wi

Η επιστήμη αυτοκτονεί όποτε υιοθετεί ένα δόγμα.

Thomas Huxley, 1825-1895, Βρετανός βιολόγος.

Το ανθρώπινο πόδι… ένα θαύμα της Μηχανικής.

Λεονάρντο Ντα Βίντσι, 1452-1519, Ιταλός σοφός.

Ο σκοπός της τέχνης είναι να δώσει στη ζωή σχήμα.

Γουίλιαμ Σαίξπηρ, 1564-1616, Άγγλος δραματουργός.

Pages

Showing posts with label ΑΜΑΛΙΑΔΑ. Show all posts
Showing posts with label ΑΜΑΛΙΑΔΑ. Show all posts

Saturday, 3 May 2025

Henry James (Χένρυ Τζέημς) - ένας μεγάλος συγγραφέας

    

 Ο Henry James OM* (Χένρυ Τζέημς) ήταν Αμερικανο-Βρεττανός συγγραφέας με αρκετά πολυσέλιδα μυθιστορήματα, που μερικά απ' αυτά θεωρούνται (κι είναι) αριστουργηματικά, ήτανε σπουδαίος στυλίστας, οξυδερκής και βαθιά ατμοσφαιρικός δημιουργός, που ξεκίνησε σα ρεαλιστής για να ωριμάσει και να εξελιχθεί σε συγγραφέα υπαινικτικό που δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια ανατέμνοντας τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Το έργο του χαρακτηρίστηκε από έντονο κοσμοπολιτισμό, λατρεία προς την Ευρώπη κι ειδικότερα τη Βρεττανία. Οι οξυδερκείς περιγραφές των Αμερικανών στην Ευρώπη, των αστικών σαλονιών, των αφελών συμπατριωτών μπρος στους πιο προηγμένους πνευματικά Ευρωπαίους, οι διαφορές των 2 ηπείρων -η αποξένωση των ανθρώπων, τα βάσανα των ανεξάρτητων γυναικών, ο γάμος κι οι επιπτώσεις του, η καλυμμένη ομοφυλοφιλία, οι Βικτωριανοί κώδικες, η υποκρισία της αστικής τάξης, κυριαρχούνε στα έργα του που σε συνδυασμό με τη λεπτότητα και το απαράμιλλο ύφος του λόγου του, τα καθιστούν ακαταμάχητα. Θεωρείται βασική μεταβατική φιγούρα μεταξύ λογοτεχνικού ρεαλισμού και λογοτεχνικού μοντερνισμού και θεωρείται από πολλούς απ' τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους στην αγγλική γλώσσα. Ήτανε γιος του Henry James του πρεσβύτερου κι αδελφός του φιλόσοφου και ψυχολόγου William James και της ημερολογιογράφου Alice James.

___________________
ΟΜ=Το Τάγμα της Αξίας είναι ένα παράσημο αξίας για τα βασίλεια της Κοινοπολιτείας, που αναγνωρίζει τη διακεκριμένη υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις, την επιστήμη, τη τέχνη, τη λογοτεχνία ή τη προώθηση του πολιτισμού. Ιδρύθηκε το 1902 από τον Εδουάρδο Ζ', η είσοδος στο τάγμα παραμένει το προσωπικό δώρο του Κυρίαρχου του -προς το παρόν του δισέγγονου του Εδουάρδου Ζ', Κάρολο Γ'- και περιορίζεται σε 24 ζωντανούς παραλήπτες από τα βασίλεια της Κοινοπολιτείας, συν ένα περιορισμένο αριθμό των επίτιμων μελών. Ενώ όλα τα μέλη έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τα μεταγενέστερα γράμματα OM και να φοράνε το σήμα του τάγματος, η προτεραιότητα του Τάγματος Αξίας μεταξύ άλλων τιμών διαφέρει μεταξύ των χωρών.
------------------------------

     Είναι περισσότερο γνωστός για τα μυθιστορήματά του που ασχολούνται με την κοινωνική και συζυγική αλληλεπίδραση μεταξύ των εμιγκρέδων Αμερικανών, των Άγγλων και των ηπειρωτικών Ευρωπαίων, όπως Το Πορτραίτο Μιας Κυρίας. Τα μεταγενέστερα έργα του, όπως Οι ΠρεσβευτέςΤα Φτερά Του Περιστεριού και Το Χρυσό Μπωλ, ήταν όλο και πιο πειραματικά. Περιγράφοντας εσωτερικές καταστάσεις του νου και τη κοινωνική δυναμική των χαρακτήρων του, συχνά έγραφε με ύφος που διφορούμενα ή αντιφατικά κίνητρα κι εντυπώσεις επικαλύπτονταν ή αντιπαραβάλλονταν στη συζήτηση της ψυχής ενός χαρακτήρα. Για τη μοναδική αμφισημία τους, καθώς και για άλλες πτυχές της σύνθεσής τους, τα τελευταία έργα του έχουνε συγκριθεί με την ιμπρεσιονιστική ζωγραφική.  Η νουβέλα του The Turn of the Screw (Το Στρίψιμο Της Βίδας) έχει κερδίσει τη φήμη ως η πιο αναλυμένη και διφορούμενη ιστορία φαντασμάτων στην αγγλική γλώσσα και παραμένει το πιο ευρέως προσαρμοσμένο έργο του μεταξύ άλλων. Έγραψε κι άλλες αξιόλογες ιστορίες φαντασμάτων όπως το The Jolly Corner (Η χαρούμενη γωνιά). Δημοσίευσε βιβλία κριτικής κι άρθρα ταξιδιών, βιογραφίας, αυτοβιογραφίας και θεατρικών έργων.
     Γεννήθηκε στο 21 Washington Place (απέναντι από τη Washington Square) στη Νέα Υόρκη στις 15 Απρίλη 1843, μα έζησε κυρίως στην Ευρώπη ως νεαρός και τελικά εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, έγινε Βρεττανός το 1915, έν έτος πριν το θάνατό του. Προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1911, το 1912 και το 1916. Ο Μπόρχες είπε: "Έχω διαβάσει μερικές λογοτεχνίες της Ανατολής και της Δύσης. Έχω συντάξει μια εγκυκλοπαιδική συλλογή φανταστικής λογοτεχνίας. Έχω μεταφράσει ΚάφκαΜέλβιλ και Μπλόι. Δεν ξέρω πιο ξένο έργο απ' αυτό του Χένρυ Τζέημς". Κι όπως έγραψε ο T.S.Eliot, "Το επίκεντρο στα έργα του Τζέημς, δεν είναι κάποιος χαρακτήρας ή έστω ομάδα χαρακτήρων μέσα σε μια πλοκή (...). Είναι πάντα μια κατάσταση, μια σχέση, μια ατμόσφαιρα, που συνεισφέρουνφ τα πρόσωπα μόνον όσο τους επιτρέπει ο συγγραφέας".

Friday, 26 July 2024

Γερμανοί αντιφασίστες στην Αμαλιάδα.



Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι Γερμανοί στρατιώτες στην Κατοχή που αυτομόλησαν  στο ΕΑΜ και εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ ανήκαν στα Τάγματα 999, και ήταν γνωστοί ως "οι στρατιώτες με την γαλάζια ταυτότητα". Οι μονάδες αυτές συγκροτήθηκαν το 1941 με εγκύκλιο του γερμανικού Υπουργείου Εσωτερικών.

Στις τάξεις τους εντάχτηκαν φυλακισμένοι για τα πολιτικά τους φρονήματα (κομμουνιστές, σοσιαλιστές, χριστιανοδημοκράτες κ.α) καθώς και  κατάδικοι του κοινού ποινικού δικαίου που είχαν τιμωρηθεί για αντικρατικές ενέργειες. Διοικητές των μοναδων αυτών  ήταν  φανατικοί Ναζί. Το 1943 μερικά Τάγματα 999 μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο και ένα από αυτά  εγκαταστάθηκε στην Αμαλιάδα.[1]

Οι στρατιώτες του 40ου Τάγμα Φρουράς Οχυρών Πεζικού 999  στην περιοχή της Αμαλιάδας φρόντισαν να αποκαταστήσουν γρήγορα  επαφή με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, συγκροτώντας στο εσωτερικό του Τάγματος αντιναζιστική ομάδα με ηγέτες τον κομμουνιστή Βέρνερ Ίλμερ από το Βερολίνο  και τον πρώην αθλητή Φραντς Σνάιντερ από το Μόναχο.

Σύμφωνα με μαρτυρία του στρατιώτη Κούρτ Νέτμπαπ, ο οποίος υπηρέτησε στην  Αμαλιάδα: «Από μας οι αντάρτες έπαιρναν κάθε πληροφορία που επιθυμούσαν, δύναμη των μονάδων, είδος του οπλισμού, ονόματα των αξιωματικών, σχέδια ενεργειών καθώς και ονόματα Ελλήνων που είχαν κοινωνικές επαφές με τους αξιωματικούς, για να προλάβουμε έγκαιρα τους καταδότες»[2].

