wi

Η επιστήμη αυτοκτονεί όποτε υιοθετεί ένα δόγμα.

Thomas Huxley, 1825-1895, Βρετανός βιολόγος.

Το ανθρώπινο πόδι… ένα θαύμα της Μηχανικής.

Λεονάρντο Ντα Βίντσι, 1452-1519, Ιταλός σοφός.

Ο σκοπός της τέχνης είναι να δώσει στη ζωή σχήμα.

Γουίλιαμ Σαίξπηρ, 1564-1616, Άγγλος δραματουργός.

Pages

Showing posts with label ΒΙΒΛΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΒΙΒΛΙΑ. Show all posts

Saturday, 18 July 2026

Φάουστ: μια τραγωδία, του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε

Για το εμβληματικό κείμενο του Johann Wolfgang von Goethe «Φάουστ: μια τραγωδία» (μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, εκδ. Κείμενα).


Ολοκληρώνοντας τον Φάουστ του Γκαίτε, αυτό που μπορώ να καταθέσω ως το μέγα διακύβευμα της ανάγνωσής του είναι –κι ας ακουστεί παράξενο– η δυνατότητα μετάφρασης. Ειδικότερα δε, της διερεύνησης του κατά πόσον αυτή μπορεί να αποδώσει το πρωτότυπο κείμενο. Και ως παρεπόμενο βήμα, θα ήταν αδύνατο να μην αναφερθώ στη σθεναρή αντίσταση ενός πολυδαίδαλου κειμένου στις πλάγιες ματιές και τη διαγώνια ανάγνωση ενός σύγχρονου κοινού εθισμένου σε άλλου είδους παραστάσεις. Ας ξεκινήσω όμως από το ίδιο το έργο, προτού περάσω στα υπόλοιπα. 

Ο Φάουστ αποτελείται από δύο μέρη (συνολικά 12.111 στίχοι), με το δεύτερο –και πιο απαιτητικό– μέρος να χωρίζεται σε πέντε πράξεις. Τα dramatis personae είναι πλέον γνωστά, μιας και το πέρασμα των αιώνων και οι αμέτρητες αναφορές τούς προσέδωσαν μυθικές διαστάσεις: Ο πανεπιστήμων Φάουστ, ο Μεφιστοφελής-Σατανάς, η αθώα Μαργαρίτα, μαθητές, βοηθοί, ποιητές και παρατρεχάμενοι, μυθικά πρόσωπα όπως η ωραία Ελένη και άλλοι ομηρικοί ήρωες, τέρατα, βιβλικές μορφές και, καθόλου απρόσμενα, ο Θεός με τους αγγέλους. Ο αναγνώστης παρακολουθεί από τις εναρκτήριες σκηνές το στοίχημα μεταξύ του Θεού και Μεφιστοφελή με έπαθλο την ψυχή του σεβάσμιου Δρ. Φάουστ. Εν συνεχεία, την κάθοδο του Μεφιστοφελή στη Γη, την επαφή του με τον Φάουστ και την κοινή πορεία τους στον χώρο και τον χρόνο, καθώς ο πρώτος υπόσχεται να ικανοποιήσει καθεμιά επιθυμία του δεύτερου, με τίμημα την αθάνατη ψυχή του – έως το τέλος, με τον υπερήλικα πλέον Φάουστ να αποδίδει τα οφειλόμενα. 

Έργο τιτάνιο του Γερμανού ποιητή, ο οποίος διέπραξε, θαρρείς, το ίδιο έγκλημα με τον ήρωά του, προκειμένου να φέρει εις πέρας τον Φάουστ κατά τη διάρκεια της ζωής του: Επιστρέφοντας σε τακτά διαστήματα, προσθέτοντας στίχους, πράξεις, οικοδομώντας, εμπλουτίζοντας το ήδη υπάρχον. Περιφρονώντας τον χρόνο, τον ίδιο εκείνο χρόνο που μέρα τη μέρα τον έσπρωχνε προς το αναπόφευκτο. Κάθε του στίχος και μια άρνηση, κάθε πράξη μια κραυγή ελευθερίας του Ανθρώπου που κοιτάζει με πάθος και απόγνωση το τέλος του, και εξίσου παθιασμένα και ανέλπιδα δεν παραδίδει την πένα του (το μόνο του όπλο ενάντια στο κενό) παρά μόνο όταν έχει γράψει στο τέλος το οριστικό «Finis».

Saturday, 3 May 2025

Henry James (Χένρυ Τζέημς) - ένας μεγάλος συγγραφέας

    

 Ο Henry James OM* (Χένρυ Τζέημς) ήταν Αμερικανο-Βρεττανός συγγραφέας με αρκετά πολυσέλιδα μυθιστορήματα, που μερικά απ' αυτά θεωρούνται (κι είναι) αριστουργηματικά, ήτανε σπουδαίος στυλίστας, οξυδερκής και βαθιά ατμοσφαιρικός δημιουργός, που ξεκίνησε σα ρεαλιστής για να ωριμάσει και να εξελιχθεί σε συγγραφέα υπαινικτικό που δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια ανατέμνοντας τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Το έργο του χαρακτηρίστηκε από έντονο κοσμοπολιτισμό, λατρεία προς την Ευρώπη κι ειδικότερα τη Βρεττανία. Οι οξυδερκείς περιγραφές των Αμερικανών στην Ευρώπη, των αστικών σαλονιών, των αφελών συμπατριωτών μπρος στους πιο προηγμένους πνευματικά Ευρωπαίους, οι διαφορές των 2 ηπείρων -η αποξένωση των ανθρώπων, τα βάσανα των ανεξάρτητων γυναικών, ο γάμος κι οι επιπτώσεις του, η καλυμμένη ομοφυλοφιλία, οι Βικτωριανοί κώδικες, η υποκρισία της αστικής τάξης, κυριαρχούνε στα έργα του που σε συνδυασμό με τη λεπτότητα και το απαράμιλλο ύφος του λόγου του, τα καθιστούν ακαταμάχητα. Θεωρείται βασική μεταβατική φιγούρα μεταξύ λογοτεχνικού ρεαλισμού και λογοτεχνικού μοντερνισμού και θεωρείται από πολλούς απ' τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους στην αγγλική γλώσσα. Ήτανε γιος του Henry James του πρεσβύτερου κι αδελφός του φιλόσοφου και ψυχολόγου William James και της ημερολογιογράφου Alice James.

___________________
ΟΜ=Το Τάγμα της Αξίας είναι ένα παράσημο αξίας για τα βασίλεια της Κοινοπολιτείας, που αναγνωρίζει τη διακεκριμένη υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις, την επιστήμη, τη τέχνη, τη λογοτεχνία ή τη προώθηση του πολιτισμού. Ιδρύθηκε το 1902 από τον Εδουάρδο Ζ', η είσοδος στο τάγμα παραμένει το προσωπικό δώρο του Κυρίαρχου του -προς το παρόν του δισέγγονου του Εδουάρδου Ζ', Κάρολο Γ'- και περιορίζεται σε 24 ζωντανούς παραλήπτες από τα βασίλεια της Κοινοπολιτείας, συν ένα περιορισμένο αριθμό των επίτιμων μελών. Ενώ όλα τα μέλη έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τα μεταγενέστερα γράμματα OM και να φοράνε το σήμα του τάγματος, η προτεραιότητα του Τάγματος Αξίας μεταξύ άλλων τιμών διαφέρει μεταξύ των χωρών.
------------------------------

     Είναι περισσότερο γνωστός για τα μυθιστορήματά του που ασχολούνται με την κοινωνική και συζυγική αλληλεπίδραση μεταξύ των εμιγκρέδων Αμερικανών, των Άγγλων και των ηπειρωτικών Ευρωπαίων, όπως Το Πορτραίτο Μιας Κυρίας. Τα μεταγενέστερα έργα του, όπως Οι ΠρεσβευτέςΤα Φτερά Του Περιστεριού και Το Χρυσό Μπωλ, ήταν όλο και πιο πειραματικά. Περιγράφοντας εσωτερικές καταστάσεις του νου και τη κοινωνική δυναμική των χαρακτήρων του, συχνά έγραφε με ύφος που διφορούμενα ή αντιφατικά κίνητρα κι εντυπώσεις επικαλύπτονταν ή αντιπαραβάλλονταν στη συζήτηση της ψυχής ενός χαρακτήρα. Για τη μοναδική αμφισημία τους, καθώς και για άλλες πτυχές της σύνθεσής τους, τα τελευταία έργα του έχουνε συγκριθεί με την ιμπρεσιονιστική ζωγραφική.  Η νουβέλα του The Turn of the Screw (Το Στρίψιμο Της Βίδας) έχει κερδίσει τη φήμη ως η πιο αναλυμένη και διφορούμενη ιστορία φαντασμάτων στην αγγλική γλώσσα και παραμένει το πιο ευρέως προσαρμοσμένο έργο του μεταξύ άλλων. Έγραψε κι άλλες αξιόλογες ιστορίες φαντασμάτων όπως το The Jolly Corner (Η χαρούμενη γωνιά). Δημοσίευσε βιβλία κριτικής κι άρθρα ταξιδιών, βιογραφίας, αυτοβιογραφίας και θεατρικών έργων.
     Γεννήθηκε στο 21 Washington Place (απέναντι από τη Washington Square) στη Νέα Υόρκη στις 15 Απρίλη 1843, μα έζησε κυρίως στην Ευρώπη ως νεαρός και τελικά εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, έγινε Βρεττανός το 1915, έν έτος πριν το θάνατό του. Προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1911, το 1912 και το 1916. Ο Μπόρχες είπε: "Έχω διαβάσει μερικές λογοτεχνίες της Ανατολής και της Δύσης. Έχω συντάξει μια εγκυκλοπαιδική συλλογή φανταστικής λογοτεχνίας. Έχω μεταφράσει ΚάφκαΜέλβιλ και Μπλόι. Δεν ξέρω πιο ξένο έργο απ' αυτό του Χένρυ Τζέημς". Κι όπως έγραψε ο T.S.Eliot, "Το επίκεντρο στα έργα του Τζέημς, δεν είναι κάποιος χαρακτήρας ή έστω ομάδα χαρακτήρων μέσα σε μια πλοκή (...). Είναι πάντα μια κατάσταση, μια σχέση, μια ατμόσφαιρα, που συνεισφέρουνφ τα πρόσωπα μόνον όσο τους επιτρέπει ο συγγραφέας".

