wi

Η επιστήμη αυτοκτονεί όποτε υιοθετεί ένα δόγμα.

Thomas Huxley, 1825-1895, Βρετανός βιολόγος.

Το ανθρώπινο πόδι… ένα θαύμα της Μηχανικής.

Λεονάρντο Ντα Βίντσι, 1452-1519, Ιταλός σοφός.

Ο σκοπός της τέχνης είναι να δώσει στη ζωή σχήμα.

Γουίλιαμ Σαίξπηρ, 1564-1616, Άγγλος δραματουργός.

Pages

Showing posts with label ΗΛΕΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΗΛΕΙΑ. Show all posts

Friday, 26 July 2024

Γερμανοί αντιφασίστες στην Αμαλιάδα.



Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι Γερμανοί στρατιώτες στην Κατοχή που αυτομόλησαν  στο ΕΑΜ και εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ ανήκαν στα Τάγματα 999, και ήταν γνωστοί ως "οι στρατιώτες με την γαλάζια ταυτότητα". Οι μονάδες αυτές συγκροτήθηκαν το 1941 με εγκύκλιο του γερμανικού Υπουργείου Εσωτερικών.

Στις τάξεις τους εντάχτηκαν φυλακισμένοι για τα πολιτικά τους φρονήματα (κομμουνιστές, σοσιαλιστές, χριστιανοδημοκράτες κ.α) καθώς και  κατάδικοι του κοινού ποινικού δικαίου που είχαν τιμωρηθεί για αντικρατικές ενέργειες. Διοικητές των μοναδων αυτών  ήταν  φανατικοί Ναζί. Το 1943 μερικά Τάγματα 999 μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο και ένα από αυτά  εγκαταστάθηκε στην Αμαλιάδα.[1]

Οι στρατιώτες του 40ου Τάγμα Φρουράς Οχυρών Πεζικού 999  στην περιοχή της Αμαλιάδας φρόντισαν να αποκαταστήσουν γρήγορα  επαφή με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, συγκροτώντας στο εσωτερικό του Τάγματος αντιναζιστική ομάδα με ηγέτες τον κομμουνιστή Βέρνερ Ίλμερ από το Βερολίνο  και τον πρώην αθλητή Φραντς Σνάιντερ από το Μόναχο.

Σύμφωνα με μαρτυρία του στρατιώτη Κούρτ Νέτμπαπ, ο οποίος υπηρέτησε στην  Αμαλιάδα: «Από μας οι αντάρτες έπαιρναν κάθε πληροφορία που επιθυμούσαν, δύναμη των μονάδων, είδος του οπλισμού, ονόματα των αξιωματικών, σχέδια ενεργειών καθώς και ονόματα Ελλήνων που είχαν κοινωνικές επαφές με τους αξιωματικούς, για να προλάβουμε έγκαιρα τους καταδότες»[2].

 Η ομάδα του Ιλμερ και του Σνάιντερ διακινούμε μεταξύ των Γερμανών στρατιωτών προκηρύξεις του ΕΑΜ γραμμένες στα γερμανικά. H  διοίκηση της  Βέρμαχτ στην Πελοπόννησο εκτιμούσε ως μηδενική   την μαχητική αξία των μονάδων αυτών και σε έκθεση της, τον Μάιο του 1944, τις θεωρούσε έτοιμες να αυτομολήσουν.[3]   



Το καλοκαίρι του 1944 η δράση Γερμανών αντιφασιστών προδόθηκε  και έξι στρατιώτες  συνελήφθησαν ως πρωταίτιοι. Στις 4 Ιουνίου  γερμανικό στρατοδικείο τους καταδίκασε σε θάνατο. Άλλοι 120 στρατιώτες στάλθηκαν στις στρατιωτικές φυλακές στην Γερμανία.

Οι έξι εκτελέστηκαν  στις 9 Ιουλίου 1944 στην Αμαλιάδα «από τριάντα επίλεκτους υποδεκανείς και υπαξιωματικούς», στην κοίτη της Σοχιάς  500 μέτρα δυτικά από τη σιδηροδρομική γέφυρα της Αμαλιάδας. Τα ονόματα των εκτελεσμένων είναι τα εξής:






1.Χέρμαν Μπόντε, γενν. 1.2.1911 στο Μπρόιτσεν (πρώην κομμουνιστής δημοτικός σύμβουλος στο Mπραουνσβαΐχ)

2.Φραντς Σνάιντερ, γενν. 13.12.1913 στο Μόναχο

3.Βΐλλι Ντέμελ, γενν. 17.4.1910 στο Ντόρτμουντ-

4.Γενς Γιουχέλκα, γενν. 21.4.1913 στο Στέττιν

5.Ρούντολφ Καλμπ, γενν. 7.4.1905 στο Αννόβερο

6.Χάινριχ Βάρνκεν, γενν. στο Μπάντεν, επαρχία Φέρντεν

Στις 28 Ιουλίου εκτελέστηκε  ο κομμουνιστής Βέρνερ Ίλμερ και η  σορός του τάφηκε από τους Γερμανούς στο νεκροταφείο της Αμαλιάδας. Την επομένη τουφεκίσθηκε, και ο Άντον Μπέργκχουμπερ.

Αυτή είναι εν συντομία η  άγνωστη, στους περισσότερους, ιστορία των στρατιωτών με την «γαλάζια ταυτότητα» που βρέθηκαν στην Αμαλιάδα στην διάρκεια της Κατοχής και πλήρωσαν με την ζωή τους την δράση τους ενάντια στην ναζιστική Γερμανία και την πολύτιμη βοήθεια που έδωσαν στο ΕΑΜικό αντιστασιακό κίνημα της περιοχής.

Ας είναι αυτό το σημείωμα μια αφορμή για να τιμηθεί, με κάποιο τρόπο, η μνήμη τους στην πόλη της Αμαλιάδας.

 [1]  Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 161-164 και Hans-Peter Klausch, "Erziehungsmänner und Wehrunwürdige, σ. 134-136.

[2]  Hans Burkhardt, ο.πσ. 134-136.

[3] Hans-Peter Klausch, "Erziehungsmänner und Wehrunwürdige", σ.200.