 Η ομάδα του Ιλμερ και του Σνάιντερ διακινούμε μεταξύ των Γερμανών στρατιωτών προκηρύξεις του ΕΑΜ γραμμένες στα γερμανικά. H  διοίκηση της  Βέρμαχτ στην Πελοπόννησο εκτιμούσε ως μηδενική   την μαχητική αξία των μονάδων αυτών και σε έκθεση της, τον Μάιο του 1944, τις θεωρούσε έτοιμες να αυτομολήσουν.[3]   



Το καλοκαίρι του 1944 η δράση Γερμανών αντιφασιστών προδόθηκε  και έξι στρατιώτες  συνελήφθησαν ως πρωταίτιοι. Στις 4 Ιουνίου  γερμανικό στρατοδικείο τους καταδίκασε σε θάνατο. Άλλοι 120 στρατιώτες στάλθηκαν στις στρατιωτικές φυλακές στην Γερμανία.

Οι έξι εκτελέστηκαν  στις 9 Ιουλίου 1944 στην Αμαλιάδα «από τριάντα επίλεκτους υποδεκανείς και υπαξιωματικούς», στην κοίτη της Σοχιάς  500 μέτρα δυτικά από τη σιδηροδρομική γέφυρα της Αμαλιάδας. Τα ονόματα των εκτελεσμένων είναι τα εξής:






1.Χέρμαν Μπόντε, γενν. 1.2.1911 στο Μπρόιτσεν (πρώην κομμουνιστής δημοτικός σύμβουλος στο Mπραουνσβαΐχ)

2.Φραντς Σνάιντερ, γενν. 13.12.1913 στο Μόναχο

3.Βΐλλι Ντέμελ, γενν. 17.4.1910 στο Ντόρτμουντ-

4.Γενς Γιουχέλκα, γενν. 21.4.1913 στο Στέττιν

5.Ρούντολφ Καλμπ, γενν. 7.4.1905 στο Αννόβερο

6.Χάινριχ Βάρνκεν, γενν. στο Μπάντεν, επαρχία Φέρντεν

Στις 28 Ιουλίου εκτελέστηκε  ο κομμουνιστής Βέρνερ Ίλμερ και η  σορός του τάφηκε από τους Γερμανούς στο νεκροταφείο της Αμαλιάδας. Την επομένη τουφεκίσθηκε, και ο Άντον Μπέργκχουμπερ.

Αυτή είναι εν συντομία η  άγνωστη, στους περισσότερους, ιστορία των στρατιωτών με την «γαλάζια ταυτότητα» που βρέθηκαν στην Αμαλιάδα στην διάρκεια της Κατοχής και πλήρωσαν με την ζωή τους την δράση τους ενάντια στην ναζιστική Γερμανία και την πολύτιμη βοήθεια που έδωσαν στο ΕΑΜικό αντιστασιακό κίνημα της περιοχής.

Ας είναι αυτό το σημείωμα μια αφορμή για να τιμηθεί, με κάποιο τρόπο, η μνήμη τους στην πόλη της Αμαλιάδας.

 [1]  Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 161-164 και Hans-Peter Klausch, "Erziehungsmänner und Wehrunwürdige, σ. 134-136.

[2]  Hans Burkhardt, ο.πσ. 134-136.

[3] Hans-Peter Klausch, "Erziehungsmänner und Wehrunwürdige", σ.200.

Περικλής Δ. Καπετανόπουλος

Πηγή:ilioupoligiaolous.gr


Saturday, 1 August 2020

Ο Φοίβος και o Μπρόκι μου

Ο Φοίβος

Από ΤΟ ΔΕΡΜΑ τού Μαλαπάρτε (μετάφρ. Α.Χρυσοστομίδης, εκδ. Θεμέλιο ΄90, σελ. 176-184)

Είχα αναγνωρίσει εκείνη τη σιωπή. Το χειμώνα του 1940, για να δραπετεύσω από τον πόλεμο και τους ανθρώπους, για να γιατρευτώ από εκείνο το σιχαμερό κακό που ο πόλεμος γεννά στην καρδιά των ανθρώπων, είχα καταφύγει στην Πίζα, σ΄ένα νεκρό σπίτι, στο βάθος ενός δρόμου από τους πιο όμορφους και πιο νεκρούς, αυτής της πανέμορφης και νεκρής πολιτείας. Είχα μαζί μου τον Φοίβο, το σκύλο μου Φοίβο, που είχα μαζέψει μισοπεθαμένο από την πείνα στην ακτή της Μαρίνα Κόρτα, στη νήσο Λίπαρι, και είχα γιατρέψει, μεγαλώσει, φροντίσει στο νεκρό μου σπίτι στο Λίπαρι και είχε αποδειχτεί ο μοναδικός μου σύντροφος κατά τη διάρκεια των έρημων χρόνων της εξορίας σ’ εκείνο το θλιβερό και τόσο αγαπητό νησί.


Δεν αγάπησα ποτέ μου τόσο πολύ γυναίκα, αδελφό, φίλο, όσο τον Φοίβο
. ‘Ηταν ένας σκύλος σαν κι εμένα. Γι’ αυτόν έγραψα τρυφερές σελίδες στο Ένας σκύλος σαν κι εμένα. ‘Ηταν ένα ευγενές ον, το πιο ευγενές πλάσμα που συνάντησα ποτέ στη ζωή μου. ‘Ήταν από εκείνη την οικογένεια των σπάνιων πλέον, και ευαίσθητων λαγωνικών, που ήρθαν από τις ακτές της Ασίας κατά τη διάρκεια των πρώτων ιωνικών μεταναστεύσεων, που οι βοσκοί του Λίπαρι ονομάζουν “τσερνέγκι”. Είναι τα σκυλιά που οι αρχαίοι Έλληνες γλύπτες λάξευαν στα επιτύμβια ανάγλυφα τους.
 “Διώχνουν το χάρο”, λένε οι βοσκοί του Λίπαρι.

Είχε το τρίχωμα στο χρώμα του φεγγαριού, ροδαλό και χρυσωμένο, το χρώμα του φεγγαριού πάνω από τη θάλασσα, το χρώμα του φεγγαριού πάνω στα σκούρα φύλλα της λεμονιάς και της πορτοκαλιάς, στα λέπια των νεκρών ψαριών που η θάλασσα, μετά από μια καταιγίδα, ξέφραζε στην ακτή, μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μου. Είχε το χρώμα του φεγγαριού πάνω από την ελληνική θάλασσα του Μπάρι, του φεγγαριού στο στίχο της Οδύσσειας, του φεγγαριού σ’ εκείνη την άγρια θάλασσα του Λίπαρι που διέσχισε ο Οδυσσέας για να φτάσει στη μοναχική παραλία του Αιόλου, του βασιλιά των ανέμων. Το χρώμα του νεκρού φεγγαριού, λίγο πριν την αυγή. Τον φώναζα Κανελούνα.

Δεν απομακρυνόταν σπιθαμή από κοντά μου. Με ακολουθούσε σαν σκυλί. Λέω πως με ακολουθούσε σαν σκυλί. Η παρουσία του, στο φτωχικό μου σπίτι στο Λίπαρι που χτυπιόταν χωρίς αναπαμό από τον άνεμο και τη θάλασσα, ήταν μια εκπληκτική παρουσία. Τη νύχτα, φώτιζε το άδειο μου δωμάτιο με τη φωτεινή ζεστασιά των φεγγαρίσιων ματιών του. Το χρώμα τους ήταν εκείνο το χλωμό γαλάζιο, το χρώμα της θάλασσας όταν βασιλεύει το φεγγάρι. Ένιωθα την παρουσία του όπως την παρουσία μιας σκιάς, της δικής μου σκιάς.

‘Ηταν σαν το αντικαθρέφτισμα του πνεύματός μου. Και μόνο με την παρουσία του, με βοηθούσε να ξαναβρώ εκείνη την περιφρόνηση των ανθρώπων, που είναι η πρώτη συνθήκη για την ηρεμία και τη σοφία της ανθρώπινης ζωής. Ένιωθα πως μου έμοιαζε, πως δεν ήταν τίποτα άλλο, δεν ήταν παρά η εικόνα της συνείδησής μου, της μυστικής μου ζωής. Το πορτραίτο του εαυτού μου, το πορτραίτο από ό,τι πιο βαθύ, πιο απόκρυφο, πιο δικό μου υπάρχει στον εαυτό μου: του υποσυνείδητου και, που λέει ο λόγος, του καθρέφτη μου.

Από αυτόν, πολύ περισσότερο από ό,τι από τους ανθρώπους, την κουλτούρα τους, τη ματαιοδοξία τους, έμαθα ότι η ηθική είναι αυθαίρετη, ότι σκοπό έχει μόνο τον εαυτό της, ότι καν δεν έχει το στόχο να σώσει τον κόσμο (καν να σώσει τον κόσμο!) αλλά μονάχα να δημιουργήσει νέα προσχήματα για την αδιαφορία της, για το ελεύθερο παιχνίδι της. Η συνάντηση ενός ανθρώπου και ενός σκυλιού είναι πάντα η συνάντηση δυο ελεύθερων πνευμάτων, δυο μορφών αξιοπρέπειας, δυο αυθαίρετων ηθικών. Είναι η πιο αυθαίρετη και η πιο ρομαντική συνάντηση. Από αυτές που ο θάνατος φωτίζει με τη χλωμή λάμψη του, όμοια με το χρώμα ενός νεκρού φεγγαριού πάνω στη θάλασσα, στον πράσινο ουρανό της αυγής.