Saturday, 27 February 2021

Τρία νέα βιβλία σε δύσκολες εποχές

Γράφει ο Γιώργος Γιαννόπουλος.

Tρία βιβλία που κοσμούν, μαζί με άλλα, την βιβλιοθήκη του ΕΝΕΚΕΝ.

Την ζοφερή περίοδο της πανδημίας, με το δυστοπικό μέλλον που επιδιώκουν για τις κοινωνίες και τους λαούς οι δυνάστες του κεφαλαίου, επειδή φοβούνται την γενικευμένη τους εξέγερση που αυτή την φορά θα έχει παγκόσμιο χαρακτήρα, παρακάμπτοντας την φλυαρία, την απογοήτευση, την αίσθηση ματαίωσης και τον αποπροσανατολισμό της εικονικής «πραγματικότητας» του διαδικτύου επιλέξαμε να εκδώσουμε έργα σημαντικών στοχαστών και κοινωνικών αγωνιστών ο βίος και το έργο των οποίων είναι« γεμάτος απελευθερωτικά οράματα και νόημα». Τα βιβλία που κοσμούν, μαζί με άλλα, την βιβλιοθήκη του ΕΝΕΚΕΝ είναι:


1905
Το 1905, βιβλίο του Λέοντα Τρότσκι, κυκλοφορεί για πρώτη φορά φορά στην ελληνική γλώσσα. Πρόκειται για ένα εμβληματικό έργο του μεγάλου επαναστάτη και θεωρητικού που περιγράφει στην γέννησή του το φαινόμενο των σύγχρονων μεγάλων επαναστάσεων που θα αλλάξουν την παγκόσμια ιστορία. Ο Τρότσκι που σε ηλικία 25 ετών εκλέχτηκε στο προεδρείο του σοβιέτ της τότε Πετρούπολης, ενός δημοκρατικού, πολυφωνικού και πολυκομματικού επαναστατικού θεσμού, απέδειξε όχι μόνον ότι στην επανάσταση η νεολαία αποκαλύπτει τον βαθύτατα δημιουργικό και προοδευτικό της χαρακτήρα, που σαν δροσερό αεράκι έρχεται να αναζωογονήσει την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά κι ότι οι μεγάλες κοινωνικές και λυτρωτικές αλλαγές υλοποιούνται με την μαζική είσοδο και συμμετοχή των μαζών στην οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα. Με την εξαίρετη γραφίδα του ο Τρότσκι παρατηρεί: «Να ένας νεαρός που είδε το πρόσωπο του θανάτου: τα μαλλιά του άσπρισαν αυτοστιγμεί. Να ένα δεκάχρονο αγόρι που παραφρόνησε από τα ακρωτηριασμένα πτώματα των γονιών του. Να ένας στρατιωτικός γιατρός που πέρασε όλα τα μαρτύρια της πολιορκίας του Πορτ Άρθουρ, αλλά που ανίκανος να αντέξει λίγες ώρες στο πογκρόμ της Οδησσού βυθίστηκε στην αιώνια νύχτα της παράνοιας. Ο Θεός να σώζει τον Τσάρο! Τα θύματα, αιματοβαμμένα, καψαλισμένα, αλλόφρονα, ψάχνουν ακόμη σωτηρία μέσα στον εφιάλτη. Μερικά φοράνε τα ματωμένα ρούχα ανθρώπων ήδη νεκρών, ξαπλώνουν σ’ έναν σωρό πτωμάτων και κρύβονται εκεί για μια ολόκληρη μέρα, για δύο ή τρεις μέρες... Άλλα πέφτουν στα γόνατα μπροστά στους αξιωματικούς, τους αστυνομικούς, τον εισβολέα, τείνουν τα χέρια τους, σέρνονται στη σκόνη, φιλούν τις μπότες των στρατιωτών, ικετεύουν για έλεος. Σε απάντηση ακούνε μόνο το μεθυσμένο γέλιο: «Ήθελες ελευθερία; Να, κοίτα, αυτή είναι».
Σε αυτές τις λέξεις συμπυκνώνεται όλη η καταχθόνια ηθική της τακτικής του πογκρόμ. Ο αλήτης του ξενώνα, μπουκωμένος με αίμα, βιάζεται να προχωρήσει παραπέρα. Είναι ικανός για τα πάντα, τολμά τα πάντα, είναι βασιλιάς. Ο Λευκός Τσάρος τού έχει επιτρέψει τα πάντα: να ζήσει ο Λευκός Τσάρος! Κι ο αλήτης δεν σφάλει. Δεν είναι κανείς άλλος παρά ο αυτοκράτορας πασών των Ρωσιών, ο ανώτατος προστάτης αυτής της ημι-επίσημης συμμορίας πογκρομιστών και κλεφτών, της συμπλεγμένης με την επίσημη γραφειοκρατία, που μπορεί να συγκαταλέγει στις τάξεις της πάνω από εκατό μείζονες τοπικούς αξιωματούχους, και της οποίας το επιτελείο ανήκει στην αυλική καμαρίλα. Νωθρός στη σκέψη και φοβισμένος, μια πανίσχυρη μηδαμινότητα, θύμα προκαταλήψεων αντάξιων ενός Εσκιμώου, με το βασιλικό αίμα στις φλέβες του δηλητηριασμένο απ’ τις φαυλότητες πολλών γενεών, ο Νικόλαος Ρομανόφ, όπως πολλοί του επαγγέλματός του, συνδυάζει τον βρομερό αισθησιασμό με την απαθή βαναυσότητα...»
Διαλεκτική, Αλήθεια, Πράξη

Το βιβλίο του Κάρελ Κοσίκ, Διαλεκτική, Αλήθεια, Πράξη συγκεντρώνει μια σειρά δοκιμίων του «πολύ σημαντικού Τσέχου φιλόσοφου», όπως σημειώνει στην εκτενή και διαφωτιστική εισαγωγή του βιβλίου ο μεταφραστής και δοκιμιογράφος Μάριος Δαρβίρας, που μετέφρασε από την τσεχική για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα τα δοκίμια του σπουδαίου αυτού στοχαστή. Γράφει ο Κοσίκ: «Ο άνθρωπος και μόνον ο άνθρωπος πραγματοποιεί τον εαυτό του στην ιστορία. Κατά συνέπεια, η ιστορία δεν είναι τραγική, αλλά το τραγικό είναι στην ιστορία, δεν είναι παράλογη, αλλά το παράλογο αναδύεται στην ιστορία. Δεν είναι σκληρή, αλλά οι σκληρές πράξεις διαπράττονται στην ιστορία. Δεν είναι γελοία, αλλά το κωμικό ξεδιπλώνεται στην ιστορία. Τα ιστορικά στάδια διαχέονται το ένα το άλλο με κάποια τάξη και σύμφωνα με συγκεκριμένους νόμους, αλλά ποτέ δεν φτάνουν σε μια οριστική κορύφωση ή ένα αποκαλυπτικό τέλος. Καμία ιστορική εποχή δεν είναι μόνο μια μετάβαση σε μια άλλη φάση, ούτε βρίσκεται ποτέ αποκλειστικά «σε άμεση σχέση με τον Θεό». Σε κάθε εποχή οι τρεις διαστάσεις του χρόνου επικαλύπτονται. Εξαιτίας των προϋποθέσεών της, κάθε εποχή συνδέεται με το παρελθόν, οι συνέπειές της επεκτείνονται στο μέλλον και η δομή της εδράζεται σταθερά στο παρόν.
Η θεμελιώδης προϋπόθεση της ιστορίας είναι η δημιουργία της από τους ανθρώπους. Η δεύτερη βασική προϋπόθεση είναι η αναγκαιότητα της συνέχειας αυτής της διαδικασίας. Η ιστορία είναι δυνατή μόνο επειδή ο άνθρωπος δεν ξεκινά ποτέ από την αρχή, αλλά συνδέεται με την εργασία και τα αποτελέσματα των προηγούμενων γενεών. Εάν η ανθρωπότητα έπρεπε κάθε φορά να ξεκινάει από την αρχή και αν κάθε προσπάθεια ήταν χωρίς προϋποθέσεις, η ανθρωπότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιήσει καποιο βήμα προς τα εμπρός και η ύπαρξη της ανθρωπότητας θα περιοριζόταν σε περιοδικές επαναλήψεις αρχών και απόλυτων εσχάτων». Κι όπως παρατηρεί ο Δαρβίρας: «Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’40 είχε κάνει μια καίρια επισήμανση για τον Φραντς Κάφκα, χωρίς να έχει υπ’ όψιν του το σχετικό υλικό με τα νεανικά έργα του. Κάποια στιγμή λοιπόν, εκείνη την εποχή, είχε πει με νόημα: «Ο Κάφκα είναι ανεξάντλητος στο να αναπαριστά τη χειρονομία. Αλλά αυτό δεν γίνεται χωρίς να προϋπάρξει η έκπληξη. Από τη χειρονομία του ανθρώπου αφαιρεί το ξεπερασμένο της νόημα και την κάνει αντικείμενο στοχασμών χωρίς τέλος». Πιστεύουμε πως δεν κάνουμε λάθος να ισχυριστούμε πως η παραπάνω επισήμανση για το έργο του Γερμανο-εβραίου συγγραφέα από την Πράγα, ισχύει στο ακέραιο, αυτή τη φορά όμως, για τη φιλοσοφική παρακαταθήκη του σημαντικού συμπολίτη του»...
Πολιτισμός και Επανάσταση

