Ωστόσο ο φόβος των αιγυπτιακών ιστίων που άρχιζαν να τους πλησιάζουν, την κατέπνιξε, έτσι ώστε οι σχολιαστές σημειώνουν πως δεν έπραξαν άλλο από το να βιάσουν τους ναύτες να κάνουν γρήγορα και να ξεφύγουν κωπηλατώντας, ώσπου, φτάνοντας στην Τύρο, απελευθερωμένοι από το φόβο, αφέθηκαν να στρέψουν τη σκέψη τους στην απώλεια που είχαν υποστεί και να ξεσπάσουν σε θρήνους και κοπετού που αυτό το άλλο ισχυρότερο πάθος είχε αναστείλει.

Τότε ο φόβος ξεριζώνει κάθε σωφροσύνη από το νου μου. [6]

Αυτούς που της άρπαξαν για τα καλά σε κάποια μάχη, γεμάτους πληγές ακόμα και αιμόφυρτους, τους ξαναφέρνουν κιόλας την επόμενη μέρα στην επίθεση. Όμως αυτούς που τους μπήκε στο κεφάλι ο φόβος του εχθρού, δεν θα τους καταφέρνατε ούτε να τον κοιτάξουν κατά πρόσωπο. Όσοι βρίσκονται και τον πιεστικό φόβο ότι θα χάσουν το βιός τους, ότι θα εξοριστούν, ότι θα υποταχθούν, ζουν σε διαρκή αγωνία, χάνοντας την όρεξη για πιοτό φαΐ, και ανάπαυση,  εκεί που όπου οι φτωχοί, οι οστρακισμένοι, οι δουλοπάροικοι, ζουν συχνά τόσο χαρούμενα όσο και οι άνθρωποι. Και τόσοι που επειδή δεν άντεχαν τους νυγμούς του φόβου,  κρεμάστηκαν, πνίγηκαν και έπεσαν στον γκρεμό, μας δίδαξαν καλά πως ο φόβος είναι ολόκληρος και αβάσταχτος από το θάνατο.
Οι Έλληνες αναγνωρίζουν ένα άλλο είδος που προέρχεται, λένε, όχι από την πλάνη του λογικού, ούτε από την από άλλη εμφανή αιτία, αλλά από ουράνια παρακίνηση. Λαούς ολάκερους βλέπει κανείς συχνά να καταλαμβάνονται από αυτό το φόβο, καθώς και στρατούς ολάκερους. Τέτοιος ήταν ο φόβος που έφερε στην Καρχηδόνα απίστευτη συμφορά. Δεν ακούγονταν παρά κραυγές και φωνές τρομαγμένες. Έβλεπε κανείς τους κατοίκους να βγαίνουν από τα σπίτια τους, σαν να είχε σημάνει συναγερμός, να ρίχνονται ο ένας πάνω στον άλλον, να τραυματίζονται και να αλληλοσκοτώνονται μεταξύ τους, λες και ήταν εχθροί που είχαν έρθει να καταλάβουν την πόλη τους. Όλα ήταν αταραξία αταξία και ταραχή, ώσπου με δεήσεις και θυσίες κατασίγασαν την οργή των θεών. Αυτό ονομάζεται Πάνειον, δήγμα. [7]


[1]Βιργίλιος, Αινειάδα ΙΙ, στ.774.
[2] Υποθέτουμε πως ο λευκός σταυρός διέκρινε τα γαλλικά λάβαρα, ενώ ο κόκκινος τις δυνάμεις της Αγγλίας παλαιότερα ή των Ισπανών του Κάρολου Κουΐντου πιο πρόσφατα.
[3] Η είσοδος των Γάλλων στη Ρώμη, πάντα στη διάρκεια των Ιταλικών Πολέμων, είχε λάβει χώρα το 1527.
[4] Κουΐντος-Κούρσιος, Ιστορία ΙΙΙ,xi..
[5] O Πομπήιος (106-48 π.Χ.) δολοφονήθηκε από έναν στρατιώτη όταν, νικημένος από τον Καίσαρα στα Φάρσαλα, αναζητούσε καταφύγιο στην Αίγυπτο.
[6] Στίχος του Έννιου, τον οποίο αναφέρει ο Κικέρων στις Τουσουλανικές διατριβές IV, vii.
[7] Έκφραση που γεννήθηκε από το φόβο που κατέλαβε του Γαλάτες, όταν δέχθηκαν επίθεση των Ελλήνων κοντά στο μαντείο των Δελφών και θεωρήθηκε πως ήταν τιμωρία του Πάνα.

ΜΟΝΤΕΝ ΜΙΣΕΛ. ΝΤΕ, ΔΟΚΙΜΙΑ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ), μετάφραση.: ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ Δ. ΦΙΛΙΠΠΟΣ, εστία, Αθήνα 2003, σελ.119-121


Φόβος και Ελπίδα



ΜΟΝΤΕΝ ΜΙΣΕΛ. ΝΤΕ, ΔΟΚΙΜΙΑ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ), μετάφραση.: ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ Δ. ΦΙΛΙΠΠΟΣ, εστία, Αθήνα 2003, σελ.119-121.