Αναγνώριζα πάνω του τις πιο μυστηριώδεις μου κινήσεις, τα μυστικά μου ένστικτα, τις αμφιβολίες μου, τις τρομάρες μου, τις ελπίδες μου. Δική μου ήταν η αξιοπρέπειά του μπροστά στους ανθρώπους, δικά μου το κουράγιο του και η περηφάνειά του μπροστά στη ζωή, δική μου η περιφρόνησή του για τα εύκολα αισθήματα του ανθρώπου. Αυτός, όμως, ήταν πολύ περισσότερο από μένα ευαίσθητος στα σκοτεινά προαισθήματα της φύσης, στην αόρατη παρουσία του θανάτου, που γυρίζει πάντα σιωπηλός καί καχύποπτος γύρω από τους ανθρώπους. Ένιωθε να έρχονται από μακριά, τη νύχτα, τα θλιβερά φαντάσματα των ονείρων, όμοια μ’ εκείνα τα νεκρά έντομα που ο άνεμος φέρνει ποιος ξέρει από που.

Και κάποιες νύχτες, κουλουριασμένος στα πόδια μου, στο γυμνό δωμάτιό μου του Λίπαρι, παρακολουθούσε γύρω μου, με τα μάτια, μια αόρατη σκιά που πλησίαζε, απομακρυνόταν, έμενε ώρες πολλές να με κατασκοπεύει πίσω από το τζάμι του παραθυριού. Κάθε τόσο, αν η μυστηριώδης παρουσία με πλησίαζε τόσο ώστε ν’ ακουμπά σχεδόν το μέτωπό μου, ο Φοίβος γαύγιζε απειλητικός, με τις τρίχες ορθωμένες στην πλάτη του: κι εγώ άκουγα μια παραπονιάρικη κραυγή να απομακρύνεται μέσα στη νύχτα, και σιγά σιγά να πεθαίνει.

Ήταν ο πιο αγαπητός από τ’ αδέλφια μου, ο πραγματικός μου αδελφός, αυτός που δεν προδίδει, που δεν ταπεινώνει. Ο αδελφός που αγαπά, που βοηθά, που καταλαβαίνει, που συγχωρεί. Μονάχα όποιος έχει υποφέρει πολλά χρόνια εξορίας σ’ ένα άγριο νησί και γυρίζοντας ανάμεσα στους ανθρώπους βλέπει να τον αποφεύγουν σαν να΄ναι λεπρός, από όλους εκείνους που μια μέρα, όταν θα πεθάνει ο τύραννος, θα παριστάνουν τους ήρωες της ελευθερίας, μονάχα αυτός ξέρει τι μπορεί να είναι ένας σκύλος για ένα ανθρώπινο πλάσμα.

Ο Φοίβος με παρατηρούσε συχνά με μια μορφή θλιμμένης και ευγενικής επίπληξης στο τρυφερό του βλέμμα. Ένιωθα τότε μια περίεργη ντροπή, σχεδόν μια ενοχή για τη θλίψη μου, ντρεπόμουνα μπροστά του. Ένιωθα πως, εκείνες τις στιγμές, ο Φοίβος με περιφρονούσε: με πόνο, με τρυφερότητα: στο βλέμμα του υπήρχε μια σκιά οίκτου και, ταυτόχρονα, περιφρόνησης. ‘Ηταν όχι μόνο αδελφός για μένα, αλλά και δικαστής. Ήταν ο φύλακας της αξιοπρέπειάς μου και, ταυτόχρονα, για να χρησιμοποιήσω και μια αρχαιοελληνική λέξη, το δορυφόρημά μου.

Ήταν ένα μελαγχολικό σκυλί, με σοβαρά μάτια. Τα βράδια περνούσαμε ώρες ολόκληρες στο ανεμοδαρμένο κατώφλι του σπιτιού μου, βλέποντας τη θάλασσα. Ω, η ελληνική θάλασσα της Σικελίας, ω, ο κόκκινος βράχος της Σκύλλας, εκεί, μπροστά στη Χάρυβδη, και η χιονισμένη κορυφή του Ασπρομόντε, και η πάλευκη πλάτη της Αίτνας, του Ολύμπου της Σικελίας. Πραγματικά, όπως τραγουδάει και ο Θεόκριτος, δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο στον κόσμο από το να θαυμάζεις από κάπου ψηλά τη θάλασσα της Σικελίας. Στα βουνά άναβαν οι φωτιές των βοσκών, στη θάλασσα οι βάρκες έβγαιναν να συναντήσουν το φεγγάρι και η παραπονιάρικη κραυγή των κοχυλιών, με τα οποία οι ψαράδες φωνάζουν ο ένας τον άλλο, χανόταν στην ασημένια φεγγαρίσια αχλύ.

Το φεγγάρι γεννιόταν στο βράχο της Σκύλλας, και το Στρόμπολι, το ψηλό, απροσπέλαστο ηφαίστειο καταμεσής του πελάγους, έκαιγε σαν μοναχική πυρά μέσα στο βαθύ τυρκουάζ δάσος της νύχτας. Εμείς κοιτάζαμε τη θάλασσα, εισπνέοντας την πικρή μυρωδιά του αλατιού, και τη δυνατή, μεθυστική μυρωδιά των πορτοκαλεώνων, και τη μυρωδιά του κατσικίσιου γάλακτος, τη μυρωδιά των κλαδιών του κεδρόρακκου στα τζάκια, κι εκείνη τη ζεστή και βαθιά μυρωδιά γυναίκας που είναι η μυρωδιά της σικελικής νύχτας, όταν τα πρώτα αστέρια σηκώνονται χλωμά στο βάθος του ορίζοντα.

Ύστερα, μια μέρα, με οδήγησαν με τις χειροπέδες από το Λίπαρι σε ένα άλλο νησί, και από εκεί, μετά από αρκετούς μήνες, στην Τοσκάνη. Ο Φοίβος με ακολούθησε από μακριά, κρυμμένος ανάμεσα στα βαρέλια με τις αντσούγες και τους σωρούς τα παλαμάρια, στη γέφυρα του Σάντα Μαρίνα του μικρού πλοίου που κάνει κάθε τόσο τη διαδρομή Λίπαρι-Νάπολη, κι ανάμεσα στα καλάθια με ψάρια και ντομάτες στη μηχανοκίνητη βάρκα που ταξιδεύει μεταξύ Νάπολης, Ίσκια και Πόντζα. Με το κουράγιο που έχουν πάντα οι δειλοί και που αποτελεί το μοναδικό προνόμιο που έχουν οι υπηρέτες για να αποκτήσουν κι αυτοί δικαίωμα στην ελευθερία, ο κόσμος σταματούσε να με κοιτάξει με μάτια γεμάτα περιφρόνηση, βρίζοντάς με μέσα από τα δόντια τους.

Μονάχα οι χασομέρηδες που βρίσκονταν μονίμως ξαπλωμένοι στα παγκάκια του λιμανιού της Νάπολης και λιάζονταν, μου χαμογελούσαν κρυφά, φτύνοντας καταγής ανάμεσα στα παπούτσια των καραμπινιέρων. Κάθε τόσο γύριζα το κεφάλι μου για να δω αν ο Φοίβος με ακολουθούσε, και τον έβλεπα να περπατά με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια κατά μήκος των τοίχων, στους δρόμους της Νάπολης, από την Ιμμακολάτα μέχρι το Μόλο Μπεβερέλλο, με μια εξαίσια θλίψη στα φωτεινά του μάτια.

Στη Νάπολη, ενώ προχωρούσα με τις χειροπέδες ανάμεσα στους καραμπινιέρους στην οδό Παρτένοπε, δυο κυρίες με πλησίασαν χαμογελώντας: ήταν η γυναίκα του Μπενεντέττο Κρότσε και η Μίννι Καζέλλα, η γυναίκα του αγαπητού μου Γκάσπαρε Καζέλλα. Με χαιρέτησαν με τη μητρική ευγένεια των ιταλίδων γυναικών, μου έβαλαν μερικά λουλούδια ανάμεσα στο χέρι και στις χειροπέδες, και η κυρία Κρότσε παρακάλεσε τους καραμπινιέρους να με πάνε να πιω κάτι, να τονωθώ. Ήταν δυο μέρες που δεν έτρωγα. “Τουλάχιστον αφήστε τον να περπατά στη σκιά”, είπε η κυρία Κρότσε. Ήταν Ιούνιος, και ο ήλιος βάραγε στο κεφάλι σαν σφυρί. “Ευχαριστώ, δεν έχω ανάγκη από τίποτα”, είπα. “Θα σας παρακαλούσα μονάχα να δώσετε λίγο νερό στο σκύλο μου”.

Ο Φοίβος είχε σταματήσει μερικά βήματα πιο πέρα και κοίταζε την κυρία Κρότσε με μια σχεδόν βασανιστική ένταση. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το πρόσωπο της ανθρώπινης καλοσύνης, της θηλυκής ευγένειας, του οίκτου. Πριν πιει, μύρισε ώρα πολλή το νερό. Όταν, λίγους μήνες μετά, με μεταφέρανε στη Λούκα, έμεινα για πολύ καιρό κλεισμένος στη φυλακή της. Κι όταν βγήκα πάλι ανάμεσα στους φρουρούς, για να οδηγηθώ στο νέο μου τόπο εξορίας, ο Φοίβος με περίμενε μπροστά από την πόρτα της φυλακής, αδύνατος και καταταλαιπωρημένος. Τα μάτια του έλαμπαν, γεμάτα με μια τρομερή γλυκύτητα.