Το τρίτο βιβλίο από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ είναι του Michael Löwy με τίτλο Πολιτισμός και Επανάσταση. Το βιβλίο συγκεντρώνει μια σειρά δοκιμίων χαρακτηριστικών του εύρους και το βάθος της σκέψης ενός από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους στοχαστές της εποχής μας.
Γράφει ο Löwy στον πρόλογο του βιβλίου: «Με μια γρήγορη ματιά στα περιεχόμενα του βιβλίου υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί έκπληξη... Η κύρια εντύπωση είναι ότι πρόκειται για μια πραγματική διασπορά. Το σύνολο είναι ετερόκλητο, διασκορπισμένο, κομματιασμένο. Η διασπορά δεν είναι μόνο γεωγραφική ―Κεντρική Ευρώπη, Λατινική Αμερική, Γαλλία― αλλά επίσης θεματική και επιστημονική. Γίνονται φυσικά αναφορές στον Μαρξ, αλλά και στον Αντόρνο, στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, στον Ερνέστ Μαντέλ μεταξύ πολλών άλλων. Τα θέματα κινούνται από τον ρομαντισμό στον οικο-σοσιαλισμό, περνώντας από το θρησκευτικό φαινόμενο, τη θεωρία του μυθιστορήματος, τον φασισμό και άλλα... Υπάρχει ένα καθοδηγητικό νήμα σ’ αυτή την Καπερναούμ; Αναμφισβήτητα πρόκειται για τον Μαρξ και την ιδέα της επανάστασης...» για να συμπληρώσει: «Οι μεγάλοι αγώνες στην εποχή μας διεξάγονται αναπόσπαστα στο πεδίο του πολιτισμού και της πολιτικής. Αγώνες ενάντια στην επονείδιστη κυρίαρχη αστική τάξη, ενάντια στη Λερναία Ύδρα του νεοφιλελευθερισμού, με τα χιλιάδες σαρκοβόρα κεφάλια, ενάντια στην αναβίωση στον 21ο αιώνα νέων μορφών του αποκρουστικού τέρατος του φασισμού, ενάντια στην καταστροφή του κοινού οίκου όλων μας, που είναι η Φύση, από αυτό το δομικά διεστραμμένο σύστημα που είναι ο καπιταλισμός.
Κάθε αγώνας στο πεδίο της μάχης, ακόμη και μικρής εμβέλειας πρέπει να υποστηριχθεί. Ξέρουμε ωστόσο ότι χωρίς την επαναστατική μεταμόρφωση της κοινωνίας τα βασικά προβλήματα θα παραμείνουν άλυτα. Όπως έλεγε ο φίλος μου Daniel Bensaid, η επανάσταση είναι ένας ηθικός ορίζοντας «χωρίς τον οποίο η βούληση μας εγκαταλείπει, το πνεύμα της αντίστασης συνθηκολογεί, η συνέπεια εξαντλείται, η παράδοση χάνεται». Ωστόσο, σε κάθε επαναστατική στρατηγική, ο αγώνας για την πολιτισμική ηγεμονία, η μάχη των ιδεών αποτελούν μια ουσιαστική διάσταση. Στη σύγκρουση αυτή όλες οι επιστήμες έχουν να παίξουν έναν ρόλο, ακόμη, πιθανόν και μια κοινωνιολογία (μαρξιστική) του πολιτισμού».
Καλή ανάγνωση και ... σας περιμένουμε...

Tuesday, 27 October 2020

Ο συγγραφέας μιλά με τον εαυτό του- Κ. Τσάπεκ

 


Τι θα γινόταν αν θα έπρεπε κανείς να πολεμήσει εναντίον ενός είδους γιγαντιαίων νεωτερικών σαλαμανδρών;

Ο Κάρελ Τσάπεκ (Karel Čapek, 9 Ιανουαρίου 1890 - 25 Δεκεμβρίου 1938)  ήταν Τσέχος μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, γεννημένος στο Μάλε Σβατονόβιτσε της ανατολικής Βοημίας , που εκείνη την εποχή  τότε ανήκε  Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Για την ιστορία θα αναφέρουμε πως δύο τσέχοι συνάδελφοί του συγγραφείς , σύγχρονοι με αυτόν, σημάδεψαν επίσης ανεξίτηλα την ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας : ο Γιαροσλάβ Χάσεκ ( Jaroslav Hašek)  γράφοντας στα Τσεχικά όπως ο Τσάπεκ και ο Φράντς Κάφκα ( Franz Kafka) γράφοντας στα Γερμανικά. Ο Τσάπεκ σπούδασε Φιλοσοφία και Φιλολογία σε τσεχικά, γερμανικά και γαλλικά πανεπιστήμια και εκτός από την Τσεχική μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά. Ήταν ένα αληθινό παράδειγμα ενός κεντροευρωπαίου φωτισμένου διανοούμενου και, ευτυχώς για εμάς και για τη λογοτεχνία, παρέκαμψε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω των χρόνιων ιατρικών του προβλημάτων που τον κατέστησαν ακατάλληλο για μάχη. Ο Κ. Τσάπεκ πέθανε στην Πράγα το 1938, λίγο μετά τη δημοσίευση του έργου του Πόλεμος με τις Σαλαμάνδρες . Τολμούμε να πούμε ότι μας άφησε τη σωστή στιγμή, δεδομένου ότι η γνωστή στάση του εναντίον του φασισμού θα τον οδηγούσε με βεβαιότητα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης μόλις οι Ναζί κατέλαβαν την Τσεχοσλαβακία. Στην πραγματικότητα, ο αδερφός του, ο ζωγράφος και ποιητής Γιόζεφ Τσάπεκ , δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν το 1945.