Περικλής Δ. Καπετανόπουλος

Πηγή:ilioupoligiaolous.gr


Saturday, 16 December 2017

Η φύση… ο πολιτισμός, Β' Μέρος ( συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος)

Η φύση… ο πολιτισμός, το διήγημα για το οποίο κάνει λόγο στους λίβελούς του ο Γιώργης Ζάρκος, είναι από τα πρώτα του και πρωτοδημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία, τεύχος 78, Μάρτιος 1930, σελ. 314-325. Κατόπιν ο συγγραφέας το συμπεριέλαβε- ελαφρά τροποποιημένο-στον ίδιο τόμο με το μυθιστόρημα Η τρέλα σε όλα τα στάδια, 1932. Η τρίτη δημοσίευση έγινε στη συλλογή διηγημάτων Γιατί άλλαξα ιδέες και άλλα διηγήματα, εκδ. Κάλβος, 1981. Αυτή η τρίτη δημοσίευση αποτελεί και την δική μας πηγή. 



Η φύση… ο πολιτισμός, Β' Μέρος ( συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος)




O καφετζής που ήταν και αυτός με αυτούς που είχαν κυκλώσει το τραμ, σαν ελευθερώθηκε το σκυλί, πριν προφτάσει να τρυπώσει πάλι, άρπαξε από τα χέρια του αστυφύλακα το μπαστούνι και με το γυριστό του μέρος, σβέλτα, το τράβηξε έξω. Το τραμ έφυγε και το αυτοκίνητα αρχίσανε να κοιλάνε. Το σκυλί γλίτωσε το θάνατο για να μαρτυρήσει στη ζωή. Ο αστυφύλακας πήρε νερό από το καφενείο και έπλυνε το μπαστούνι, και τόδωσε στον κύριο με ένα ευχαριστώ ευγενικό. Οι πολίτες, άλλοι κοιτούσανε το σκυλί, και άλλοι τις ματωμένες γραμμές, στο μέρος που του έκοψε τα πόδια.

«-Σα να έκοψε άνθρωπο» είπε κάποιος.
«- Ζωντανό δεν είναι κι αυτό;» είπε άλλος.
«-Και αυτό ψυχή έχει» είπε τρίτος

Η ώρα περνούσε. Οι μεγάλοι φεύγανε γιατί θυμηθήκανε τις δουλειές τους και δεν είχανε καιρό να τον χάσουνε· μείνανε τα παιδιά που δεν σκοτίζονται για τον καιρό που φεύγει στα χαμένα. Όποιος περνούσε έριχνε μία ματιά και έφευγε. Όποιο παιδί, όμως, περνούσε, μένα να δει τι θα απογίνει «το καϋμένο το σκυλάκι».

Κοιτούσαν το σκυλί τα παιδιά με μάτια που δείχνανε φόβο και παρακάλι. Το στόμα του ήτανε γιομάτο λάσπη καμωμένη με το αίμα του. Είχε πάψει να σκούζει και δάγκωνε τα λιωμένα, λασπωμένα με χώματα, πόδια του που τον πονούσανε. Το κοιτάζανε όλα τα παιδιά με βουρκωμένα τα μάτια, και είχανε γύρει θλιμμένα τα κεφάλια τους.

Ο αστυφύλακας, από καλή του καρδιά, του έδωσε να φάει το πνευμόνι για να μην πάει και χαμένο. Όταν είχε πάει να βρει τον αρχιφύλακα, στην επιστροφή περνώντας από το χασάπη το είχε πάρει για να ξεγελάσει μ’ αυτό το σκυλί και να το βγάλει από κάτω που ήτανε τρυπωμένο. Όσοι τον είδανε να του δίνει πλεμόνι να φάει στο χάλι που ήτανε με όλη τους τη θλίψη σκάσανε στα γέλια με την κουταμάρα του.

Ο αρχιφύλακας με τους δυο του αστυφύλακες τραβηχτήκανε στην πάντα και κάνανε συμβούλιο. Πήρανε την τελική απόφαση, αφού πρώτα προτείνανε πολλές λύσεις και οι τρεις και ο ένας έφυγε για να φέρει το κάρο της δημαρχίας.

Το καναρίνι τέλειωσε το λούσιμο και είχε αρχίσει να χτενίζει με τη μύτη του τα φτερά του. Η γυναίκα του μάγερα χτενιζόταν και αυτή στο μπαλκόνι της, στον ήλιο «σαν καναρίνι» και, κάθε φορά που τραβούσε το χτένι, το κοίταζε με προσοχή…

Το κάρο της δημιουργίας ήρθε σε λίγο.
«-Πως θα το ρίξουμε μέσα;» ρώτησε ο σκουπιδιάρης με ύφος που έφερνε αμέσως τον κατακλυσμό. Δεν γινόταν τίποτα. Ήτανε αδύνατο για το σκουπιδιάρη ζωντανό να ριχτεί στο κάρο του που μόνον ψόφια και σάπια είχε συνηθίσει να ρίχνει.
«-Με το φτυάρι», του είπε ο αρχιφύλακας.
«- Ζωντανό πράγμα, στέκεται πάνου στο φτυάρι; Δεν το λυπόσαστε το φουκαριάρικο; να του δώσω μία το φτυάρι να το τελειώσω;»

Ο αρχιφύλακας θύμωσε. Δεν κάλεσε το σκουπιδιάρη για να δώσει συμβουλές. Είχανε κάνει και οι τρεις πριν συμβούλιο και είχανε πάρει απόφαση. Δεν επιτρεπότανε μπροστά στον κόσμο να φανούνε βάρβαροι. Αν ήσαντε σε απόκεντρο μέρος, που δεν θα τους έβλεπε κανείς ξέρανε τι θα κάνανε. Δεν ήτανε ανάγκη να τους το πει ο βρωμοσκουπιδιάρης. Τους λωποδύτες που πιάνουνε στο δρόμο τους πάνε στο κρατητήριο και κει, μακριά από τα μάτια του κόσμου του κόσμου, τους μαυρίζουνε τις φτέρνες στο ξύλο για να μαρτυρήσουν. Μπροστά στον κόσμο τους φέρνονται με ευγένεια. Έτσι πρέπει να φαίνεται -ευγενικό σώμα- η αστυνομία των πόλεων στα μάτια του κόσμου. Προσβλήθηκε και ξεροκοκκίνισε από τις αγύρεφτες συμβουλές του σκουπιδιάρη ο αρχιφύλακας και με τα λόγια που μπερδευόσαντε στο στόμα του από το θυμό διέταξε:
«- Αυτό που σου λέω ΕΓΩ. Δεν σε φέραμε να μας δώσεις γνώμες· κάμε σύντομα ότι σου λέου».
«- Καλά», είπε ο σκουπιδιάρης, μακραίνοντας το «α», δίνοντας ειρωνικό τόνο στη φωνή του.
Έπιασε το φτυάρι ανόρεχτα και προσπαθούσε να φτυαρίσει το ζωντανό σκυλί δίνοντας μια κωμική σοβαρότητα στην έκφραση του προσώπου του και στις κινήσεις του, όπως κάνουνε συνήθως οι άνθρωποι του λαού, που δεν σέβονται τους εξαιρετικούς, όταν θέλουνε να περιγελάσουν τους εκλεκτούς, τους επισήμους

