Για το εμβληματικό κείμενο του Johann Wolfgang von Goethe «Φάουστ: μια τραγωδία» (μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, εκδ. Κείμενα).
Ολοκληρώνοντας τον Φάουστ του Γκαίτε, αυτό που μπορώ να καταθέσω ως το μέγα διακύβευμα της ανάγνωσής του είναι –κι ας ακουστεί παράξενο– η δυνατότητα μετάφρασης. Ειδικότερα δε, της διερεύνησης του κατά πόσον αυτή μπορεί να αποδώσει το πρωτότυπο κείμενο. Και ως παρεπόμενο βήμα, θα ήταν αδύνατο να μην αναφερθώ στη σθεναρή αντίσταση ενός πολυδαίδαλου κειμένου στις πλάγιες ματιές και τη διαγώνια ανάγνωση ενός σύγχρονου κοινού εθισμένου σε άλλου είδους παραστάσεις. Ας ξεκινήσω όμως από το ίδιο το έργο, προτού περάσω στα υπόλοιπα.
Ο Φάουστ αποτελείται από δύο μέρη
(συνολικά 12.111 στίχοι), με το δεύτερο –και πιο απαιτητικό– μέρος να χωρίζεται
σε πέντε πράξεις. Τα dramatis personae είναι πλέον γνωστά, μιας και
το πέρασμα των αιώνων και οι αμέτρητες αναφορές τούς προσέδωσαν μυθικές
διαστάσεις: Ο πανεπιστήμων Φάουστ, ο Μεφιστοφελής-Σατανάς, η αθώα Μαργαρίτα,
μαθητές, βοηθοί, ποιητές και παρατρεχάμενοι, μυθικά πρόσωπα όπως η ωραία Ελένη
και άλλοι ομηρικοί ήρωες, τέρατα, βιβλικές μορφές και, καθόλου απρόσμενα, ο
Θεός με τους αγγέλους. Ο αναγνώστης παρακολουθεί από τις εναρκτήριες σκηνές το
στοίχημα μεταξύ του Θεού και Μεφιστοφελή με έπαθλο την ψυχή του σεβάσμιου Δρ.
Φάουστ. Εν συνεχεία, την κάθοδο του Μεφιστοφελή στη Γη, την επαφή του με τον
Φάουστ και την κοινή πορεία τους στον χώρο και τον χρόνο, καθώς ο πρώτος
υπόσχεται να ικανοποιήσει καθεμιά επιθυμία του δεύτερου, με τίμημα την αθάνατη
ψυχή του – έως το τέλος, με τον υπερήλικα
πλέον Φάουστ να αποδίδει τα οφειλόμενα.
Έργο τιτάνιο του Γερμανού ποιητή, ο οποίος διέπραξε, θαρρείς, το ίδιο έγκλημα με τον ήρωά του, προκειμένου να φέρει εις πέρας τον Φάουστ κατά τη διάρκεια της ζωής του: Επιστρέφοντας σε τακτά διαστήματα, προσθέτοντας στίχους, πράξεις, οικοδομώντας, εμπλουτίζοντας το ήδη υπάρχον. Περιφρονώντας τον χρόνο, τον ίδιο εκείνο χρόνο που μέρα τη μέρα τον έσπρωχνε προς το αναπόφευκτο. Κάθε του στίχος και μια άρνηση, κάθε πράξη μια κραυγή ελευθερίας του Ανθρώπου που κοιτάζει με πάθος και απόγνωση το τέλος του, και εξίσου παθιασμένα και ανέλπιδα δεν παραδίδει την πένα του (το μόνο του όπλο ενάντια στο κενό) παρά μόνο όταν έχει γράψει στο τέλος το οριστικό «Finis».






