Wednesday, 29 April 2020

Γιάροσλαβ Χάσεκ- Ο Σωσμένος


Σίγουρα δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που ο Πάταλ έπρεπε να κρεμαστεί. Όποιο κι αν ήταν όμως το έγκλημά του, δεν μπόρεσε να κρύψει το χαμόγελό του όταν ο δεσμοφύλακας εκείνη τη νύχτα, πριν από το πρωί που είχε προγραμματιστεί να τον κρεμάσουν, του έφερε στο κελί ένα μπουκάλι κρασί και ένα κομμάτι καλοψημένου μοσχαρίσιου συκωτιού.
«Αυτά είναι για μένα;» ρώτησε.
«Ναι» αποκρίθηκε ο δεσμοφύλακας θλιμμένα, «απολαύστε τώρα στο τέλος ό,τι μπορείτε περισσότερο. Θα σας φέρω ακόμη καμιά αγγουροσαλάτα, διότι δεν μπορούσα να τα πάρω όλα μαζί μου μεμιάς. Έρχομαι αμέσως. Θα σας φέρω επίσης και κουλουράκια. Επιστρέφω αμέσως».
Ο Πάταλ κάθισε αναπαυτικά στο τραπέζι και, χαμογελώντας, δάγκωσε ευτυχισμένος το καλοψημένο κρέας. Όπως φαίνεται, ήταν λίγο κυνικός, κατά τ’ άλλα όμως ήταν ένας τελείως λογικός άνθρωπος, που προσπαθούσε να απολαύσει μέσα στον κόσμο οτιδήποτε θα μπορούσε να απολαύσει κανείς αυτές τις ελάχιστες εναπομείνασες ώρες ζωής που είχαν καθοριστεί από το δικαστήριο.
Μια σκέψη μόνο στριφογύριζε συνεχώς στο μυαλό του και τον βασάνιζε λίγο: ότι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που το ίδιο πρωί του είχαν ανακοινώσει πως το αίτημα για απονομή χάριτος που υπέβαλε είχε απορριφθεί και επομένως η εκτέλεση της ποινής θα πραγματοποιούνταν κανονικά μέσα σε 24 ώρες –ώστε ο κατάδικος να είναι σε θέση να προετοιμαστεί κατάλληλα για την επιτυχή εφαρμογή της και την τακτοποίηση αυτής της εκκρεμότητας–, όλοι εκείνοι που θα τον μετέφεραν στον τόπο εκτέλεσης, θα τον εκτελούσαν και θα αντίκριζαν τον θάνατό του, όλοι εκείνοι λοιπόν, την επόμενη μέρα, τη μεθεπόμενη, και ούτω καθεξής, θα παρέμεναν ζωντανοί και ήσυχοι, θα επέστρεφαν κανονικά στις οικογένειές τους, ενώ αυτός δεν θα υπήρχε πια.
Φιλοσοφούσε έτσι, τρώγοντας παράλληλα το συκώτι, και όταν του έφεραν τη σαλάτα και τα κουλουράκια, σηκώθηκε όρθιος και εξέφρασε την επιθυμία να του φέρουν μια πίπα και λίγο καπνό.
Του αγόρασαν, λοιπόν, ό,τι ήθελε για να μπορέσει άνετα να καπνίσει. Ο ίδιος ο φρουρός τού άναψε τη φωτιά και του επέσεισε την προσοχή στην πίστη που έπρεπε να έχει στην απεριόριστη χάρη του Θεού. Αν εδώ στη Γη όλα είχαν ήδη χαθεί, τίποτα δεν είχε ακόμα χαθεί στον Ουρανό.
Ο κατάδικος Πάταλ παρακάλεσε για μια μερίδα ζαμπόν ακόμη και ένα λίτρο κρασί.
«Θα πάρετε όλα όσα επιθυμείτε» του είπε ο φρουρός, «άνθρωποι του είδους σας θα πρέπει να εξυπηρετούνται».
«Φέρτε μου επίσης δύο λουκάνικα και λίγη κρέμα. Ακόμα, θα ήθελα ένα λίτρο μαύρο κρασί».
«Όλα θα σας τα φέρουμε, πηγαίνω αμέσως να σας εξυπηρετήσω» είπε ευγενικά ο φρουρός. «Γιατί, άλλωστε, να μη σας ευχαριστήσουμε; Η ζωή είναι τόσο μικρή και ο άνθρωπος θα πρέπει να απολαμβάνει όλα όσα μπορεί και προλαβαίνει». 
Όταν έφερε τα πράγματα που του είχαν ζητηθεί, ο φρουρός συνέχισε να φιλοσοφεί μαζί με τον Πάταλ, ο οποίος του ανακοίνωσε ότι ήταν πλέον απολύτως ικανοποιημένος.
«Ω, Θε μου» φώναξε ο Πάταλ, όταν τα είχε πια όλα καταβροχθίσει, «έχω ακόμα τρομερή όρεξη για ένα συκωτάκι από το Ντέμπρετσεν, λαδερές σαρδέλες, τυρί γκοργκοντζόλα και άλλα καλούδια».

«Θα έχετε ό,τι επιθυμείτε» αποκρίθηκε ο φρουρός «και, μα την ψυχή μου, είμαι πολύ χαρούμενος που όλα σας αρέσουν τόσο πολύ. Ελπίζω, βέβαια, μέχρι αύριο το πρωί να μην κάνετε καμιά ανοησία και μου κρεμαστείτε μόνος σας. Βλέπω, όμως, ότι είστε τίμιος άνθρωπος. Άλλωστε, τι θα κερδίζατε με κάτι τέτοιο, κύριε Πάταλ, τι νόημα θα είχε αν αυτό δεν πραγματοποιηθεί φυσιολογικά, από μόνο του και μέσω της επίσημης οδού; Σαν τίμιος άνθρωπος, είμαι, μα την ψυχή μου, σίγουρος πως ούτε κατά διάνοια δεν θα κάνατε τέτοιο κακό στον εαυτό σας. Αλήθεια, δεν θα θέλατε ακόμη ένα ποτηράκι μπίρα; Ή μήπως καλύτερα δύο; Η μπύρα σήμερα είναι εξαιρετική. Πίνεται άριστα με το τυρί γκοργκοντζόλα. Θα σας φέρω, λοιπόν, δύο ποτηράκια, αγαπητέ φίλε, για να πιείτε κρασί και με τις σαρδέλες και με το συκωτάκι. Αυτά ταιριάζουν μαζί καλύτερα».
Σύντομα, το κελί γέμισε από τη μυρωδιά όλων εκείνων των πραγμάτων και, ανάμεσα σε αυτό το μίγμα, καθόταν ευχαριστημένος ο Πάταλ, τρώγοντας ανυπόμονα το τυρί, τις σαρδέλες, πίνοντας κρασί, μπίρα ή οτιδήποτε έπιανε στα χέρια του.
Είχε βυθιστεί σε μια ευχάριστη σκέψη, πως τάχα βρισκόταν σε μια βεράντα εστιατορίου, μέσα σε ένα δάσος με κλαδιά και φύλλα που λαμπύριζαν στο φως του ήλιου, και περνούσε ελεύθερος μια βραδιά μέσα σε όλη αυτή τη χλιδή. Και στη θέση του χοντρού φρουρού, που στην πραγματικότητα στεκόταν απέναντί του, βρισκόταν στη φαντασία του ο ξενοδόχος, ο οποίος του μιλούσε συνεχώς, εξαναγκάζοντάς τον για ποτό, όπως και ο πρώτος.
«Πείτε μου ανέκδοτα» παρακάλεσε ο Πάταλ τον δεσμοφύλακα και εκείνος με θέρμη του διηγήθηκε κάποια από τα τελευταία ανέκδοτα με περιεχόμενο από το περιβάλλον της Πράγας, όπως είπε ο ίδιος.
Ο Πάταλ εξεδήλωσε την επιθυμία του για μερικά φρούτα, γλυκά ή μαλακά κουλουράκια και ένα φλιτζάνι μαύρο καφέ. Η επιθυμία του εκπληρώθηκε. 
Όταν τελείωσε, ήρθε ο πνευματικός της φυλακής να τον εξομολογήσει. Ήταν ευχάριστος άνθρωπος, καθόλου απόμακρος, φιλικός, όπως άλλωστε όλοι εκείνοι γύρω του που τον φρόντιζαν τόσο πολύ, τον είχαν καταδικάσει σε θάνατο και την επομένη θα τον κρεμούσαν. Είχαν όλοι τους χαρωπά πρόσωπα και κοινωνικά ήταν πολύ ευχάριστοι.
«Ο Θεός να σας ευλογεί, τέκνον μου» είπε ο ιερωμένος, χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο. «Αύριο, νωρίς το πρωί, τα βάσανά σας θα τελειώσουν. Μην απογοητεύεστε. Εξομολογηθείτε και κοιτάξτε τον κόσμο με αισιοδοξία, με πίστη στον Θεό, διότι ο Θεός χαίρεται με τον αμαρτωλό που μετανοεί. Υπήρξαν άνθρωποι που δεν εξομολογήθηκαν, που όλη τη νύχτα βάδιζαν από τη μια πλευρά του κελιού στην άλλη ουρλιάζοντας. Ξέρω ότι δεν είναι ευχάριστο συναίσθημα, ότι μπορεί και να σου στρίψει, αλλά αυτός που εξομολογείται, ακόμη και εδώ στο κελί, αυτή την τελευταία νύχτα, παίρνει τον ύπνο του δικαίου. Και βυθίζεται στη χαρά. Σας διαβεβαιώ, τέκνον μου, και σεις θα αισθανθείτε έτσι αν καθαρίσετε την ψυχή σας από την αμαρτία».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Πάταλ χλώμιασε. Κάτι του γύρισε το στομάχι, ένιωσε πολύ άσχημα και άρχισε να κάνει εμετό. Το πρόβλημα δεν τελείωσε εκεί όμως, διότι άρχισε αμέσως να έχει τρομερούς στομαχικούς σπασμούς και στο μέτωπό του να τρέχει κρύος ιδρώτας.
Ο πνευματικός της φυλακής τρόμαξε. Νέοι σπασμοί, συνοδευμένοι από ρίγη, έκαναν συνεχώς την εμφάνισή τους. Ο Πάταλ, από τους αβάσταχτους πόνους, τυλίχθηκε σε μια γωνιά σαν κουβάρι.
Γρήγορα ήρθαν οι φρουροί και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της φυλακής. Οι ιατροδικαστές στριφογύριζαν αμήχανοι τα κεφάλια τους. Μέχρι το βράδυ, είχε κάνει πολύ υψηλό πυρετό με ρίγη και στις δώδεκα τα μεσάνυχτα οι γιατροί ανακοίνωσαν ότι η κατάστασή του ήταν πλέον πολύ κρίσιμη, ενώ ομόφωνα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για δηλητηρίαση.
Τους βαριά αρρώστους που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο δια απαγχονισμού δεν τους κρεμάνε, γι’ αυτό και εκείνη τη νύχτα δεν στήθηκε κρεμάλα.
Αντί γι’ αυτό, έκαναν στον Πάταλ πλύση στομάχου και, μετά την ανάλυση των υπολειμμάτων φαγητού που πήραν από το στομάχι του, εξακριβώθηκε η ύπαρξη πτωματικού δηλητηρίου σε μερικά τμήματα των λουκάνικων, που τώρα πια βρίσκονταν όλα μαζί σε ένα πιάτο, ανάμεσα στα άλλα μη δηλητηριασμένα μέρη που είχαν αντληθεί από το στομάχι του.
Αμέσως διατάχθηκε και έγινε επιθεώρηση στον χασάπη από τον οποίο είχε γίνει η προμήθεια των λουκάνικων και βρέθηκε ότι ο τελευταίος δεν τηρούσε τους υγειονομικούς κανόνες, διότι δεν έβαζε τα λουκάνικα στον πάγο. Το θέμα παραπέμφθηκε στην προϊστάμενη αρμόδια αρχή, η οποία τιμώρησε δεόντως τον χασάπη για το αδίκημα της θέσης προσώπου σε μεγάλο σωματικό κίνδυνο.
Ανάμενα στους γιατρούς οι οποίοι εξέτασαν τον Πάταλ βρέθηκε ένας νέος και καλός γιατρός, ο οποίος, από δικό του ενδιαφέρον, μελέτησε όλο το ιστορικό της ασθένειας του Πάταλ και προσπάθησε με πάθος να τον κρατήσει στη ζωή, αφού η περίπτωση ήταν βαριά.
Ολημερίς και ολονυχτίς περιέθαλπε με ιδιαίτερο ζήλο τον ασθενή, κι έτσι, μετά από δεκατέσσερις ημέρες, ήταν σε θέση να του ανακοινώσει με ένα φιλικό χτυπηματάκι στην πλάτη: «Σωθήκατε!».
Την άλλη μέρα, ο Πάταλ απαγχονίστηκε κανονικά, διότι η σωματική του κατασκευή άντεχε ήδη τη θηλιά.
Ο χασάπης, ο οποίος με τα χαλασμένα λουκάνικα παρέτεινε τη ζωή του Πάταλ για δεκατέσσερις ολόκληρες ημέρες, καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών εβδομάδων σε φυλακή βαρυποινιτών, για το αδίκημα της θέσης προσώπου σε μεγάλο σωματικό κίνδυνο.
Ο γιατρός που έσωσε τη ζωή του Πάταλ έλαβε έπαινο από το δικαστικό σώμα.