Μόλις ακουμπούσε το φτυάρι, το σκυλί σπαρταρούσε. Το φτυάριζε σε γρήγορα και έκανε να το σηκώσει. Το σήκωνε λίγο, μα αυτό χόρευε και ξέφευγε. Έμπηξε πάλι τα σκουξίματα και ξαναμαζεύτηκε κόσμος. Ο αρχιφύλακας κιτρίνισε από το κακό του, γιατί έβλεπε πως τον περιγελούσε με το ύψος του ο σκουπιδιάρης, για την κουτή διαταγή που του είχε δώσει και νόμιζε πως το έκανε επίτηδες και δεν έριχνε το σκυλί στο σκουπιδόκαρό του, μα η αλήθεια είναι ότι ήτανε αδύνατο και δεν θα μπορούσε να το ρίξει μ’ αυτόν τον τρόπο όσο σοβαρά κι αν καταπιανότανε με αυτήν τη δουλειά. Έτρεμε από το κακό του ο αρχιφύλακας και αν δεν ήτανε ο κόσμος, θα έβγανε το κλομπ να του έσπαζε το κεφάλι.



Ο καφετζής παραμέρισε τον κόσμο- που είχε ξαναμαζευτεί με αυτή τη δεύτερη και τραγικότερη σκηνή από την πρώτη - και μπήκε στη μέση. «-Στάσου, βρε αδερφέ», είπε του σκουπιδιάρη και έσκυψε να πιάσει το σκυλί από το σβέρκο. Κείνο γύριζε το κεφάλι του, άνοιγε το στόμα, ανασηκώνεται τα χείλια του και έδειχνε τα δόντια του γκρινιάρικα: πολεμούσε να τον δαγκάσει.


«-Σε διατάζω να μην το πιάσεις, κύριε γιατί φέρω ΕΓΩ ευθύνη για ο,τιδήποτε συμβεί», είπε αυστηρά ο κύριος αρχιφύλακας.

Χωρίς να του δώσει σημασία ο καφετζής σε μία στιγμή το έπιασε άξαφνα από το πετσί του σβέρκου και το πέταξε σπαρταριστό, και σκούζοντας, στο κάρο.

Ο σκουπιδιάρης καβάλησε, κούνησε τα γκέμια του αλόγου, και, σαν ξεκίνησε το κάρο, είπε του σκυλιού για να τα ακούσουνε οι άνθρωποι και πιο πολύ ο αρχιφύλακας που κάνει πως όλα τα ξέρει, που κάνει τον σπουδαίον και δεν καταδέχεται να πάρει από τους κατώτερους του γνώμη:

«-Φουκαργιάρικο, όλοι τους φαίνεται πως σε λυπούνται, και κανένας χριστιανός δε βρέθηκε να σε λυπηθεί αληθινά…γιατί όλοι λυπόσαντε τον εαυτό τους και σκεφτόσαντε πως θα πονάγανε αν τους είχε το τραμ τα δικά του πόδια να λιώσει. Σαν βγούμε πιο όξω, με την κόψη του φτιαριού θα σε κανονίσω. Μια να σου δώσω σου φτάνει για να ησυχάσεις».

Ο ένας αστυφύλακας με το χέρι στην τσέπη (εκείνη που έχει το κλομπ, βαστώντας το, έτοιμο στο χέρι, από συνήθεια που την έχει όταν πλησιάζει ανθρώπους συγκεντρωμένους, με σκοπό να τους διαλύσει με κάθε τρόπο) πήγε κοντά στους μαζεμένους ανθρώπους και τους είπε ευγενικά:

«-Σας παρακαλώ, κύριοι διαλυθείτε».


Το καναρίνι φούσκωνε το λαρύγγι του και ανέβαζε μια φούσκα αέρα στο λαιμό του ίσα με ένα ρεβύθι. Έβγανε μια γλυκεία, στρογγυλή, χαρούμενη και μαζί πένθιμη φωνή: χαιρότανε για την ομορφιά της ημέρας και θλιβότανε γιατί ήτανε σκλαβωμένο μέσα στο κλουβί.

Η γυναίκα του μάγερα έκαμε την τουαλέτα της και βγήκε για να κάμει τον πρωινό της περίπατο. Δουλειά στην κουζίνα του σπιτιού δεν είχε, γιατί τα φαγιά του σπιτιού ετοιμάζονται από τον άνδρα της στην κουζίνα του μαγεριού μαζί με τα φαγιά των πελατών.

Πέρασε από κείνο το μέρος, μπροστά στα αίματα, έκαμε ένα μορφασμό αηδίας-κείνο που για τους άλλους ήτανε τραγικό και τους συγκινούσε γ’ αυτήν ήτανε σιχαμερό- και τράβηξε για το «άλσος». Συνηθισμένη από τα κρέατα τα αίματα… από τα κοτόπουλα που σφάζει ο άνδρας της και βλέπει ή σφάζει και αυτή κάθε μέρα για το μαγέρικο…δεν μπορούσε ποτέ να την συγκινήσει το αίμα και μάλιστα αίμα σκυλιού· γι’ αυτό, φυσικά, της έφερε αηδία.

Στο άλσος που πήγε και κάθησε σε ένα παγκάκι, που είχε μπόλικο φάρδος-κάθησε στη μέση και το σανίδι λύγιζε λίγο- κάθισε αναπαυτικά γιατί έστρωσε όλος ο πισινός της και δεν κρεμότανε κρέατα, όπως στο κάθισμα, από τόνα μέρος κι από το άλλο, κι άρχισε με το ραχάτι της ακουμπώντας τα χέρια της στην πρησμένη κοιλιά της να πλέκει το καινούργιο της τσαντάκι.