Η εξορία μου διήρκεσε ακόμα δυο χρόνια, και για δυο χρόνια ζήσαμε σ’ ένα σπιτάκι στο βάθος ενός δάσους, όπου σ’ ένα δωμάτιο κατοικούσαμε ο Φοίβος κι εγώ, και στο άλλο οι φρουροί μου καραμπινιέροι. Κι όταν επιτέλους απόκτησα πάλι την ελευθερία μου, αυτό που εκείνα τα χρόνια σήμαινε ελευθερία, για μένα ήταν σαν να βγήκα από ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα για να μπω σε ένα στενό δωμάτιο χωρίς τοίχους. Πήγαμε να μείνουμε στο σπίτι μου στη Ρώμη: ο Φοίβος ήταν θλιμμένος, λες και το θέαμα της ελευθερίας μου τον ταπείνωνε. Ήξερε πως η ελευθερία δεν είναι κάτι το ανθρώπινο, πως οι άνθρωποι δεν μπορούν, και ίσως δεν ξέρουν, να είναι ελεύθεροι, πως η ελευθερία, στην Ιταλία, στην Ευρώπη, βρωμάει όσο και η σκλαβιά.

Όσο καιρό μείναμε στην Πίζα, μέναμε σχεδόν όλη τη μέρα κλεισμένοι στο σπίτι, και μονάχα προς το μεσημέρι βγαίναμε για μια βόλτα στο ποτάμι, εκείνο το ωραίο ποτάμι της Πίζας, τον Άρνο, με τ’ ασημένια χρώματα, με τις κρύες και φωτεινές του όχθες: ύστερα πηγαίναμε στην Πλατεία των Θαυμάτων, όπου υψώνεται ο κεκλιμένος πύργος που έκανε την Πίζα διάσημη σ΄όλο τον κόσμο. Ανεβαίναμε στον πύργο, κι από εκεί πάνω ατενίζαμε την πεδιάδα μέχρι το Λιβόρνο, μέχρι τη Μάσσα, και τους πευκώνες, τη θάλασσα παρακάτω, το λαμπερό βλέφαρο της θάλασσας, και τις Απουανές Άλπεις, άσπρες από το χιόνι και τα μάρμαρα. Αυτή ήταν η χώρα μου, αυτή ήταν χώρα μου της Τοσκάνας, αυτά ήταν τα δάση μου κι αυτή ήταν η θάλασσά μου, αυτά ήταν τα βουνά μου, αυτά τα χώματά μου, αυτά τα ποτάμια μου.

Προς το βραδάκι πηγαίναμε να καθήσουμε στο ανάχωμα του Άρνου (εκείνο το στενό πέτρινο ανάχωμα, πάνω στο οποίο ο λόρδος Βύρων, τις μέρες της εξορίας του στην Πίζα, κάλπαζε καθημερινά πάνω στο πανέμορφο άτι του, μέσα στις τρομαγμένες κραυγές των φιλήσυχων κατοίκων), και κοιτάζαμε το ποτάμι να κυλά παρασέρνοντα στο φωτεινό του ρεύμα φύλλα καμένα από το χειμώνα και ασημένια σύννεφα του πανάρχαιου ουρανού της Πίζας.

Ο Φοίβος περνούσε ατέλειωτες ώρες κουλουριασμένος στα πόδια μου, και κάθε τόσο σηκωνόταν, πλησίαζε την πόρτα και γύριζε να με κοιτάξει. Εγώ πήγαινα να του ανοίξω: κι ο Φοίβος έβγαινε, γύριζε μετά από μια ώρα, μετά από δυο ώρες, λαχανιασμένος, το τρίχωμά του λείο από τον άνεμο, τα μάτια λαμπικαρισμένα από τον κρύο ήλιο του χειμώνα. Τη νύχτα, ανασήκωνε το κεφάλι του για ν’ ακούσει τη φωνή του ποταμού, τη φωνή της βροχής πάνω στο ποτάμι. Κι εγώ, κάθε φορά που ξυπνούσα, ένιωθα πάνω μου το θερμό κι ελαφρύ του βλέμμα, εκείνη τη ζωντανή και τρυφερή παρουσία του μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, κι εκείνη τη θλίψη του, εκείνη τη γεμάτη ερημιά προαίσθηση που είχε, του θανάτου.

Μια μέρα βγήκε και δεν ξαναγύρισε. Τον περίμενα μέχρι το βράδυ, κι όταν νύχτωσε για τα καλά, αμολήθηκα στους δρόμους φωνάζοντας το όνομά του. Γύρισα στο σπίτι αργά, ρίχτηκα στο κρεβάτι μου, με το πρόσωπο στραμμένο στη μισάνοιχτη πόρτα. Κάθε τόσο άνοιγα το παράθυρο και φώναζα, ώρα πολλή, το όνομά του. Σαν χάραξε έτρεξα και πάλι στους έρημους δρόμους, ανάμεσα στις βουβές προσόψεις των σπιτιών που, κάτω από το χλωμό ουρανό, έμοιαζαν φτιαγμένες από βρώμικο χαρτί.

Ο Μπρόκι μου

Ο δικός μου Φοίβος έφερε το όνομα Μπρόκι και είμασταν, για περισσότερο από έντεκα χρόνια, σχεδόν αχώριστοι. Άλλαζα δουλειές, άλλαζα παραστάσεις, άλλαζα εικόνες, άλλαζα βιβλία που διάβαζα, άλλαζα σκέψεις,  άλλαζα σχέσεις με ανθρώπους και πράγματα, αλλά ο Μπρόκι ήταν πάντα στο σπίτι, στη δουλειά, στο παιγνίδι, στις φοβερές μας βόλτες. Ήταν πάντα εκεί, περίμενε ένα καλό φαγητό, λίγο φρέσκο και δροσερό νεράκι, μια  γλυκιά αγκαλιά, μία βολτίτσα, ήταν πάντα εκεί και με περίμενε, πότε άγρυπνος φρουρός (δεν αγαπούσε καθόλου τις γάτες και τα ποντίκια όταν παραβίαζαν το χώρο του, βρισκόταν πάντοτε σε ετοιμότητα για θανάσιμο καυγά μαζί τους και εγώ πάντοτε σε ετοιμότητα για να αποτρέπω τα χειρότερα, επίσης αντιπαθούσε και τις κουκουβάγιες), πότε βυθισμένος στην αγκαλιά του Μορφέα, απολαμβάνοντας περιπέτειες γεμάτες δράση. Ποτέ δεν πείραξε άλλο σκύλο ή άνθρωπο, ήταν απίστευτα φιλικός, και όταν χρειαζόταν, αδιάφορος. Ο Μπρόκι δεν  ήταν ιδιοκτησία μου, δεν ήταν το κατοικίδιό μου, ήταν αδερφός μου, (άλλωστε το όνομά του είχε τη ρίζα στη λέξη Brother- αδέρφι, και αποτελεί παραλλαγή της), πότε μικρότερος που τον μάθαινα πράγματα και τον προφύλασσα από τις κακοτοπιές ενός κόσμου που δεν εμπιστεύεται και δεν αγαπά πλάσματα σαν και του λόγου του, και πότε μεγαλύτερος, που όχι μόνο τρελαινόμουν να κάνω  παρέα μαζί του,  αλλά και με μυούσε όλα αυτά τα χρόνια σε μια σχέση, που ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να έχω πριν από αυτόν. Ο Μπρόκι ήταν φίλος μου, έγινε φίλος μου, όχι με την έννοια κάποιας συνάφειας ή οικειότητας που γίνονται πιο στενές εξαιτίας κάποιας βολικής περίστασης, αλλά μέσω ενός ιδιαίτερου δεσμού, στον οποίο, δύο εντελώς διαφορετικές ψυχές σμίγουν και συγχέονται με ένα ταίριασμα παράξενα ολοκληρωτικό όπου "η ραφή που τις ένωσε χάνεται και δεν ξαναβρίσκεται". Δεν κρύβω ότι υπήρχε  ένα στοιχείο στο οποίο θα ήθελα να του έμοιαζα και πάντοτε θαύμαζα πάνω του : η απλότητα του. Ο Μπρόκι μου ήταν πανέμορφα απλός, ενίοτε πολύ οργισμένος, αλλά πάντοτε ορεξάτος και χαρούμενος. Ήταν πάντοτε η φωνή της εμπειρίας μια ζωής από την οποία έχει αποκλειστεί  παντελώς η φανφάρα, και αυτό ήταν ανεκτίμητο για μένα.