Γιάροσλαβ ΧάσεκKarikatury, 213, 5/1/1910 

Μετάφραση από τα τσεχικά: Μάριος Δαρβίρας. Περιλαμβάνεται στη συλλογή δοκιμίων:

Friday, 2 November 2018

Byung – Chul Han: «Λυπάμαι, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα»


Θεωρείται σταρ μεταξύ των ομοίων του και μπορεί με ελάχιστες προτάσεις να γκρεμίσει ολόκληρα θεωρητικά οικοδομήματα που υποβαστάζουν την καθημερινότητά μας. Γι΄αυτό και είναι αποδέκτης θαυμασμού, αλλά και εχθρότητας. Μια συνομιλία με τον φιλόσοφο Μπιούνγκ – Τσουλ Χαν.
΄
Ο ίδιος είχε προτείνει ως τόπο συνάντησης το καφέ Liebling. Ο συνεσταλμένος φιλόσοφος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου και έχει προξενήσει αίσθηση με τα βιβλία του «Η κοινωνία της κόπωσης» και «Η κοινωνία της διαφάνειας». Αποφεύγει τις συνεντεύξεις.
Έχουν περάσει κιόλας δέκα λεπτά από την κανονισμένη ώρα συνάντησης. Επρόκειτο άραγε να μας στήσει; Τότε όμως εμφανίζεται να κατηφορίζει το δρόμο με το ποδήλατο. Μπαίνει, κάθεται και παραγγέλνει μια Κόκα Κόλα.

Saturday, 16 December 2017

Η φύση… ο πολιτισμός, Β' Μέρος ( συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος)

Η φύση… ο πολιτισμός, το διήγημα για το οποίο κάνει λόγο στους λίβελούς του ο Γιώργης Ζάρκος, είναι από τα πρώτα του και πρωτοδημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία, τεύχος 78, Μάρτιος 1930, σελ. 314-325. Κατόπιν ο συγγραφέας το συμπεριέλαβε- ελαφρά τροποποιημένο-στον ίδιο τόμο με το μυθιστόρημα Η τρέλα σε όλα τα στάδια, 1932. Η τρίτη δημοσίευση έγινε στη συλλογή διηγημάτων Γιατί άλλαξα ιδέες και άλλα διηγήματα, εκδ. Κάλβος, 1981. Αυτή η τρίτη δημοσίευση αποτελεί και την δική μας πηγή. 



Η φύση… ο πολιτισμός, Β' Μέρος ( συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος)




O καφετζής που ήταν και αυτός με αυτούς που είχαν κυκλώσει το τραμ, σαν ελευθερώθηκε το σκυλί, πριν προφτάσει να τρυπώσει πάλι, άρπαξε από τα χέρια του αστυφύλακα το μπαστούνι και με το γυριστό του μέρος, σβέλτα, το τράβηξε έξω. Το τραμ έφυγε και το αυτοκίνητα αρχίσανε να κοιλάνε. Το σκυλί γλίτωσε το θάνατο για να μαρτυρήσει στη ζωή. Ο αστυφύλακας πήρε νερό από το καφενείο και έπλυνε το μπαστούνι, και τόδωσε στον κύριο με ένα ευχαριστώ ευγενικό. Οι πολίτες, άλλοι κοιτούσανε το σκυλί, και άλλοι τις ματωμένες γραμμές, στο μέρος που του έκοψε τα πόδια.

«-Σα να έκοψε άνθρωπο» είπε κάποιος.
«- Ζωντανό δεν είναι κι αυτό;» είπε άλλος.
«-Και αυτό ψυχή έχει» είπε τρίτος

Η ώρα περνούσε. Οι μεγάλοι φεύγανε γιατί θυμηθήκανε τις δουλειές τους και δεν είχανε καιρό να τον χάσουνε· μείνανε τα παιδιά που δεν σκοτίζονται για τον καιρό που φεύγει στα χαμένα. Όποιος περνούσε έριχνε μία ματιά και έφευγε. Όποιο παιδί, όμως, περνούσε, μένα να δει τι θα απογίνει «το καϋμένο το σκυλάκι».

Κοιτούσαν το σκυλί τα παιδιά με μάτια που δείχνανε φόβο και παρακάλι. Το στόμα του ήτανε γιομάτο λάσπη καμωμένη με το αίμα του. Είχε πάψει να σκούζει και δάγκωνε τα λιωμένα, λασπωμένα με χώματα, πόδια του που τον πονούσανε. Το κοιτάζανε όλα τα παιδιά με βουρκωμένα τα μάτια, και είχανε γύρει θλιμμένα τα κεφάλια τους.

Ο αστυφύλακας, από καλή του καρδιά, του έδωσε να φάει το πνευμόνι για να μην πάει και χαμένο. Όταν είχε πάει να βρει τον αρχιφύλακα, στην επιστροφή περνώντας από το χασάπη το είχε πάρει για να ξεγελάσει μ’ αυτό το σκυλί και να το βγάλει από κάτω που ήτανε τρυπωμένο. Όσοι τον είδανε να του δίνει πλεμόνι να φάει στο χάλι που ήτανε με όλη τους τη θλίψη σκάσανε στα γέλια με την κουταμάρα του.

Ο αρχιφύλακας με τους δυο του αστυφύλακες τραβηχτήκανε στην πάντα και κάνανε συμβούλιο. Πήρανε την τελική απόφαση, αφού πρώτα προτείνανε πολλές λύσεις και οι τρεις και ο ένας έφυγε για να φέρει το κάρο της δημαρχίας.