Ευτυχισμένη γυναίκα γιατί ξέρει να ζει ευχάριστα…

Τι να τις κάμει τις μεγάλες χαρές· αυτές μονάχα κείνοι που ζούνε με θλίψεις και αγωνίες τις νιώθουν για μια στιγμή και πάλι πέφτουν στην αγωνία… εξαιτίας της ανησυχίας τους.



Υ.Γ Ειρήσθω εν παρόδω, θα επιθυμούσαμε να θέσουμε  προς τους "πνευματικούς και πολιτιστικούς ταγούς της πόλης" ένα ερώτημα: Σε ποιο μέρος της πόλης μπορεί να αναζητήσει και να βρει κάποιος το σημαντικό συνολικό έργο του Αμαλιαδίτη Γιώργη Ζάρκου; Που μπορούν να το βρουν τα παιδιά μας και να γνωριστούν με αυτό ( φυσικά και με το έργο και άλλων συμπολιτών μας); Συστηματικά, οργανωμένα, απροκατάλυπτα, με γνώση και πολιτισμό.   Μήπως μία φράση που κάποτε ακούστηκε σε μια συγκέντρωση νεολαίας σε μια άκρη του κόσμου "μείνε στην γνωστή αλήθεια" δεν ερμηνεύεται σωστά αν της αποδοθεί το νόημα να παγιδευτεί κάποιος στα δίχτυα της υποθετικής αλήθειας και αντίθετα μπορεί να σημαίνει και μια επανάσταση ενάντια στην οστεοποιημένης αλήθειας και  τις οστεοποιημένες συνθήκες, μια απαίτηση για αξιοπρεπή ζωή, μία αντίσταση στην ακινησία, ένα ξαναγέννημα, άλλη μια προσπάθεια να δραπετεύσει και να ξεφύγει κανείς από την κλειστότητα στιν ανοιχτό κόσμο; Γιατί αν προς  κάτι δείχνουν οι παλιότεροι είναι ότι ο πολιτισμός θέλει δημιουργούς και οχι μεταπράτες, θέλει την ουσία και όχι το θέαμα, την μονομέρεια, τις μάσκες την αυτοικανοποίηση και  το ανούσιο. Διότι χωρίς φαντασία και ευαισθησία μπορείς να παράγεις συνεχώς αλλά να μην δημιουργείς απολύτως τίποτα, για τίποτα και για κανέναν.

«Να λέει κανείς εμείς και να εννοεί εγώ είναι από τις πιο εξεζητημένες προσβολές» , Theodor Adorno


Thursday, 30 November 2017

«Σπουδαστήριο Αμαλιάδας»- Αναξίμανδρος και το άπειρο «Άπειρον»

Το φιλοσοφείν αναμφισβήτητα είναι παρά πολλά πράγματα. Ένα από τα πιο μεγάλα του χαρίσματα θεωρούμε όμως πως είναι η ιδιαίτερη σχέση με τον χρόνο που καλλιεργεί. Μία σχέση η οποία φέρνει ως αποτέλεσμα των εκμηδενισμό των τοίχων της φυλακής που θα ήθελε να κάνει τους ανθρώπους να μοιάζουνε στα πράγματα και ακόμη περισσότερο  στην συγκεκριμένη κοινωνία στην οποία ανήκουν. Διότι η φιλοσοφία δίνει την δυνατότητα να έρθουμε σε επαφή και να καταπιαστούμε με προβληματικές και κείμενα έξω από την «επικαιρότητα», να συντονίζουμε τη μνήμη μας και την σκέψη μας με την μνήμη της ανθρωπότητας και έτσι να ευρύνουμε και να επιμηκύνουμε τη ζωή μας. Στον άπειρο  χωροχρόνο της ανθρωπότητας.
Δεν είναι και λίγο πράμα μέσα στον ζόφο της καθημερινότητας να συνομιλούμε με μεγάλους ανθρώπους που προηγήθηκαν , να γνωρίζουμε πιο κριτικά τη ζωή τους και τη σκέψη τους,  να αναπτύσσουμε και να καλλιεργούμε, πέρα από ηλικίες, μια προσωπική σχέση με τις προηγούμενες γενιές να αισθανόμαστε ζωντανά την παρουσία τους και την ευφυΐα τους.
Εμείς στο «Σπουδαστήριο», αυτό το ιδιότυπο σχολείο αυτομόρφωσης ενηλίκων στην Αμαλιάδα, επιλέξαμε τις προάλλες,  και για τρεις συνεχόμενες συναντήσεις μας, να συνομιλήσουμε με τον μεγάλο αρχαϊκό , Ίωνα,  στοχαστή από  Μίλητο ,  Αναξίμανδρο, στα πλαίσια του κύκλου των συναντήσεων που τρέχει  για το έτος 2017-2018,  με τον τίτλο «Φιλοσοφικές και Αισθητικές Περιπλανήσεις».  
Η αναμέτρηση με την σκέψη του Αναξίμανδρου είναι στοχασμός και συνομιλία με την απειρότητα. Πως  όμως είναι δυνατόν το άπειρο να γίνει πιο οικείο, λιγότερο τρομακτικό και αβυσσαλέο, ένα άπειρο που παρ' όλη τη χαώδη του διάσταση να αναδεικνύει μια περατότητα , όχι καθαρή και θανατερή, μία περατότητα όχι ως αέναη διαδοχή του ιδίου και συρρίκνωση της ανθρώπινης ύπαρξης, μια περατότητα στην οποία ο άνθρωπος είναι ανακατωμένος με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και έχει εξομοιωθεί  με τα αντικείμενα, σε μια ζωή απείρως θνητών πραγμάτων με σίγουρη και αδιάφορη ημερομηνία  λήξης, μια δηλαδή βουβή, σαφή , αμιγή, παγερή, αδιάφορη, μηδαμινή και αμελητέα  περατότητα, αλλά αντιθέτως μια περατότητα αναμεμειγμένη «ψυχή τε και σώματι»  με το μεγάλο και «αΐδιο αντίθετό» της, την απειρότητα, σε ένα αέναο, γοητευτικό και μοιραίο  παιγνίδι όχι στον άλλο κόσμο αλλά στο παρόν;  Πόση σχέση έχουν αυτά και με το ερώτημα «της σημασίας του να έχει κάποιος να ζει», να ζει  όχι  δέσμιος και αιχμάλωτος της επικαιρότητας, των κανόνων που υπαγορεύονται από εξωτερικά πλαίσια και εφαρμόζονται υποσυνείδητα αν δεν ξέρει να παίρνει απόσταση, αλλά να ζει  αρνητικά ως προς τα πλαίσια και καταφατικά ως προς τη ζωή;
Ο Αναξίμανδρος δεν είναι μόνο φυσιολόγος όπως έλεγε ο Αριστοτέλης , δεν είναι μόνο ο πρώτος επιστήμονας, όπως πολύ συχνά αναφέρει η δική μας, σύγχρονη προβολή για αυτόν,  αλλά είναι ο πρώτος μεγάλος φιλόσοφος, ο πρώτος αληθινά τραγικός,  που εισάγει μία απείρως βαριά φιλοσοφική έννοια, έναν φιλοσοφικό ογκόλιθο, το Άπειρο,  και μέσα από αυτή μας καλεί να σκεφτούμε ανοιχτά, να σκεφτούμε  την αρνητικότητα, να σκεφτούμε  τα όρια, να σκεφτούμε στα όρια, ξεκινώντας από το ανέλπιδο να προσεγγίσουμε την ελπίδα, να σκεφτούμε τη ζωή και το θάνατο από την πλευρά της ζωής. Διότι το ανέλπιδο και η ελπίδα βρίσκονται σε σχέση γένεσης και καταστροφής και όλα αυτά  κατά τον Αναξίμανδρο γίνονται «κατὰ τὸ χρεών»  και κατά «κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν»,  εις την «ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον».
Το άπειρον σημαίνει άρνηση του κοινότυπου πεπερασμένου, σημαίνει να παίρνουμε αποστάσεις από όλα εκείνα που μας επιβάλλουν ή επιβάλλονται και μας κάνουν να μην είμαστε εμείς , σημαίνει να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε τις ανεπανόρθωτες ζημιές και απώλειες που συντελούνται, σημαίνει να αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά του θανάτου ως καταστροφή και εκμηδενισμό, από τον θάνατο ως προϋπόθεση της ζωής και αφετηρία αναζωογόνηση της, να αισθανόμαστε όλα  αυτά που χάνονται όταν οι άνθρωποι  δεν μιλούν, δεν επικοινωνούν, δεν γιορτάζουν. Διότι όπως έλεγε κάπου  ο Λακάν, και από μια άλλη σκοπιά,  «η επιθυμία μιμείται την άβυσσο του απείρου».
Όσο για εμάς, εκεί στο «Σπουδαστήριο», φαίνεται ότι ενδόμυχα  αναζητούμε αυτήν την ζωογόνο ανάσα που ελλοχεύει σε αυτήν την ιδιότυπη αλλά και τόσο φυσική «αγία τριάδα» (συνομιλία, επικοινωνία, εορτή), αυτό που αξίζει να αποκαλείται «σκέψη», με την ευρεία έννοια. Αν και είμαστε ακόμη λίγοι, πιστεύουμε ότι «αγαθότητα» είναι με το μέρος μας. Εσείς οι άλλοι,  για την ώρα , απλώς, χάνετε…