Έφυγε από κοντά μου μια πολύ πολύ θερμή μέρα του περασμένου Ιούνη. Διακριτικά, χωρίς παράπονο, παλεύοντας μέχρι το τέλος. Το τελευταίο πράγμα που είπα στον Μπρόκι πριν φύγει, ήταν να πάρει ένα πολύ μεγάλο υπνάκο, να ξεκουραστεί λίγο,  και μετά να ξεκινήσει καινούργιες φιλίες εκεί που πάει, να βρει τη Τζένη, τη Ρόξι, τον Σάρικ, την Μίνα, τον Φοίβο και όλη την παλιοπαρέα, να το ρίξουν στα τρεχαλητά, τα παιγνίδια και τα χάδια, και στον ελεύθερο χρόνο να ετοιμάζει χώρο για όλη την αγέλη, που θα πάει κάποια στιγμή κοντά του για το ατέλειωτο καλοκαίρι της Λεύκας.  Τώρα ο ακριβός μου φίλος αναπαύεται σε μια γωνιά του κήπου που έζησε ανέμελα και χαρούμενα, κατά τη φορά της ανάμνησης. Ελπίζω πως για την ώρα δεν αισθάνεται φοβερή μοναξιά. 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον μοναδικό μου Μπρόκι! Τον αγαπούσα γιατί ήταν εκείνος! Για μένα θα είναι πάντοτε κάτι πολύ δυνατό, πολύ παραπάνω από ανάμνηση

Μ.Δ


Μπρόκι, 2008-2020

Thursday, 23 July 2020

Αντίο Θόδωρε!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ
(30 Ιανουαρίου 1963 – 19 Ιουλίου 2020)

Με αφορμή τον αναπάντεχο φευγιό του αγαπημένου μας φίλου που πέρασε κάποια χρόνια της ζωής του στην Αμαλιάδα και όσοι τον γνώρισαν ξέρουν πως άφησε πίσω ιδιαίτερα ίχνη και αναμνήσεις,  νιώθουμε την ανάγκη να δημοσιεύσουμε μια συνέντευξή του, όπως επίσης ελάχιστες κουβέντες ανθρώπων που τον αγαπούσαν...



Αντίο Θόδωρε...ο ποιητής πέθανε αλλά εμείς δεν μοιρολογούμε, επειδή μας έμαθε «να διαβάζουμε σαν ποίηση πράγματα που πριν δεν διαβάζονταν έτσι».


Παντού υπάρχουν χρώματα – αρώματα, ήχοι – στίχοι. Υπάρχουν παντού τοίχοι και τείχη, δεν υπάρχει όμως τύχη. Ολόγυρα καιροφυλακτούν μπάτσοι, μα όπως είπαν οι Μπρετόν-Σουπώ, εμάς «ο έρωτας μάς κάνει αόρατους». Ο έρωτας… Ο έρωτας σε όλες τις εκφάνσεις και εκφράσεις του: έρωτας για την ποίηση, έρωτας για τη μουσική, έρωτας για το κρασί, έρωτας για τη γυναίκα, έρωτας για τον άνδρα, έρωτας για τη ζωή. Παντού υπάρχει και φωλιάζει ο έρωτας. Κάποιοι ονειροπόλοι, προερχόμενοι απ’ το χτες, που δεν γνωρίζουν χρονικά δεσμά, (δεν γνωρίζουν γενικά από δεσμά), συνεχίζουν να ερωτεύονται. Δημιουργοί νέων κόσμων εντός του κόσμου, διαγράφουν τη δική τους τροχιά γύρω από τον ήλιο ενός ατέρμονου καλοκαιριού, που πολλές φορές, αυτοί οι ίδιοι είναι που αναρωτιούνται αν ποτέ θα τελειώσει. Ένας τέτοιος ονειροπόλος και ο Θεόδωρος Μπασιάκος. Ονειρεύεται και ζει, μεθάει, μα πάνω απ’ όλα, ερωτεύεται. Έρχεται απ’ το χτες, δεν ζει στο χτες. Γνωστός στα στέκια των ποιητών και ‘κείνων που αμφισβητούν την εικονική ειρήνη που σαν τα ηρεμιστικά χάπια κρατάει σε καταστολή τα ένστικτά μας. Ορθώνει το ανάστημά του δίχως να μεγαλοπιάνεται και να γίνεται σκλάβος ενός από τα μεγαλύτερα ελαττώματα που διέπουν τους κύκλους των ποιητών, το ελάττωμα της ματαιοδοξίας. (Δεν έχω κανέναν σκοπό να κάνω κάποια προσέγγιση θρησκευτικού περιεχομένου, έτσι, ονομάζω απλά ως ελάττωμα τη ματαιοδοξία κι όχι ως αμαρτία που δεν με απασχολεί ούτως ή άλλως ως έκφραση). Κυρίες και κύριοι, ο Γκανγκαν: 

Friday, 30 November 2018

Βέρνερ Ίλμερ- Ο γερμανός αντιφασίστας κομμουνιστής της Αμαλιάδας

Γερμανοί αντιφασίστες στον ΕΛΑΣ
Από τα τάγματα 999 στο πλευρό της Αντίστασης


Η Βέρμαχτ είχε διακριθεί για τις θηριωδίες της κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα. Ωστόσο, μια αποσιωπημένη πλευρά της ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στη χώρα μας είναι οι Γερμανοί αντιφασίστες που έδρασαν εντός της Βέρμαχτ, συγκροτώντας αντιφασιστικούς πυρήνες, πραγματοποιώντας προπαγανδιστικές δράσεις εναντίον της χιτλερικής Γερμανίας, αυτομολώντας στον ΕΛΑΣ και διοργανώνοντας εξεγέρσεις – ενέργειες που προώθησαν σε συνεργασία με τις αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τους Βρετανούς. 

Wednesday, 24 January 2018

Μητριαρχία και Ορέστεια του Αισχύλου

Γιατί ο Φρίνριχ Ένγκελς, ,στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του το έτους 1884, του πασίγνωστου βιβλίου του Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, , ακριβώς λίγους μήνες μετά τον θάνατο του ακριβού του φίλου, Καρλ Μαρξ ( 14/3/1183), αναφέρει πως το έργο του αυτό αποτελεί ως ένα βαθμό «εκτέλεση διαθήκης», και ότι μεγάλος του φίλος λίγο πριν ξεκινήσει για το μεγάλο ταξίδι, είχε σκοπό να εκθέσει τα συμπεράσματα του των ερευνών της ανθρωπολογίας του Χ. Μόργκαν, στο έργο του Η αρχαία κοινωνία σε σχέση με τα αποτελέσματα της δικής του έρευνας; Τι ήταν αυτό που ενδιέφερε τόσο τον Μαρξ όσο αφορά τον τρόπο ζωής των αρχαίων κοινωνιών ;
Τι φύλου είναι η Θεογονία του Ησιόδου; Ποιος είναι κατά τον αρχαίο ποιητή ο γεννήτορας του κόσμου, και γιατί οι Ερινύες, οι γόνοι του πρώτου κοσμικού ζευγαριού , πάντα κατά τον Ησίοδο, της Γαίας με το γιο της Ουρανό ( γιατί με το γιο;) και αδερφές της Αφροδίτης, του Αγχίση και των Γιγάντων , πρώτα παιδιά θηλυκής Γεννήτρας του Κόσμου, Μητέρας,  φτάνουν το 458 π.χ στη Ορέστεια του Αισχύλου (την μοναδική διασωθείσα τριλογία) να παρουσιάζονται ως: «κοπάδι γυναίκες, στα τέσσερα σημεία απλωμένες, κοιμόνταν. Όχι γυναίκες. Γοργόνες θα ήταν. Ούτε Γοργόνες. Γοργόνες
και ακόμα χειρότερα. Τέτοιες σε ζωγραφιά τις είδα να κλέβουν του Φινέα το δείπνο. Πουλιά. Και τα άρπαζαν. Άφτερες τούτες. Και μαύρες. Στα μαύρα. Ολόκληρο σίχαμα. Ρόγχο ανέπνεαν. Ξεφυσώντας. Πληγές που κινούνταν τα μάτια τους. Στάζοντας αίμα. Και ντυμένες ανόσια. Από βωμούς κι από στέγες, θεέ μου, απόμακρα! Μίασμα είναι. Δεν την ξέρω τη γενιά τους, δεν τις ξανάδα. Ούτε ποια χώρα τις έθρεψε δίχως να πάθει».
Γιατί οι χθόνιες ΕρινύεςΑληκτώ, η Τισιφόη και η Μέγαιρα), που σημειωτέον γεννήθηκαν από αίμα προερχόμενο από ευνουχισμό της πρώτης αρσενικής δύναμης, του πρώτου πατέρα, και που παρουσιάζονται στην Ορέστεια με την μορφή κακών μαγισσών,  εντέλει σταματούν να καταδιώκουν τον μητροκτόνο Ορέστη και συναινούν με την κρίση και τη ρύθμιση της Αθηνάς της «αμήτωρ», όπως ισχυρίζεται η ίδια θεά; Είναι αλήθεια «αμήτωρ» η Αθηνά, ή πίσω από αυτό το παράξενο προσδιοριστικό κρύβεται ένα πολύ μεγάλο μυστικό, μια μυθολογική πράξη και  διαδικασία πολύ μεγάλης σημασίας, την οποία έχει φροντίσει να εξαφανίσει επιμελώς από προσώπου γης, όλος ο κατοπινός ανθρώπινος πολιτισμός, και που ίσως να αποτελεί το σημαντικότερο σημείο-κλειδί για την κατανόηση της διαχρονικής σημασίας του έργου;
Αλλά και γιατί οι Ερινύες του Ομήρου που κατοικούν στα σκοτάδια προστατεύουν  στην Οδύσσεια του Ομήρου  τους  φτωχούς. Ποιους φτωχούς, από ποιους ακριβώς πλούσιους τους προστατεύουν;
Γιατί  η Κλυταιμνήστρα φέρει ως όπλο της ( και σύμβολο εξουσίας)  τον διπλό πέλεκυ  και γιατί όταν αντιλαμβάνεται ότι ο γιος της  Ορέστης  είναι αποφασισμένος να την σκοτώσει προσπαθεί,  μάταια,  να τον προλάβει πριν αυτός την θανατώσει με το ξίφος του; Ποια είναι η σχέση του συμβολισμού του  διπλού πέλεκυ και των κεράτων του ταύρου , συμβόλου της εξουσίας του Μινωικού πολιτισμού; Τι εντέλει συμβολίζει σε όλο το κλασσικό έργο η μορφή της Κλυταιμνήστρας;
Έχουμε να κάνουμε με καθαρά πλάσματα της φαντασίας των αρχέγονων ποιητών  Ησιόδου και Ομήρου και την καλλιτεχνική  μετάπλαση τους εκ μέρους  τραγικού ποιητή ή για μια θεογονία και μύθο  στενά συνδεδεμένη με  ένα πολύ αρχέγονο παρελθόν  στο οποίο ο ρόλος των γυναικών στην ζωή των ανθρώπων  είναι πολύ διαφορετικός και οι κοινωνίες λειτουργούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο; Είναι δυνατόν να υπάρχουν θεοί για ανθρώπους που δεν τους αναγνωρίζουν και είναι δυνατόν;
Ποιος ήταν ο λόγος που ο Μαρξ σε ένα γράμμα του την άνοιξη του 1882 εκφράζεται με τις πιο έντονες εκφράσεις για την ολοκληρωτική παραποίηση της πρωτόγονης εποχής στο Bαγκνερικό κείμενο των «Νιμπελούγκεν»,  και γιατί στους «θεούς της ασέλγειας» του Βάγκνερ», που ακολουθώντας το συρμό κάνουν τις ερωτοδουλειές τους πιο πικαντικά με λιγάκι αιμομιξία ( «που ακούστηκε αδερφός να αγκαλιάζει σαν σύζυγο αδερφή;»)  απαντά ο Μαρξ «Στην πρωτόγονη εποχή η αδερφή ήταν σύζυγος και αυτό ήταν ηθικό»;  Μπορεί το έργο του μεγάλου τραγικού και η παρατήρηση να σχετίζονται ή η αποτελούν δύο άσχετα και ανεξάρτητα μεταξύ τους θέματα;
Τι σημαίνει άραγε το γεγονός ότι η λέξη «εφιάλτης» έχει την ίδια ρίζα στα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ρωσικά, τα πολωνικά, τα τσέχικα, τα ρουμάνικα, τα λιθουανικά κ.λ.π.
Γιατί όλο το έργο του σημαντικού Ιρλανδού καλλιτέχνη Φράνσις Μπέικον κατατρύχεται από τα θέματα που απασχολούν την Ορέστεια, την βία, την καταστροφή, την αυτοκαταστροφή τα αδιέξοδα και τους εγκλωβισμούς  που  ζωντανεύουν απαράμιλλα στο έργο του μεγάλου τραγικού της αρχαιότητας,  ένα έργο που από πολλούς χαρακτηρίστηκε το ορόσημο της αρχής του τέλους της τραγικότητας καθεαυτής;
Μήπως  το γλωσσικό ιδίωμα στο οποίο είναι γραμμένο το βιβλίο του ανθρώπινου κόσμου και της πραγματικότητας  είναι  αυτό  της δικής μας καθημερινής συνείδησης, ο κόσμος αποκαλύπτεται σε μας σήμερα πλουσιοπάροχα,  και επομένως οι εκφράσεις τέχνης και σκέψης άλλων εποχών είναι μη-αυθεντικές , ανούσιες και δίχως νόημα και άρα οποιαδήποτε προσπάθεια να αφουγκραστούμε την ηχώ τους είναι  ανάξια λόγου;  Και τότε η τέχνη και η φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο από μια πολυτέλεια που μπορεί ανάλογα με τις προτεραιότητες και τις ανάγκες να λογαριαστεί (μέσω ποσοτικού υπολογισμού) και φυσικά να απορριφθεί.

Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα προέκυψαν από την θεματολογία που επιλέξαμε να ξεκινήσουμε την νέα χρονιά στο «Σπουδαστήριο», με τον τίτλο «Μητριαρχία- η γυναίκα στο προσκήνιο», «Η Ορέστεια του Αισχύλου»Πατριαρχία-Η κοσμοϊστορική ήττα των γυναικών». Η υψηλή και διαχρονική τέχνη, η φιλοσοφική σκέψη, η ιστορία , ο ψυχισμός και η καθημερινή ζωή της αρχαιότητας και με μεταλλαγμένη μορφή των ημερών μας,  συναντούνται καίρια σε αυτήν την προβληματική. Eυκαιρία να συζητήσουμε για πολύ μεγάλα και θεμελιώδη ζητήματα.  Έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι δεν είμαστε σε θέση να απαντήσουμε σε όλα αυτά με τελεσίδικο τρόπο. Άλλωστε δεν είναι αυτό το ζητούμενο, και ως στόχος μπορεί να υπάρχει μόνο με μορφή χίμαιρας.  Όμως τολμάμε και τα ανοίγουμε, θέλουμε κάτι να αγγίξουμε. Διότι ο χρόνος και ο χώρος είναι τρισδιάστατοι. Και πρόκειται για  ένα χωροχρόνο με ρωγμές και απροσδόκητες διακλαδώσεις αλλά επίσης και με συγκλονιστικές συνέχειες και εξαρτήσεις. 

Saturday, 16 December 2017

Η φύση… ο πολιτισμός, Β' Μέρος ( συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος)

Η φύση… ο πολιτισμός, το διήγημα για το οποίο κάνει λόγο στους λίβελούς του ο Γιώργης Ζάρκος, είναι από τα πρώτα του και πρωτοδημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία, τεύχος 78, Μάρτιος 1930, σελ. 314-325. Κατόπιν ο συγγραφέας το συμπεριέλαβε- ελαφρά τροποποιημένο-στον ίδιο τόμο με το μυθιστόρημα Η τρέλα σε όλα τα στάδια, 1932. Η τρίτη δημοσίευση έγινε στη συλλογή διηγημάτων Γιατί άλλαξα ιδέες και άλλα διηγήματα, εκδ. Κάλβος, 1981. Αυτή η τρίτη δημοσίευση αποτελεί και την δική μας πηγή. 



Η φύση… ο πολιτισμός, Β' Μέρος ( συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος)




O καφετζής που ήταν και αυτός με αυτούς που είχαν κυκλώσει το τραμ, σαν ελευθερώθηκε το σκυλί, πριν προφτάσει να τρυπώσει πάλι, άρπαξε από τα χέρια του αστυφύλακα το μπαστούνι και με το γυριστό του μέρος, σβέλτα, το τράβηξε έξω. Το τραμ έφυγε και το αυτοκίνητα αρχίσανε να κοιλάνε. Το σκυλί γλίτωσε το θάνατο για να μαρτυρήσει στη ζωή. Ο αστυφύλακας πήρε νερό από το καφενείο και έπλυνε το μπαστούνι, και τόδωσε στον κύριο με ένα ευχαριστώ ευγενικό. Οι πολίτες, άλλοι κοιτούσανε το σκυλί, και άλλοι τις ματωμένες γραμμές, στο μέρος που του έκοψε τα πόδια.

«-Σα να έκοψε άνθρωπο» είπε κάποιος.
«- Ζωντανό δεν είναι κι αυτό;» είπε άλλος.
«-Και αυτό ψυχή έχει» είπε τρίτος

Η ώρα περνούσε. Οι μεγάλοι φεύγανε γιατί θυμηθήκανε τις δουλειές τους και δεν είχανε καιρό να τον χάσουνε· μείνανε τα παιδιά που δεν σκοτίζονται για τον καιρό που φεύγει στα χαμένα. Όποιος περνούσε έριχνε μία ματιά και έφευγε. Όποιο παιδί, όμως, περνούσε, μένα να δει τι θα απογίνει «το καϋμένο το σκυλάκι».

Κοιτούσαν το σκυλί τα παιδιά με μάτια που δείχνανε φόβο και παρακάλι. Το στόμα του ήτανε γιομάτο λάσπη καμωμένη με το αίμα του. Είχε πάψει να σκούζει και δάγκωνε τα λιωμένα, λασπωμένα με χώματα, πόδια του που τον πονούσανε. Το κοιτάζανε όλα τα παιδιά με βουρκωμένα τα μάτια, και είχανε γύρει θλιμμένα τα κεφάλια τους.

Ο αστυφύλακας, από καλή του καρδιά, του έδωσε να φάει το πνευμόνι για να μην πάει και χαμένο. Όταν είχε πάει να βρει τον αρχιφύλακα, στην επιστροφή περνώντας από το χασάπη το είχε πάρει για να ξεγελάσει μ’ αυτό το σκυλί και να το βγάλει από κάτω που ήτανε τρυπωμένο. Όσοι τον είδανε να του δίνει πλεμόνι να φάει στο χάλι που ήτανε με όλη τους τη θλίψη σκάσανε στα γέλια με την κουταμάρα του.

Ο αρχιφύλακας με τους δυο του αστυφύλακες τραβηχτήκανε στην πάντα και κάνανε συμβούλιο. Πήρανε την τελική απόφαση, αφού πρώτα προτείνανε πολλές λύσεις και οι τρεις και ο ένας έφυγε για να φέρει το κάρο της δημαρχίας.