Το καναρίνι τέλειωσε το λούσιμο και είχε αρχίσει να χτενίζει με τη μύτη του τα φτερά του. Η γυναίκα του μάγερα χτενιζόταν και αυτή στο μπαλκόνι της, στον ήλιο «σαν καναρίνι» και, κάθε φορά που τραβούσε το χτένι, το κοίταζε με προσοχή…

Το κάρο της δημιουργίας ήρθε σε λίγο.
«-Πως θα το ρίξουμε μέσα;» ρώτησε ο σκουπιδιάρης με ύφος που έφερνε αμέσως τον κατακλυσμό. Δεν γινόταν τίποτα. Ήτανε αδύνατο για το σκουπιδιάρη ζωντανό να ριχτεί στο κάρο του που μόνον ψόφια και σάπια είχε συνηθίσει να ρίχνει.
«-Με το φτυάρι», του είπε ο αρχιφύλακας.
«- Ζωντανό πράγμα, στέκεται πάνου στο φτυάρι; Δεν το λυπόσαστε το φουκαριάρικο; να του δώσω μία το φτυάρι να το τελειώσω;»

Ο αρχιφύλακας θύμωσε. Δεν κάλεσε το σκουπιδιάρη για να δώσει συμβουλές. Είχανε κάνει και οι τρεις πριν συμβούλιο και είχανε πάρει απόφαση. Δεν επιτρεπότανε μπροστά στον κόσμο να φανούνε βάρβαροι. Αν ήσαντε σε απόκεντρο μέρος, που δεν θα τους έβλεπε κανείς ξέρανε τι θα κάνανε. Δεν ήτανε ανάγκη να τους το πει ο βρωμοσκουπιδιάρης. Τους λωποδύτες που πιάνουνε στο δρόμο τους πάνε στο κρατητήριο και κει, μακριά από τα μάτια του κόσμου του κόσμου, τους μαυρίζουνε τις φτέρνες στο ξύλο για να μαρτυρήσουν. Μπροστά στον κόσμο τους φέρνονται με ευγένεια. Έτσι πρέπει να φαίνεται -ευγενικό σώμα- η αστυνομία των πόλεων στα μάτια του κόσμου. Προσβλήθηκε και ξεροκοκκίνισε από τις αγύρεφτες συμβουλές του σκουπιδιάρη ο αρχιφύλακας και με τα λόγια που μπερδευόσαντε στο στόμα του από το θυμό διέταξε:
«- Αυτό που σου λέω ΕΓΩ. Δεν σε φέραμε να μας δώσεις γνώμες· κάμε σύντομα ότι σου λέου».
«- Καλά», είπε ο σκουπιδιάρης, μακραίνοντας το «α», δίνοντας ειρωνικό τόνο στη φωνή του.
Έπιασε το φτυάρι ανόρεχτα και προσπαθούσε να φτυαρίσει το ζωντανό σκυλί δίνοντας μια κωμική σοβαρότητα στην έκφραση του προσώπου του και στις κινήσεις του, όπως κάνουνε συνήθως οι άνθρωποι του λαού, που δεν σέβονται τους εξαιρετικούς, όταν θέλουνε να περιγελάσουν τους εκλεκτούς, τους επισήμους

Μόλις ακουμπούσε το φτυάρι, το σκυλί σπαρταρούσε. Το φτυάριζε σε γρήγορα και έκανε να το σηκώσει. Το σήκωνε λίγο, μα αυτό χόρευε και ξέφευγε. Έμπηξε πάλι τα σκουξίματα και ξαναμαζεύτηκε κόσμος. Ο αρχιφύλακας κιτρίνισε από το κακό του, γιατί έβλεπε πως τον περιγελούσε με το ύψος του ο σκουπιδιάρης, για την κουτή διαταγή που του είχε δώσει και νόμιζε πως το έκανε επίτηδες και δεν έριχνε το σκυλί στο σκουπιδόκαρό του, μα η αλήθεια είναι ότι ήτανε αδύνατο και δεν θα μπορούσε να το ρίξει μ’ αυτόν τον τρόπο όσο σοβαρά κι αν καταπιανότανε με αυτήν τη δουλειά. Έτρεμε από το κακό του ο αρχιφύλακας και αν δεν ήτανε ο κόσμος, θα έβγανε το κλομπ να του έσπαζε το κεφάλι.



Ο καφετζής παραμέρισε τον κόσμο- που είχε ξαναμαζευτεί με αυτή τη δεύτερη και τραγικότερη σκηνή από την πρώτη - και μπήκε στη μέση. «-Στάσου, βρε αδερφέ», είπε του σκουπιδιάρη και έσκυψε να πιάσει το σκυλί από το σβέρκο. Κείνο γύριζε το κεφάλι του, άνοιγε το στόμα, ανασηκώνεται τα χείλια του και έδειχνε τα δόντια του γκρινιάρικα: πολεμούσε να τον δαγκάσει.


«-Σε διατάζω να μην το πιάσεις, κύριε γιατί φέρω ΕΓΩ ευθύνη για ο,τιδήποτε συμβεί», είπε αυστηρά ο κύριος αρχιφύλακας.

Χωρίς να του δώσει σημασία ο καφετζής σε μία στιγμή το έπιασε άξαφνα από το πετσί του σβέρκου και το πέταξε σπαρταριστό, και σκούζοντας, στο κάρο.

Ο σκουπιδιάρης καβάλησε, κούνησε τα γκέμια του αλόγου, και, σαν ξεκίνησε το κάρο, είπε του σκυλιού για να τα ακούσουνε οι άνθρωποι και πιο πολύ ο αρχιφύλακας που κάνει πως όλα τα ξέρει, που κάνει τον σπουδαίον και δεν καταδέχεται να πάρει από τους κατώτερους του γνώμη:

«-Φουκαργιάρικο, όλοι τους φαίνεται πως σε λυπούνται, και κανένας χριστιανός δε βρέθηκε να σε λυπηθεί αληθινά…γιατί όλοι λυπόσαντε τον εαυτό τους και σκεφτόσαντε πως θα πονάγανε αν τους είχε το τραμ τα δικά του πόδια να λιώσει. Σαν βγούμε πιο όξω, με την κόψη του φτιαριού θα σε κανονίσω. Μια να σου δώσω σου φτάνει για να ησυχάσεις».

Ο ένας αστυφύλακας με το χέρι στην τσέπη (εκείνη που έχει το κλομπ, βαστώντας το, έτοιμο στο χέρι, από συνήθεια που την έχει όταν πλησιάζει ανθρώπους συγκεντρωμένους, με σκοπό να τους διαλύσει με κάθε τρόπο) πήγε κοντά στους μαζεμένους ανθρώπους και τους είπε ευγενικά:

«-Σας παρακαλώ, κύριοι διαλυθείτε».


Το καναρίνι φούσκωνε το λαρύγγι του και ανέβαζε μια φούσκα αέρα στο λαιμό του ίσα με ένα ρεβύθι. Έβγανε μια γλυκεία, στρογγυλή, χαρούμενη και μαζί πένθιμη φωνή: χαιρότανε για την ομορφιά της ημέρας και θλιβότανε γιατί ήτανε σκλαβωμένο μέσα στο κλουβί.

Η γυναίκα του μάγερα έκαμε την τουαλέτα της και βγήκε για να κάμει τον πρωινό της περίπατο. Δουλειά στην κουζίνα του σπιτιού δεν είχε, γιατί τα φαγιά του σπιτιού ετοιμάζονται από τον άνδρα της στην κουζίνα του μαγεριού μαζί με τα φαγιά των πελατών.

Πέρασε από κείνο το μέρος, μπροστά στα αίματα, έκαμε ένα μορφασμό αηδίας-κείνο που για τους άλλους ήτανε τραγικό και τους συγκινούσε γ’ αυτήν ήτανε σιχαμερό- και τράβηξε για το «άλσος». Συνηθισμένη από τα κρέατα τα αίματα… από τα κοτόπουλα που σφάζει ο άνδρας της και βλέπει ή σφάζει και αυτή κάθε μέρα για το μαγέρικο…δεν μπορούσε ποτέ να την συγκινήσει το αίμα και μάλιστα αίμα σκυλιού· γι’ αυτό, φυσικά, της έφερε αηδία.

Στο άλσος που πήγε και κάθησε σε ένα παγκάκι, που είχε μπόλικο φάρδος-κάθησε στη μέση και το σανίδι λύγιζε λίγο- κάθισε αναπαυτικά γιατί έστρωσε όλος ο πισινός της και δεν κρεμότανε κρέατα, όπως στο κάθισμα, από τόνα μέρος κι από το άλλο, κι άρχισε με το ραχάτι της ακουμπώντας τα χέρια της στην πρησμένη κοιλιά της να πλέκει το καινούργιο της τσαντάκι.

Ευτυχισμένη γυναίκα γιατί ξέρει να ζει ευχάριστα…

Τι να τις κάμει τις μεγάλες χαρές· αυτές μονάχα κείνοι που ζούνε με θλίψεις και αγωνίες τις νιώθουν για μια στιγμή και πάλι πέφτουν στην αγωνία… εξαιτίας της ανησυχίας τους.