Ένα απόσπασμα της παρουσίασης για τον Αναξίμανδρο μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ όπου και  περιλαμβάνεται το μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα του αρχαϊκού στοχαστή που έχουμε στην διάθεσή μας: 

"λέγει δ' αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον,ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους·  ἐξ ὧν δὲγένεσίς ἐστι τοῖς οὖσικαὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν..."


Σιμπλίκιος, εις Φυσ. 24, 13 DK 12 a 9








Monday, 27 November 2017

Γιώργης Ζάρκος- Η φύση...ο πολιτισμός, Α' μέρος

Η φύση...ο πολιτισμός

Τρία ημερόνυχτα έκανε κακοκαιριές. Ο ουρανός ήταν γεμάτος μαύρα φορτωμένα σύννεφα, σαν σφουγγάρια μουσκεμένα. Πέφτανε χοντρές στάλες σαν από βρεγμένο σφουγγάρι, ή άξαφνα έπιασε μπόρα σαν κάποιο χέρι να το ‘στιβε.
Οι χοροδιδάσκαλοι κι οι σωφέρ χαιρόσαντε, γιατί κάνανε χρυσές δουλειές· οι αμαξάδες βλαστημούσανε, γιατί  με τη βροχή γλιστράνε τα άλογα στην άσφαλτο ή κολλάνε τα’ αμάξια στους δρόμους που ‘χουνε κούπες με λάσπη· οι ήσαντε και αυτοί από τους χολιασμένους…Ε, λίγο πολύ, όλ' οι άνθρωποι,  όλοι θέλουν ε τη βροχή και άλλοι δεν τη θέλουνε.
Την τρίτη μέρα οι βραδινές εφημερίδες γράφουνε το δελτίο του Αστεροσκοπείου: “Πιθανός καιρός αύριο: κυκλώνες και αντικυκλώνες άστατος με βροχές…».
Το «πιθανός» όμως  είναι σαν του  φυστικά το «ζυγά ή μονά», που  παίζει με δικαιώματα και χάνει, καμιά φορά,  όλα τα φιστίκια  μαζί με το καλάθι.  Έτσι την έπαθε και το Αστεροσκοπείο· γιατί την τετάρτη μέρα ήτανε χαρά Θεού: ξάστερος o ουρανός από το πρωί, έμοιαζε με ένα μεγάλο γαλάζιο μπαλκόνι που κλείνει μέσα του όλο τον κόσμο.
 Ο καφετζής , μόλις εψήλωσε  καλά ο ήλιος,  έβγαλε το κλουβί με το καναρίνι και το κρέμασε σε ένα καρφί,   που το ’χε επίτηδες καρφώσει στο τηλεγραφόξυλο, στη γωνία του πεζοδρομίου.
Στη μέση του κλουβιού,  είχε ένα φλιτζάνι του τσαγιού γεμάτο νερό. Το καναρίνι μόλις χτύπησεν ο ήλιος, αρχίνησε να πηδάει από το ‘να ξυλάκι στο άλλο, αφήνοντας να ξεφεύγουνε από το στόμα του μονόφθογγες γλυκές κλάψες. Πήδησε κάμποση ώρα, για να ξεμουδιάσει και, μετά, με ένα πήδημα κατέβηκε και έκατσε στα χείλια του φλιτζανιού. Έσκυψε και έχωσε τη μύτη του στο νερό: την κουνούσε τιναχτά και πετιότανε το νερό. Κουνούσε την ουρά του και τις φτερούγες του και ανασηκώνε ούλα τα πούπουλα  του κορμιού του, για να βραχούνε με το νερό που πετιότανε: έκανε το πρωινό του λουτρό.
Δύο σκυλάκια-το ένα σερνικό και τα’ άλλο θηλυκό, το θηλυκό κατσαρό κανελί χρώμα και το σερνικό  με κοντές τρίχες στρωτές, σαν του αλόγου, μαύρες, με μπαλώματα άσπρα- κυνηγιόσαντε  στην πλατεία, απέναντι στην κολώνα που ήταν κρεμασμένο το καναρίνι. Ήσαντε  και τα δύο χαρούμενα, μεθυσμένα ,τρέλα από τη χαρά. Αγκαλιάζόσαντε σαν παιδάκια· δάγκωνε το ένα το άλλο, σαν να φιλιόσαντε· ξέφευγε το ένα,  και το άλλο το κυνηγούσε·  με το δρόμο που έπαιρνε,   έπεφτε πάνω του όταν το ‘φτανε, το αγκάλιαζε,  γιμόσαντε ένα κουβάρι, και περνάνε τέσερες-πέντε  τούμπες για να κοπεί η φόρα τους.
Στα καφενεία εκείνου που είχε το καναρίνι και του αλλουνού που το είχε απέναντι, δίπλα στο μαγέρικο,  καθόσαντε φοιτητές, μεσίτες, συνταξιούχοι αμαξάδες που δεν είχανε αγώγι,  και άλλοι χασομέρηδες άεργοι και άνεργοι,  χωρίς ορισμένο επάγγελμα, και ρουφάγανε τον πρωινό τους καφέ. Ο καπνός από τα στόματα έβγαινε σαν ατμός από ανοιχτά ρουμπινέτα καζανιού με δρόμο,  και,  μόλις κοβόταν ο δρόμος του από το ξεφύσημα,  γινότανε τουλούμπες σαν ξασμένα μαλλιά πρόβεια. Από τις κάφτρες  όταν δεν τραβούσανε ανεβαίνανε - δύο κλωστές- και γινόσαντε στεφάνια, που μοιάζανε με φανταστικά μανιτάρια. Άσπρος διάφανος καθώς είναι ο καπνός, τον χτυπούσε και ο ήλιος και έπαιρνε το μουντό χρώμα του ασημιού που οι χρυσοχόοι το λένε «μάτι». Αραίωνε ύστερα  ο καπνός και έπαιρνε χίλια δυο σχήματα· ψιλός σαν αράχνη…και έσβηνε για να βγει άλλος από τα στόματα και από τις καύτρες, για να σβήσει και αυτός και έτσι να γίνεται τέλεια και συντομότερη η επιστροφή του χορταριού στη φύση: η στάχτη στη γη και ο καπνός στον αέρα που θα τον ξαναπάρει η βλάστηση. Οι  σχολαστικοί και οι οικονομολόγοι,  βλέποντας τον καπνό να σβήνει λένε:  « να πως χάνεται το χρήμα». Η φύση όμως δεν καταλαβαίνει από τέτοιες θεωρίες. Θέλει να καεί, να σαπίσει, να φαγωθεί…το παλιό χορτάρι· θέλει  τη στάχτη και την κάπνα, τις σαπίλες  και τις κοπριές, για να φτιάξει καινούργιο το καπνό, που θα τον κάμουνε οι άνθρωποι τσιγάρα, μήλα που θα τα φάνε, κρίνα, παπαρούνες και βατόμουρα για τους αλήτες…