Το καναρίνι τέλειωσε το λούσιμο και είχε αρχίσει να χτενίζει με τη μύτη του τα φτερά του. Η γυναίκα του μάγερα χτενιζόταν και αυτή στο μπαλκόνι της, στον ήλιο «σαν καναρίνι» και, κάθε φορά που τραβούσε το χτένι, το κοίταζε με προσοχή…

Το κάρο της δημιουργίας ήρθε σε λίγο.
«-Πως θα το ρίξουμε μέσα;» ρώτησε ο σκουπιδιάρης με ύφος που έφερνε αμέσως τον κατακλυσμό. Δεν γινόταν τίποτα. Ήτανε αδύνατο για το σκουπιδιάρη ζωντανό να ριχτεί στο κάρο του που μόνον ψόφια και σάπια είχε συνηθίσει να ρίχνει.
«-Με το φτυάρι», του είπε ο αρχιφύλακας.
«- Ζωντανό πράγμα, στέκεται πάνου στο φτυάρι; Δεν το λυπόσαστε το φουκαριάρικο; να του δώσω μία το φτυάρι να το τελειώσω;»

Ο αρχιφύλακας θύμωσε. Δεν κάλεσε το σκουπιδιάρη για να δώσει συμβουλές. Είχανε κάνει και οι τρεις πριν συμβούλιο και είχανε πάρει απόφαση. Δεν επιτρεπότανε μπροστά στον κόσμο να φανούνε βάρβαροι. Αν ήσαντε σε απόκεντρο μέρος, που δεν θα τους έβλεπε κανείς ξέρανε τι θα κάνανε. Δεν ήτανε ανάγκη να τους το πει ο βρωμοσκουπιδιάρης. Τους λωποδύτες που πιάνουνε στο δρόμο τους πάνε στο κρατητήριο και κει, μακριά από τα μάτια του κόσμου του κόσμου, τους μαυρίζουνε τις φτέρνες στο ξύλο για να μαρτυρήσουν. Μπροστά στον κόσμο τους φέρνονται με ευγένεια. Έτσι πρέπει να φαίνεται -ευγενικό σώμα- η αστυνομία των πόλεων στα μάτια του κόσμου. Προσβλήθηκε και ξεροκοκκίνισε από τις αγύρεφτες συμβουλές του σκουπιδιάρη ο αρχιφύλακας και με τα λόγια που μπερδευόσαντε στο στόμα του από το θυμό διέταξε:
«- Αυτό που σου λέω ΕΓΩ. Δεν σε φέραμε να μας δώσεις γνώμες· κάμε σύντομα ότι σου λέου».
«- Καλά», είπε ο σκουπιδιάρης, μακραίνοντας το «α», δίνοντας ειρωνικό τόνο στη φωνή του.
Έπιασε το φτυάρι ανόρεχτα και προσπαθούσε να φτυαρίσει το ζωντανό σκυλί δίνοντας μια κωμική σοβαρότητα στην έκφραση του προσώπου του και στις κινήσεις του, όπως κάνουνε συνήθως οι άνθρωποι του λαού, που δεν σέβονται τους εξαιρετικούς, όταν θέλουνε να περιγελάσουν τους εκλεκτούς, τους επισήμους

Μόλις ακουμπούσε το φτυάρι, το σκυλί σπαρταρούσε. Το φτυάριζε σε γρήγορα και έκανε να το σηκώσει. Το σήκωνε λίγο, μα αυτό χόρευε και ξέφευγε. Έμπηξε πάλι τα σκουξίματα και ξαναμαζεύτηκε κόσμος. Ο αρχιφύλακας κιτρίνισε από το κακό του, γιατί έβλεπε πως τον περιγελούσε με το ύψος του ο σκουπιδιάρης, για την κουτή διαταγή που του είχε δώσει και νόμιζε πως το έκανε επίτηδες και δεν έριχνε το σκυλί στο σκουπιδόκαρό του, μα η αλήθεια είναι ότι ήτανε αδύνατο και δεν θα μπορούσε να το ρίξει μ’ αυτόν τον τρόπο όσο σοβαρά κι αν καταπιανότανε με αυτήν τη δουλειά. Έτρεμε από το κακό του ο αρχιφύλακας και αν δεν ήτανε ο κόσμος, θα έβγανε το κλομπ να του έσπαζε το κεφάλι.



Ο καφετζής παραμέρισε τον κόσμο- που είχε ξαναμαζευτεί με αυτή τη δεύτερη και τραγικότερη σκηνή από την πρώτη - και μπήκε στη μέση. «-Στάσου, βρε αδερφέ», είπε του σκουπιδιάρη και έσκυψε να πιάσει το σκυλί από το σβέρκο. Κείνο γύριζε το κεφάλι του, άνοιγε το στόμα, ανασηκώνεται τα χείλια του και έδειχνε τα δόντια του γκρινιάρικα: πολεμούσε να τον δαγκάσει.


«-Σε διατάζω να μην το πιάσεις, κύριε γιατί φέρω ΕΓΩ ευθύνη για ο,τιδήποτε συμβεί», είπε αυστηρά ο κύριος αρχιφύλακας.

Χωρίς να του δώσει σημασία ο καφετζής σε μία στιγμή το έπιασε άξαφνα από το πετσί του σβέρκου και το πέταξε σπαρταριστό, και σκούζοντας, στο κάρο.

Ο σκουπιδιάρης καβάλησε, κούνησε τα γκέμια του αλόγου, και, σαν ξεκίνησε το κάρο, είπε του σκυλιού για να τα ακούσουνε οι άνθρωποι και πιο πολύ ο αρχιφύλακας που κάνει πως όλα τα ξέρει, που κάνει τον σπουδαίον και δεν καταδέχεται να πάρει από τους κατώτερους του γνώμη:

«-Φουκαργιάρικο, όλοι τους φαίνεται πως σε λυπούνται, και κανένας χριστιανός δε βρέθηκε να σε λυπηθεί αληθινά…γιατί όλοι λυπόσαντε τον εαυτό τους και σκεφτόσαντε πως θα πονάγανε αν τους είχε το τραμ τα δικά του πόδια να λιώσει. Σαν βγούμε πιο όξω, με την κόψη του φτιαριού θα σε κανονίσω. Μια να σου δώσω σου φτάνει για να ησυχάσεις».

Ο ένας αστυφύλακας με το χέρι στην τσέπη (εκείνη που έχει το κλομπ, βαστώντας το, έτοιμο στο χέρι, από συνήθεια που την έχει όταν πλησιάζει ανθρώπους συγκεντρωμένους, με σκοπό να τους διαλύσει με κάθε τρόπο) πήγε κοντά στους μαζεμένους ανθρώπους και τους είπε ευγενικά:

«-Σας παρακαλώ, κύριοι διαλυθείτε».


Το καναρίνι φούσκωνε το λαρύγγι του και ανέβαζε μια φούσκα αέρα στο λαιμό του ίσα με ένα ρεβύθι. Έβγανε μια γλυκεία, στρογγυλή, χαρούμενη και μαζί πένθιμη φωνή: χαιρότανε για την ομορφιά της ημέρας και θλιβότανε γιατί ήτανε σκλαβωμένο μέσα στο κλουβί.

Η γυναίκα του μάγερα έκαμε την τουαλέτα της και βγήκε για να κάμει τον πρωινό της περίπατο. Δουλειά στην κουζίνα του σπιτιού δεν είχε, γιατί τα φαγιά του σπιτιού ετοιμάζονται από τον άνδρα της στην κουζίνα του μαγεριού μαζί με τα φαγιά των πελατών.

Πέρασε από κείνο το μέρος, μπροστά στα αίματα, έκαμε ένα μορφασμό αηδίας-κείνο που για τους άλλους ήτανε τραγικό και τους συγκινούσε γ’ αυτήν ήτανε σιχαμερό- και τράβηξε για το «άλσος». Συνηθισμένη από τα κρέατα τα αίματα… από τα κοτόπουλα που σφάζει ο άνδρας της και βλέπει ή σφάζει και αυτή κάθε μέρα για το μαγέρικο…δεν μπορούσε ποτέ να την συγκινήσει το αίμα και μάλιστα αίμα σκυλιού· γι’ αυτό, φυσικά, της έφερε αηδία.

Στο άλσος που πήγε και κάθησε σε ένα παγκάκι, που είχε μπόλικο φάρδος-κάθησε στη μέση και το σανίδι λύγιζε λίγο- κάθισε αναπαυτικά γιατί έστρωσε όλος ο πισινός της και δεν κρεμότανε κρέατα, όπως στο κάθισμα, από τόνα μέρος κι από το άλλο, κι άρχισε με το ραχάτι της ακουμπώντας τα χέρια της στην πρησμένη κοιλιά της να πλέκει το καινούργιο της τσαντάκι.

Ευτυχισμένη γυναίκα γιατί ξέρει να ζει ευχάριστα…

Τι να τις κάμει τις μεγάλες χαρές· αυτές μονάχα κείνοι που ζούνε με θλίψεις και αγωνίες τις νιώθουν για μια στιγμή και πάλι πέφτουν στην αγωνία… εξαιτίας της ανησυχίας τους.