Υ.Γ Ειρήσθω εν παρόδω, θα επιθυμούσαμε να θέσουμε  προς τους "πνευματικούς και πολιτιστικούς ταγούς της πόλης" ένα ερώτημα: Σε ποιο μέρος της πόλης μπορεί να αναζητήσει και να βρει κάποιος το σημαντικό συνολικό έργο του Αμαλιαδίτη Γιώργη Ζάρκου; Που μπορούν να το βρουν τα παιδιά μας και να γνωριστούν με αυτό ( φυσικά και με το έργο και άλλων συμπολιτών μας); Συστηματικά, οργανωμένα, απροκατάλυπτα, με γνώση και πολιτισμό.   Μήπως μία φράση που κάποτε ακούστηκε σε μια συγκέντρωση νεολαίας σε μια άκρη του κόσμου "μείνε στην γνωστή αλήθεια" δεν ερμηνεύεται σωστά αν της αποδοθεί το νόημα να παγιδευτεί κάποιος στα δίχτυα της υποθετικής αλήθειας και αντίθετα μπορεί να σημαίνει και μια επανάσταση ενάντια στην οστεοποιημένης αλήθειας και  τις οστεοποιημένες συνθήκες, μια απαίτηση για αξιοπρεπή ζωή, μία αντίσταση στην ακινησία, ένα ξαναγέννημα, άλλη μια προσπάθεια να δραπετεύσει και να ξεφύγει κανείς από την κλειστότητα στιν ανοιχτό κόσμο; Γιατί αν προς  κάτι δείχνουν οι παλιότεροι είναι ότι ο πολιτισμός θέλει δημιουργούς και οχι μεταπράτες, θέλει την ουσία και όχι το θέαμα, την μονομέρεια, τις μάσκες την αυτοικανοποίηση και  το ανούσιο. Διότι χωρίς φαντασία και ευαισθησία μπορείς να παράγεις συνεχώς αλλά να μην δημιουργείς απολύτως τίποτα, για τίποτα και για κανέναν.

«Να λέει κανείς εμείς και να εννοεί εγώ είναι από τις πιο εξεζητημένες προσβολές» , Theodor Adorno


Monday, 27 November 2017

Γιώργης Ζάρκος- Η φύση...ο πολιτισμός, Α' μέρος

Η φύση...ο πολιτισμός

Τρία ημερόνυχτα έκανε κακοκαιριές. Ο ουρανός ήταν γεμάτος μαύρα φορτωμένα σύννεφα, σαν σφουγγάρια μουσκεμένα. Πέφτανε χοντρές στάλες σαν από βρεγμένο σφουγγάρι, ή άξαφνα έπιασε μπόρα σαν κάποιο χέρι να το ‘στιβε.
Οι χοροδιδάσκαλοι κι οι σωφέρ χαιρόσαντε, γιατί κάνανε χρυσές δουλειές· οι αμαξάδες βλαστημούσανε, γιατί  με τη βροχή γλιστράνε τα άλογα στην άσφαλτο ή κολλάνε τα’ αμάξια στους δρόμους που ‘χουνε κούπες με λάσπη· οι ήσαντε και αυτοί από τους χολιασμένους…Ε, λίγο πολύ, όλ' οι άνθρωποι,  όλοι θέλουν ε τη βροχή και άλλοι δεν τη θέλουνε.
Την τρίτη μέρα οι βραδινές εφημερίδες γράφουνε το δελτίο του Αστεροσκοπείου: “Πιθανός καιρός αύριο: κυκλώνες και αντικυκλώνες άστατος με βροχές…».
Το «πιθανός» όμως  είναι σαν του  φυστικά το «ζυγά ή μονά», που  παίζει με δικαιώματα και χάνει, καμιά φορά,  όλα τα φιστίκια  μαζί με το καλάθι.  Έτσι την έπαθε και το Αστεροσκοπείο· γιατί την τετάρτη μέρα ήτανε χαρά Θεού: ξάστερος o ουρανός από το πρωί, έμοιαζε με ένα μεγάλο γαλάζιο μπαλκόνι που κλείνει μέσα του όλο τον κόσμο.
 Ο καφετζής , μόλις εψήλωσε  καλά ο ήλιος,  έβγαλε το κλουβί με το καναρίνι και το κρέμασε σε ένα καρφί,   που το ’χε επίτηδες καρφώσει στο τηλεγραφόξυλο, στη γωνία του πεζοδρομίου.
Στη μέση του κλουβιού,  είχε ένα φλιτζάνι του τσαγιού γεμάτο νερό. Το καναρίνι μόλις χτύπησεν ο ήλιος, αρχίνησε να πηδάει από το ‘να ξυλάκι στο άλλο, αφήνοντας να ξεφεύγουνε από το στόμα του μονόφθογγες γλυκές κλάψες. Πήδησε κάμποση ώρα, για να ξεμουδιάσει και, μετά, με ένα πήδημα κατέβηκε και έκατσε στα χείλια του φλιτζανιού. Έσκυψε και έχωσε τη μύτη του στο νερό: την κουνούσε τιναχτά και πετιότανε το νερό. Κουνούσε την ουρά του και τις φτερούγες του και ανασηκώνε ούλα τα πούπουλα  του κορμιού του, για να βραχούνε με το νερό που πετιότανε: έκανε το πρωινό του λουτρό.
Δύο σκυλάκια-το ένα σερνικό και τα’ άλλο θηλυκό, το θηλυκό κατσαρό κανελί χρώμα και το σερνικό  με κοντές τρίχες στρωτές, σαν του αλόγου, μαύρες, με μπαλώματα άσπρα- κυνηγιόσαντε  στην πλατεία, απέναντι στην κολώνα που ήταν κρεμασμένο το καναρίνι. Ήσαντε  και τα δύο χαρούμενα, μεθυσμένα ,τρέλα από τη χαρά. Αγκαλιάζόσαντε σαν παιδάκια· δάγκωνε το ένα το άλλο, σαν να φιλιόσαντε· ξέφευγε το ένα,  και το άλλο το κυνηγούσε·  με το δρόμο που έπαιρνε,   έπεφτε πάνω του όταν το ‘φτανε, το αγκάλιαζε,  γιμόσαντε ένα κουβάρι, και περνάνε τέσερες-πέντε  τούμπες για να κοπεί η φόρα τους.
Στα καφενεία εκείνου που είχε το καναρίνι και του αλλουνού που το είχε απέναντι, δίπλα στο μαγέρικο,  καθόσαντε φοιτητές, μεσίτες, συνταξιούχοι αμαξάδες που δεν είχανε αγώγι,  και άλλοι χασομέρηδες άεργοι και άνεργοι,  χωρίς ορισμένο επάγγελμα, και ρουφάγανε τον πρωινό τους καφέ. Ο καπνός από τα στόματα έβγαινε σαν ατμός από ανοιχτά ρουμπινέτα καζανιού με δρόμο,  και,  μόλις κοβόταν ο δρόμος του από το ξεφύσημα,  γινότανε τουλούμπες σαν ξασμένα μαλλιά πρόβεια. Από τις κάφτρες  όταν δεν τραβούσανε ανεβαίνανε - δύο κλωστές- και γινόσαντε στεφάνια, που μοιάζανε με φανταστικά μανιτάρια. Άσπρος διάφανος καθώς είναι ο καπνός, τον χτυπούσε και ο ήλιος και έπαιρνε το μουντό χρώμα του ασημιού που οι χρυσοχόοι το λένε «μάτι». Αραίωνε ύστερα  ο καπνός και έπαιρνε χίλια δυο σχήματα· ψιλός σαν αράχνη…και έσβηνε για να βγει άλλος από τα στόματα και από τις καύτρες, για να σβήσει και αυτός και έτσι να γίνεται τέλεια και συντομότερη η επιστροφή του χορταριού στη φύση: η στάχτη στη γη και ο καπνός στον αέρα που θα τον ξαναπάρει η βλάστηση. Οι  σχολαστικοί και οι οικονομολόγοι,  βλέποντας τον καπνό να σβήνει λένε:  « να πως χάνεται το χρήμα». Η φύση όμως δεν καταλαβαίνει από τέτοιες θεωρίες. Θέλει να καεί, να σαπίσει, να φαγωθεί…το παλιό χορτάρι· θέλει  τη στάχτη και την κάπνα, τις σαπίλες  και τις κοπριές, για να φτιάξει καινούργιο το καπνό, που θα τον κάμουνε οι άνθρωποι τσιγάρα, μήλα που θα τα φάνε, κρίνα, παπαρούνες και βατόμουρα για τους αλήτες…
Το καναρίνι δεν ευχαριστιότανε να στέκεται στα χείλια του φλυτζανιού, και πήδησε μέσα. Κουνούσε το κεφάλι, τις φτερούγιες και την ουρά του· ανασήκωνε και τα μικρά πούπουλα και έμοιαζε με παπάκι που βουτάει.
 Στο μπαλκόνι, πάνω από το μαγέρικο, η χοντρή γυναίκα του μάγερα, με γυρισμένη την πλάτη κατά τον ήλιο, καθότανε σε μία καρέκλα· από το ένα μέρος και από το άλλο κρεμόσαντε οι  σάρκες του πισινού της που δεν χωρούσανε στο κάθισμα και στα ξέπλεκα μαλλιά της τράβαγε ένα χτένι...το κοίταζε…και σκότωνε αράδα χωρίς οίκτο «τα μικρόβια» που έβγανε.
Τα σκυλάκια που δεν χορταίνανε παιχνίδια , ξαφνιαστήκανε από ένα αυτοκίνητο, που πέρασε από κοντά τους,  και φύγανε τρομαγμένα κάτω μέρος της πλατείας που περνάει το τραμ. Εκείνη τη στιγμή ανέβαινε να τραμ  τον ανήφορο…τα σάστισε…το ένα πρόλαβε και προσπέρασε και έγινε άφαντο. Μερδικό σ τις χαρές έπαιρνε με το άλλο μονάχα. Στο δυστύχημα  και στις λύπες  το εγκατέλειψε. Το θηλυκό το πήρανε αποκάτου οι ρόδες. Σταμάτησε το τράμ δυο μέτρα μετά, στη στάση του.
Το σκυλί έμεινε, κοντά στις πισινές ρόδες, με τα μπροστινά πόδια λιωμένα· σπαρταρούσε από τους πόνους και έσκουζε δυνατά.
Οι επιβάτες που κατεβήκανε ακούσανε τα σκουξήματα και σκύψανε να δούνε.
Ένας έλεγε: «-Το καυμένο»·  άλλος ρωτούσε:  «Ποιανού είναι;»· τρίτος: «- Μα πως το έκοψε;»… και άλλοι ζητάγανε πληροφορίες για το καϋμένο,  το δυστυχισμένο»… γιατί το λυπόσαντε.
Πολλοί από το καφενείο σηκωθήκανε και πήγανε στο τραμ για να δούνε.
Άλλοι  που περνούσανε από μακριά και είδανε τον κόσμο μαζεμένον,   τρέξανε να δούνε ποιον έκοψε. Ο σκοπός αρχιφύλακας που είδε κόσμο μαζεμένον,  πήγε και αυτός να δει τι τρέχει.
Το σκυλί είχε πάψει να σκούζει και δάγκωνε τα λιωμένα του πόδια. Ο αστυφύλακας του φώναξε «όξω, όξω»-  για να βγει από τις γραμμές -μα αυτό δεν το κουνούσε· έβλεπε τον κόσμο γύρω του και φοβόταν μη βγει και πάθει χειρότερο από ό,τι είχε πάθει . Κάτου  από το τραμ κρυμμένο, του φαινότανε πως ήτανε ασφαλισμένο, παρά αν έβγαινε. Ο αστυφύλακας βρέθηκε σε δύσκολη θέση, γιατί δεν ήξερε πώς να διαλύσει τον κόσμο· πήρε  έναν αστυφύλακα ακόμα, και ήρθανε και οι τρεις το τραμ, με το σκυλί από κάτου, ζωσμένο με κόσμο, που ήταν αιτία να σταματήσει η κίνηση του δρόμου- γιατί το τραμ και τα αυτοκίνητα που πηγαίναμε και ερχόσαντε, είχανε σταθεί το ένα πίσω από το άλλο,  και κάνανε μακριές ουρές. Ένας πολίτης έδωκε  το μπαστούνι του στον έναν αρχιφύλακα που τον παρεκάλεσε να του το δώσει· έσκυψε και κεντούσε το σκυλί, να το αναγκάσει να βγει από το άλλο μέρος. Το σκυλί που δεν είχε πόδια για να κουνηθεί- μα και να είχε θα φοβότανε να βγει με τόσο κόσμο που ήταν τριγύρω- δάγκωνε το μπαστούνι και γκρινιάρικα έσκουζε. Παιδεύτηκε κάμποση ώρα, παίδεψε και το σκυλί, και στο τέλος, αφού είδανε και απόειδαν-η ουρά που κάνανε τα αυτοκίνητα μεγάλωνε και ο περίεργος κόσμος πολύστεβε- διάταξε ο αρχιφύλακας τον οδηγό να βάλει μπρος. Εκείνος έβαλε την «εγκοπή» και τσούλησε, αργά, λιγάκι το τραμ. Το σκυλί φοβήθηκε και σαλτάρισε…πιάστηκε στο πισινό του πόδι που έμενε ακόμα γερό στην πισινή ρόδα: έμπηξε πάλι τα σκουξίματα στοιχήματα και χτυπιότανε πάνου στη ρόδα, σαν λαγός πιασμένος σε δόκανο σιδερένιο.
«-Μη! Μη, το καημένο είναι κρίμα» φωνάζανε όλοι.
Ο αρχιφύλακας διέταξε τον οδηγό να σταματήσει. Το σκυλί έσκουζε. Ο αρχιφύλακας τότε διέταξε τον οδηγό να κάνει λίγο πίσω… Ελευθερώθηκε το σκυλί μου μα  ήταν λιωμένο και το τρίτο του πόδι…