Το καναρίνι δεν ευχαριστιότανε να στέκεται στα χείλια του φλυτζανιού, και πήδησε μέσα. Κουνούσε το κεφάλι, τις φτερούγιες και την ουρά του· ανασήκωνε και τα μικρά πούπουλα και έμοιαζε με παπάκι που βουτάει.
 Στο μπαλκόνι, πάνω από το μαγέρικο, η χοντρή γυναίκα του μάγερα, με γυρισμένη την πλάτη κατά τον ήλιο, καθότανε σε μία καρέκλα· από το ένα μέρος και από το άλλο κρεμόσαντε οι  σάρκες του πισινού της που δεν χωρούσανε στο κάθισμα και στα ξέπλεκα μαλλιά της τράβαγε ένα χτένι...το κοίταζε…και σκότωνε αράδα χωρίς οίκτο «τα μικρόβια» που έβγανε.
Τα σκυλάκια που δεν χορταίνανε παιχνίδια , ξαφνιαστήκανε από ένα αυτοκίνητο, που πέρασε από κοντά τους,  και φύγανε τρομαγμένα κάτω μέρος της πλατείας που περνάει το τραμ. Εκείνη τη στιγμή ανέβαινε να τραμ  τον ανήφορο…τα σάστισε…το ένα πρόλαβε και προσπέρασε και έγινε άφαντο. Μερδικό σ τις χαρές έπαιρνε με το άλλο μονάχα. Στο δυστύχημα  και στις λύπες  το εγκατέλειψε. Το θηλυκό το πήρανε αποκάτου οι ρόδες. Σταμάτησε το τράμ δυο μέτρα μετά, στη στάση του.
Το σκυλί έμεινε, κοντά στις πισινές ρόδες, με τα μπροστινά πόδια λιωμένα· σπαρταρούσε από τους πόνους και έσκουζε δυνατά.
Οι επιβάτες που κατεβήκανε ακούσανε τα σκουξήματα και σκύψανε να δούνε.
Ένας έλεγε: «-Το καυμένο»·  άλλος ρωτούσε:  «Ποιανού είναι;»· τρίτος: «- Μα πως το έκοψε;»… και άλλοι ζητάγανε πληροφορίες για το καϋμένο,  το δυστυχισμένο»… γιατί το λυπόσαντε.
Πολλοί από το καφενείο σηκωθήκανε και πήγανε στο τραμ για να δούνε.
Άλλοι  που περνούσανε από μακριά και είδανε τον κόσμο μαζεμένον,   τρέξανε να δούνε ποιον έκοψε. Ο σκοπός αρχιφύλακας που είδε κόσμο μαζεμένον,  πήγε και αυτός να δει τι τρέχει.
Το σκυλί είχε πάψει να σκούζει και δάγκωνε τα λιωμένα του πόδια. Ο αστυφύλακας του φώναξε «όξω, όξω»-  για να βγει από τις γραμμές -μα αυτό δεν το κουνούσε· έβλεπε τον κόσμο γύρω του και φοβόταν μη βγει και πάθει χειρότερο από ό,τι είχε πάθει . Κάτου  από το τραμ κρυμμένο, του φαινότανε πως ήτανε ασφαλισμένο, παρά αν έβγαινε. Ο αστυφύλακας βρέθηκε σε δύσκολη θέση, γιατί δεν ήξερε πώς να διαλύσει τον κόσμο· πήρε  έναν αστυφύλακα ακόμα, και ήρθανε και οι τρεις το τραμ, με το σκυλί από κάτου, ζωσμένο με κόσμο, που ήταν αιτία να σταματήσει η κίνηση του δρόμου- γιατί το τραμ και τα αυτοκίνητα που πηγαίναμε και ερχόσαντε, είχανε σταθεί το ένα πίσω από το άλλο,  και κάνανε μακριές ουρές. Ένας πολίτης έδωκε  το μπαστούνι του στον έναν αρχιφύλακα που τον παρεκάλεσε να του το δώσει· έσκυψε και κεντούσε το σκυλί, να το αναγκάσει να βγει από το άλλο μέρος. Το σκυλί που δεν είχε πόδια για να κουνηθεί- μα και να είχε θα φοβότανε να βγει με τόσο κόσμο που ήταν τριγύρω- δάγκωνε το μπαστούνι και γκρινιάρικα έσκουζε. Παιδεύτηκε κάμποση ώρα, παίδεψε και το σκυλί, και στο τέλος, αφού είδανε και απόειδαν-η ουρά που κάνανε τα αυτοκίνητα μεγάλωνε και ο περίεργος κόσμος πολύστεβε- διάταξε ο αρχιφύλακας τον οδηγό να βάλει μπρος. Εκείνος έβαλε την «εγκοπή» και τσούλησε, αργά, λιγάκι το τραμ. Το σκυλί φοβήθηκε και σαλτάρισε…πιάστηκε στο πισινό του πόδι που έμενε ακόμα γερό στην πισινή ρόδα: έμπηξε πάλι τα σκουξίματα στοιχήματα και χτυπιότανε πάνου στη ρόδα, σαν λαγός πιασμένος σε δόκανο σιδερένιο.
«-Μη! Μη, το καημένο είναι κρίμα» φωνάζανε όλοι.
Ο αρχιφύλακας διέταξε τον οδηγό να σταματήσει. Το σκυλί έσκουζε. Ο αρχιφύλακας τότε διέταξε τον οδηγό να κάνει λίγο πίσω… Ελευθερώθηκε το σκυλί μου μα  ήταν λιωμένο και το τρίτο του πόδι…