Υ.Γ Ειρήσθω εν παρόδω, θα επιθυμούσαμε να θέσουμε  προς τους "πνευματικούς και πολιτιστικούς ταγούς της πόλης" ένα ερώτημα: Σε ποιο μέρος της πόλης μπορεί να αναζητήσει και να βρει κάποιος το σημαντικό συνολικό έργο του Αμαλιαδίτη Γιώργη Ζάρκου; Που μπορούν να το βρουν τα παιδιά μας και να γνωριστούν με αυτό ( φυσικά και με το έργο και άλλων συμπολιτών μας); Συστηματικά, οργανωμένα, απροκατάλυπτα, με γνώση και πολιτισμό.   Μήπως μία φράση που κάποτε ακούστηκε σε μια συγκέντρωση νεολαίας σε μια άκρη του κόσμου "μείνε στην γνωστή αλήθεια" δεν ερμηνεύεται σωστά αν της αποδοθεί το νόημα να παγιδευτεί κάποιος στα δίχτυα της υποθετικής αλήθειας και αντίθετα μπορεί να σημαίνει και μια επανάσταση ενάντια στην οστεοποιημένης αλήθειας και  τις οστεοποιημένες συνθήκες, μια απαίτηση για αξιοπρεπή ζωή, μία αντίσταση στην ακινησία, ένα ξαναγέννημα, άλλη μια προσπάθεια να δραπετεύσει και να ξεφύγει κανείς από την κλειστότητα στιν ανοιχτό κόσμο; Γιατί αν προς  κάτι δείχνουν οι παλιότεροι είναι ότι ο πολιτισμός θέλει δημιουργούς και οχι μεταπράτες, θέλει την ουσία και όχι το θέαμα, την μονομέρεια, τις μάσκες την αυτοικανοποίηση και  το ανούσιο. Διότι χωρίς φαντασία και ευαισθησία μπορείς να παράγεις συνεχώς αλλά να μην δημιουργείς απολύτως τίποτα, για τίποτα και για κανέναν.

«Να λέει κανείς εμείς και να εννοεί εγώ είναι από τις πιο εξεζητημένες προσβολές» , Theodor Adorno


Thursday, 30 November 2017

«Σπουδαστήριο Αμαλιάδας»- Αναξίμανδρος και το άπειρο «Άπειρον»

Το φιλοσοφείν αναμφισβήτητα είναι παρά πολλά πράγματα. Ένα από τα πιο μεγάλα του χαρίσματα θεωρούμε όμως πως είναι η ιδιαίτερη σχέση με τον χρόνο που καλλιεργεί. Μία σχέση η οποία φέρνει ως αποτέλεσμα των εκμηδενισμό των τοίχων της φυλακής που θα ήθελε να κάνει τους ανθρώπους να μοιάζουνε στα πράγματα και ακόμη περισσότερο  στην συγκεκριμένη κοινωνία στην οποία ανήκουν. Διότι η φιλοσοφία δίνει την δυνατότητα να έρθουμε σε επαφή και να καταπιαστούμε με προβληματικές και κείμενα έξω από την «επικαιρότητα», να συντονίζουμε τη μνήμη μας και την σκέψη μας με την μνήμη της ανθρωπότητας και έτσι να ευρύνουμε και να επιμηκύνουμε τη ζωή μας. Στον άπειρο  χωροχρόνο της ανθρωπότητας.
Δεν είναι και λίγο πράμα μέσα στον ζόφο της καθημερινότητας να συνομιλούμε με μεγάλους ανθρώπους που προηγήθηκαν , να γνωρίζουμε πιο κριτικά τη ζωή τους και τη σκέψη τους,  να αναπτύσσουμε και να καλλιεργούμε, πέρα από ηλικίες, μια προσωπική σχέση με τις προηγούμενες γενιές να αισθανόμαστε ζωντανά την παρουσία τους και την ευφυΐα τους.
Εμείς στο «Σπουδαστήριο», αυτό το ιδιότυπο σχολείο αυτομόρφωσης ενηλίκων στην Αμαλιάδα, επιλέξαμε τις προάλλες,  και για τρεις συνεχόμενες συναντήσεις μας, να συνομιλήσουμε με τον μεγάλο αρχαϊκό , Ίωνα,  στοχαστή από  Μίλητο ,  Αναξίμανδρο, στα πλαίσια του κύκλου των συναντήσεων που τρέχει  για το έτος 2017-2018,  με τον τίτλο «Φιλοσοφικές και Αισθητικές Περιπλανήσεις».  
Η αναμέτρηση με την σκέψη του Αναξίμανδρου είναι στοχασμός και συνομιλία με την απειρότητα. Πως  όμως είναι δυνατόν το άπειρο να γίνει πιο οικείο, λιγότερο τρομακτικό και αβυσσαλέο, ένα άπειρο που παρ' όλη τη χαώδη του διάσταση να αναδεικνύει μια περατότητα , όχι καθαρή και θανατερή, μία περατότητα όχι ως αέναη διαδοχή του ιδίου και συρρίκνωση της ανθρώπινης ύπαρξης, μια περατότητα στην οποία ο άνθρωπος είναι ανακατωμένος με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και έχει εξομοιωθεί  με τα αντικείμενα, σε μια ζωή απείρως θνητών πραγμάτων με σίγουρη και αδιάφορη ημερομηνία  λήξης, μια δηλαδή βουβή, σαφή , αμιγή, παγερή, αδιάφορη, μηδαμινή και αμελητέα  περατότητα, αλλά αντιθέτως μια περατότητα αναμεμειγμένη «ψυχή τε και σώματι»  με το μεγάλο και «αΐδιο αντίθετό» της, την απειρότητα, σε ένα αέναο, γοητευτικό και μοιραίο  παιγνίδι όχι στον άλλο κόσμο αλλά στο παρόν;  Πόση σχέση έχουν αυτά και με το ερώτημα «της σημασίας του να έχει κάποιος να ζει», να ζει  όχι  δέσμιος και αιχμάλωτος της επικαιρότητας, των κανόνων που υπαγορεύονται από εξωτερικά πλαίσια και εφαρμόζονται υποσυνείδητα αν δεν ξέρει να παίρνει απόσταση, αλλά να ζει  αρνητικά ως προς τα πλαίσια και καταφατικά ως προς τη ζωή;
Ο Αναξίμανδρος δεν είναι μόνο φυσιολόγος όπως έλεγε ο Αριστοτέλης , δεν είναι μόνο ο πρώτος επιστήμονας, όπως πολύ συχνά αναφέρει η δική μας, σύγχρονη προβολή για αυτόν,  αλλά είναι ο πρώτος μεγάλος φιλόσοφος, ο πρώτος αληθινά τραγικός,  που εισάγει μία απείρως βαριά φιλοσοφική έννοια, έναν φιλοσοφικό ογκόλιθο, το Άπειρο,  και μέσα από αυτή μας καλεί να σκεφτούμε ανοιχτά, να σκεφτούμε  την αρνητικότητα, να σκεφτούμε  τα όρια, να σκεφτούμε στα όρια, ξεκινώντας από το ανέλπιδο να προσεγγίσουμε την ελπίδα, να σκεφτούμε τη ζωή και το θάνατο από την πλευρά της ζωής. Διότι το ανέλπιδο και η ελπίδα βρίσκονται σε σχέση γένεσης και καταστροφής και όλα αυτά  κατά τον Αναξίμανδρο γίνονται «κατὰ τὸ χρεών»  και κατά «κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν»,  εις την «ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον».
Το άπειρον σημαίνει άρνηση του κοινότυπου πεπερασμένου, σημαίνει να παίρνουμε αποστάσεις από όλα εκείνα που μας επιβάλλουν ή επιβάλλονται και μας κάνουν να μην είμαστε εμείς , σημαίνει να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε τις ανεπανόρθωτες ζημιές και απώλειες που συντελούνται, σημαίνει να αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά του θανάτου ως καταστροφή και εκμηδενισμό, από τον θάνατο ως προϋπόθεση της ζωής και αφετηρία αναζωογόνηση της, να αισθανόμαστε όλα  αυτά που χάνονται όταν οι άνθρωποι  δεν μιλούν, δεν επικοινωνούν, δεν γιορτάζουν. Διότι όπως έλεγε κάπου  ο Λακάν, και από μια άλλη σκοπιά,  «η επιθυμία μιμείται την άβυσσο του απείρου».
Όσο για εμάς, εκεί στο «Σπουδαστήριο», φαίνεται ότι ενδόμυχα  αναζητούμε αυτήν την ζωογόνο ανάσα που ελλοχεύει σε αυτήν την ιδιότυπη αλλά και τόσο φυσική «αγία τριάδα» (συνομιλία, επικοινωνία, εορτή), αυτό που αξίζει να αποκαλείται «σκέψη», με την ευρεία έννοια. Αν και είμαστε ακόμη λίγοι, πιστεύουμε ότι «αγαθότητα» είναι με το μέρος μας. Εσείς οι άλλοι,  για την ώρα , απλώς, χάνετε…


Ένα απόσπασμα της παρουσίασης για τον Αναξίμανδρο μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ όπου και  περιλαμβάνεται το μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα του αρχαϊκού στοχαστή που έχουμε στην διάθεσή μας: 

"λέγει δ' αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον,ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους·  ἐξ ὧν δὲγένεσίς ἐστι τοῖς οὖσικαὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν..."


Σιμπλίκιος, εις Φυσ. 24, 13 DK 12 a 9