Τέλος Α’ μέρους

Βιογραφικά στοιχεία Γιώργη Ζάρκου

Γεννήθηκε στην Αμαλιάδα (1902) και πέθανε στην Αθήνα (7 Απριλίου 1967) και είχε άλλα 5 αδέρφια.  Πήρε το απολυτήριο γυμνασίου από την Αμαλιάδα. Το 1920 πήγε στον Πειραιά και φοίτησε σε τεχνική σχολήΓιος γιατρού μυήθηκε νεότατος στο κομμουνιστικό κίνημα. Δούλεψε στα νιάτα του μηχανικός στα καράβια- ταξίδεψε. Εξορίστηκε στην Ανάφη επί Μεταξά. Μαζί με τους Μαρίνη, τον Τσακίρη, τον Ρίτσο, τον Θρακιώτη, τον Ηλία Σιμόπουλο κ..α πρωτοστάτησε στη δημιουργία «Εργατικού θεάτρου» και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων στο «Ενωτικό εργατικό κέντρο» της Αθήνας  στα χρόνια 1932-36.  Τα χρόνια 1945-1950 μοίρασε μεγάλο αριθμό τράκτ, συνήθως χειρόγραφων, στηλιτεύοντας πρόσωπα και πράγματα του κατεστημένου, πολιτιστικού και πολιτικού όποιας προέλευσης- ένας ενδεικτικός τίτλος «Σκατά». Στη δεκαετία του ’50 μετέφρασε και δημοσίευσε αμερικάνικη, ρουμάνικη, γιαπωνέζικη κ.ά ποίηση-συχνά σε ένα φυλλάδιο που τύπωνε ο ίδιος. Στο καφενείο της Στοάς Θεμιστοκλέους όπου και το εκδοτικό γραφείο Μαυρίδη, μαζί με τον Σπατάλα και τον Μαρίνη ήταν το πιο αναμφισβήτητο ‘σπουδαίο» πρόσωπο, στο μέσο δεκάδων συγγραφέων τριών γενιών κι ανάμεσα σε αυτούς και ο Μυριβήλης κι ο Ν. Παπάς, τον αναγνώριζαν μεγάλο και έτρεμαν το λόγο του… 
Στα χρόνια του’ 50 ο Ζάρκος, μοναχικός χωρίς να χρειάζεται τίποτα, ήταν καφενόβιος και ταβερνόβιος αλλά και ακούραστος περιπατητής, φτωχός, κουρασμένος, είρων, χιουμορίστας, απαρηγόρητος κομμουνιστής, σοφός, ωραίος-όλα αυτά πολύ. Έπινε συνεχώς καφέ και κάπνιζε συνεχώς τσιγάρο κ’ έγραφε πάνω σε πακέτα τσιγάρων και ό,τι χαρτί του βρισκόταν, με μολύβι κοντό την ώρα που περίμενε στο στέκι, όταν έφτανε πρώτος. Το σπάσιμο της βιτρίνας των εκδόσεων «Πυρσός», γύρω στο 1930, που του πρωτόβγαλε τη φήμη του τρελού ( γιατί τρελός ποτέ δεν ήταν) και η θητεία του μετά στο τρελάδικο (η είσοδός του σε αυτό υπήρξε πράξη βίας και οι λόγοι παραμένουν σκοτεινοί…) και άλλες καταπληκτικές ιστορίες της ζωής του ήταν γλυκόπικρες μνήμες πολύ μακρινές για αυτόν…Ο Ζάρκος, που πρωτοδημοσίευσε στα 1927 στη «Νέα Εστία» και που από το πρώτο του βιβλίο χρησιμοποίησε την φωνητική γραφή, όταν κάποτε θα γραφεί η ιστορία της ζωής και του έργου του, θα φωτιστούν πολλά σκοτάδια της γενιάς του ’30. 


Εργογραφία

1. Δεν είναι και σπουδαίο πράμα ο θάνατος (1928)

2. Η τρέλα σε όλα τα στάδια (1932)

3. Ζωντανά πτώματα (1934)

4. Βιτριόλι (1936)

5. 5 λίβελοι (1930-1940)

6. Η μεγάλη στρατιά (1945)

7. Ένα αθώο μυθιστόρημα (1945)

8. Ομάδα συμβίωσης πολιτικών εξόριστων Ανάφης (1946)

9. Γιατί άλλαξα ιδέες (1928-1948)

10. Νουβέλες και Διηγήματα (1927-1948)

11. Συνωμοσία - σελίδες χρονικού (1951)

12. Τα σκατά (1953)