Τέλος Α’ μέρους

Βιογραφικά στοιχεία Γιώργη Ζάρκου

Γεννήθηκε στην Αμαλιάδα (1902) και πέθανε στην Αθήνα (7 Απριλίου 1967) και είχε άλλα 5 αδέρφια.  Πήρε το απολυτήριο γυμνασίου από την Αμαλιάδα. Το 1920 πήγε στον Πειραιά και φοίτησε σε τεχνική σχολήΓιος γιατρού μυήθηκε νεότατος στο κομμουνιστικό κίνημα. Δούλεψε στα νιάτα του μηχανικός στα καράβια- ταξίδεψε. Εξορίστηκε στην Ανάφη επί Μεταξά. Μαζί με τους Μαρίνη, τον Τσακίρη, τον Ρίτσο, τον Θρακιώτη, τον Ηλία Σιμόπουλο κ..α πρωτοστάτησε στη δημιουργία «Εργατικού θεάτρου» και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων στο «Ενωτικό εργατικό κέντρο» της Αθήνας  στα χρόνια 1932-36.  Τα χρόνια 1945-1950 μοίρασε μεγάλο αριθμό τράκτ, συνήθως χειρόγραφων, στηλιτεύοντας πρόσωπα και πράγματα του κατεστημένου, πολιτιστικού και πολιτικού όποιας προέλευσης- ένας ενδεικτικός τίτλος «Σκατά». Στη δεκαετία του ’50 μετέφρασε και δημοσίευσε αμερικάνικη, ρουμάνικη, γιαπωνέζικη κ.ά ποίηση-συχνά σε ένα φυλλάδιο που τύπωνε ο ίδιος. Στο καφενείο της Στοάς Θεμιστοκλέους όπου και το εκδοτικό γραφείο Μαυρίδη, μαζί με τον Σπατάλα και τον Μαρίνη ήταν το πιο αναμφισβήτητο ‘σπουδαίο» πρόσωπο, στο μέσο δεκάδων συγγραφέων τριών γενιών κι ανάμεσα σε αυτούς και ο Μυριβήλης κι ο Ν. Παπάς, τον αναγνώριζαν μεγάλο και έτρεμαν το λόγο του… 
Στα χρόνια του’ 50 ο Ζάρκος, μοναχικός χωρίς να χρειάζεται τίποτα, ήταν καφενόβιος και ταβερνόβιος αλλά και ακούραστος περιπατητής, φτωχός, κουρασμένος, είρων, χιουμορίστας, απαρηγόρητος κομμουνιστής, σοφός, ωραίος-όλα αυτά πολύ. Έπινε συνεχώς καφέ και κάπνιζε συνεχώς τσιγάρο κ’ έγραφε πάνω σε πακέτα τσιγάρων και ό,τι χαρτί του βρισκόταν, με μολύβι κοντό την ώρα που περίμενε στο στέκι, όταν έφτανε πρώτος. Το σπάσιμο της βιτρίνας των εκδόσεων «Πυρσός», γύρω στο 1930, που του πρωτόβγαλε τη φήμη του τρελού ( γιατί τρελός ποτέ δεν ήταν) και η θητεία του μετά στο τρελάδικο (η είσοδός του σε αυτό υπήρξε πράξη βίας και οι λόγοι παραμένουν σκοτεινοί…) και άλλες καταπληκτικές ιστορίες της ζωής του ήταν γλυκόπικρες μνήμες πολύ μακρινές για αυτόν…Ο Ζάρκος, που πρωτοδημοσίευσε στα 1927 στη «Νέα Εστία» και που από το πρώτο του βιβλίο χρησιμοποίησε την φωνητική γραφή, όταν κάποτε θα γραφεί η ιστορία της ζωής και του έργου του, θα φωτιστούν πολλά σκοτάδια της γενιάς του ’30. 


Εργογραφία

1. Δεν είναι και σπουδαίο πράμα ο θάνατος (1928)

2. Η τρέλα σε όλα τα στάδια (1932)

3. Ζωντανά πτώματα (1934)

4. Βιτριόλι (1936)

5. 5 λίβελοι (1930-1940)

6. Η μεγάλη στρατιά (1945)

7. Ένα αθώο μυθιστόρημα (1945)

8. Ομάδα συμβίωσης πολιτικών εξόριστων Ανάφης (1946)

9. Γιατί άλλαξα ιδέες (1928-1948)

10. Νουβέλες και Διηγήματα (1927-1948)

11. Συνωμοσία - σελίδες χρονικού (1951)

12. Τα σκατά (1953)

Friday, 3 March 2017

"Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα"

Κυκλοφορεί: Οκτώβριος 2016

Η έκδοση αυτή παρουσιάζει για πρώτη φορά τα πλήρη πρακτικά των δύο δικών του Ν. Μπελογιάννη και των συντρόφων του, μεγάλο μέρος από τα σήματα Βαβούδη, τα υπομνήματα μετατροπής της θανατικής ποινής των Μπελογιάννη, Μπάτση και Καλούμενου σε ισόβια κάθειρξη, σχολιασμό για τον τρόπο διεξαγωγής καθώς και το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκαν οι δίκες.

Το περιεχόμενο των ιστορικών ντοκουμέντων συμβάλει στο να αποκτήσει ο αναγνώστης τη δική του οπτική απέναντι στα συγκεκριμένα δραματικά γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν μπορεί να παρακάμψει καθοριστικούς παράγοντες διαμόρφωσης των ιστορικών εξελίξεων όπως ο ρόλος των ΗΠΑ (η στάση των οποίων παρουσιάζεται μέσα από τη χρήση των αρχείων του Foreign Office) το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η ηγεσία του ΚΚΕ, και ιδιαίτερα ο Ν. Ζαχαριάδης αμέσως μετά την ήττα στον εμφύλιο, η αμφιθυμική στάση των κομμάτων του Κέντρου και προσωπικά του Ν. Πλαστήρα, ο ρόλος του Θρόνου και του Στρατού

Η πρωτοτυπία της μελέτης των παραπάνω είναι πως σε ορισμένες περιπτώσεις το αρχειακό υλικό οδηγεί σε διαπιστώσεις εικονοκλαστικού χαρακτήρα. Οι ΗΠΑ μόνο μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Κορέα βρέθηκαν να πρωτοστατούν στην επιβολή του αυταρχικού μετεμφυλιακού πλαισίου, η δράση του ΚΚΕ απείχε παρασάγγας από την πολιτική του «όπλου παραπόδα», η κυβέρνηση Πλαστήρα είχε πολύ σοβαρές ευθύνες για τις εκτελέσεις, το Παλάτι διαδραματίζει υποδεέστερο ρόλο σε σχέση με αυτό των ΗΠΑ και του Στρατού.

Στις ίδιες τις δίκες από τη μια εντυπωσιάζει ο ηρωισμός του Ν. Μπελογιάννη, και αρκετών άλλων που υπερασπίζονται τα ιδανικά τους. Από την άλλη η σπουδή πολλών κατηγορούμενων να αποποιηθούν τη σχέση τους με το κομμουνιστικό κίνημα συμπυκνώνει τους όρους της ήττας στον Εμφύλιο για την ελληνική Αριστερά στο πλαίσιο της κρατικής τρομοκρατίας της εποχής.


Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα
Πλήρη πρακτικά και ιστορικό των δικών Μπελογιάννη-Τα σήματα Βαβούδη
Σελ.: 528
Σχήμα: 17 x 24
ISBN: 978-960-499-197-6
Τιμή: 17,90 €
Τιμή online: 16,27 €


Ένα σημαντικό βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί και να συζητηθεί!!!


Ο σπουδαίος τσέχος μαρξιστής φιλοσοφος Κάρελ Κόσικ (ειρήσθω εν παρόδω και ο Νίκος ήταν μαρξιστής) σε ένα σημαντικό δοκίμιό του που φέρει το σημαδιακό τίτλο "Το αγόρι και ο θάνατος" είχε γράψει τα παρακάτω λόγια:
"Ακόμα και η συνείδηση ενός λαού πάσχει από σύγχυση. Ένας λαός που δεν έχει ξεκαθαρίσει εάν νίκησε ή ηττήθηκε στον πόλεμο, εάν η υπόθεση που υπερασπίστηκε ήταν καλή ή κακή, αν αγωνίστηκε με το μέρος του δικάιου ή του άδίκου, αν πρέπει να προτιμήσει τη γεναιότητα ή τη συνετή αναμονή- αυτός ο λαός εκτίθεται στον κίνδυνο να χάσει το μέτρο και το μέσο, να βουλιάξει στη μετριότητα και να γίνει άθυρμα στα χέρια ξένων και ντόπιων δολοπλόκων. Ο λαός δέρνεται από αμφιβολίες οι οποίες δεν έχουν τίποτα το κριτικό και δημιουργικό αλλά είναι καταστρεπτικές"

Και επειδή έχουν προγραμματιστεί για τις 27 του Μαρτίου του 2017 τα εγκαίνια του «Μουσείου Μπελογιάννη -Μουσείο Εθνικής Αντίστασης και Μουσείο Εμφυλίου πολέμου» αλλά και επειδή όπως έλεγε ο Μαρξ " ...Ο θάνατος των ηρώων μοιάζει με το γέρμα του ήλιου και όχι με το σκάσιμο ενός παραμορφωμένου βατράχου" ( κατά σύμπτωση στην διδακτορική του διατριβή όπου είχε θέμα τη φιλοσοφία δύο ελλήνων φιλοσόφων, του Δημόκριτου και του Επίκουρου), στο θέμα θα επανέλθουμε. 
Διότι πρόκειται κατά τη γνώμη  μας για το σημαντικότερο μεταπολεμικό πολιτιστικό γεγονός για την πόλη της Αμαλιάδας και όλο το νομό Ηλείας, , με διεθνείς προεκτάσεις,  κάτι που η αξιοπρόσεκτη, αξιοσημείωτη και αξιοπερίεργη "λακωνικότητα" της ανακοίνωσης του Δήμου Ήλιδας δείχνει είτε να αγνοεί είτε να προσπερνά. 
Όμως μια παλιά Ιταλική παροιμία λέει Altro è parlar di morte altro è morire και ως γνωστό οι παροιμίες εκτός από το κυριολεκτικό έχουν και μεταφορικό περιεχόμενο.



Add caption